Παρασκευή, 29 Απριλίου 2016

Η μερίδα η άχαρη




Η ΜΕΡΙΔΑ Η ΑΧΑΡΗ


Από την Ανάσταση του Λαζάρου στα Ωσαννά των Βαΐων κι από κει στο Άρον-άρον και το Ανέστη Χριστός μεσολαβεί μόλις μία εκκλησιαστική βδομάδα· Μεγάλη έστω. Μέσα σε εφτά κατανυκτικές μέρες παρακολουθούμε καρέ-καρέ το χρονικό ενός προαναγγελθέντος θανάτου. Το δράμα έχει τη σφραγίδα της ουράνιας βούλησης και οι μικρές λεπτομέρειες είναι απόλυτα σύμφωνες με τους προφήτες. Ο θεϊκός σκηνοθέτης τίποτα δεν άφησε στην τύχη. Όλα είναι στις θέσεις τους. Η άνυδρη γη της Παλαιστίνης είναι το ιδανικό σκηνικό. Ο πρωταγωνιστής αναμφισβήτητος, γλυκύτατος και πονεμένος. Οι δεύτεροι ρόλοι καθένας με τη σημειολογία του. Η πολυάσχολη Μάρθα μεριμνά και τυρβάζει περί πολλά, η πόρνη μυρώνει τους άχραντους πόδας, ο Άννας αφήνει τον Καϊάφα να βγάλει τα κάστανα από τη φωτιά, ο Πιλάτος νίπτει τας χείρας πιστεύοντας πως εξιλεώνεται, ο ληστής συσταυρώνεται και κερδίζει τον Παράδεισο, η μάνα οδύρεται…
Στη θέση του και ο προδότης. Προδότης; Γιατί εγώ, Κύριε; Γιατί να μην πάρω τον ρόλο του αγαπημένου μαθητή που θα σταθεί δίπλα στον Σταυρό; Κάνε με τουλάχιστον Πέτρο. Θα αρνηθεί κι εκείνος τον Δάσκαλο μα δεν θα καταδικαστεί στους αιώνες. Σ’ εκείνον θα δώσεις τα κλειδιά της Βασιλείας. Εκείνος θα θεμελιώσει τον επισκοπικό θρόνο της Ρώμης και οι Πάπες θα το ’χουν καύχημα που κάθονται δόξα και τιμή στον δικό του θρόνο. Όχι Κύριε, είναι άδικο. «Απελθέτω απ’ εμού το ποτήριο τούτο».
Έφυγε χολωμένος και πήρε τον δρόμο κλωτσώντας με τα σανδάλια όσες πέτρες συναντούσε στο διάβα του. Τα δάχτυλά του μάτωσαν κι ο πόνος τον συνέφερε. Ποιος είμαι εγώ που θα μιλήσω για άδικο στον μόνο Δίκαιο; Ποιος είμαι εγώ που θα σταθώ εμπόδιο στο επουράνιο σχέδιο. Αφού κάποιος πρέπει να προδώσει, ας είμαι εγώ. «Γενηθήτω το θέλημά σου, Κύριε.»
Έτρεξε –μην τύχει κι αλλάξει γνώμη- στον κήπο να δώσει το φίλημα. Χαίρε Ραβί. Αι «γενεαί πάσαι» είδαν σ’ αυτό το φίλημα το στίγμα της προδοσίας. Μια ρετσινιά ανεξίτηλη χωρίς ελαφρυντικά. Το όνομά του έγινε, μέσα στους αιώνες, συνώνυμο της προδοσίας. Μετά δεν υπήρχε οδός διαφυγής.
Όταν η μάνα είδε το σώμα του να αιωρείται άψυχο μέσα στη θηλιά,τη δεμένη πάνω στην κοτσικιά, θέλησε να μπήξει τα νύχια στο πρόσωπο και να θρηνήσει «ω γλυκύ μου έαρ που έδυ σου το κάλος». Μα κρατήθηκε. Αυτός ο στίχος δεν γράφτηκε για τον προδότη. Κι αφού η μάνα έκρυψε από ντροπή τον πόνο, ποιος άλλος να νοιαστεί; Έφυγε άκλαυτος κι έγινε μισητός, επονείδιστος, σύμβολο και φιλαργυρίας και αχαριστίας. Έδωσε στον υμνωδό το δικαίωμα ν’ απαγγείλει το ανελέητο «κατηγορώ» του: «Ποιος ήταν ο λόγος, Ιούδα, που σ’ έκανε προδότη; Μήπως ο Δάσκαλος σε χώρισε από τον χορό των αποστόλων; Μήπως σου στέρησε το χάρισμα των ιαμάτων; Μήπως σ’ έδιωξε από την τράπεζα που συνδείπνησε με τους άλλους; Ή μήπως, πλένοντας τα πόδια τους, περιφρόνησε τα δικά σου;»

Μα όλα αυτά είναι ανθρώπινες αντιδράσεις. Ο θεϊκός σκηνοθέτης τον κράτησε στους κόλπους του γιατί πολύ πόνεσε σαν του ’λαχε η μερίδα η άχαρη.


ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΠΕΡΙΕΧΕΤΑΙ ΣΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΜΟΥ "ΕΚΕΙΝΗ ΚΙ ΕΚΕΙΝΟΣ" ΠΟΥ ΠΟΥΛΙΕΤΑΙ