Παρασκευή, 28 Μαΐου 2021

ΚΟΒΕΙ - 19

 




 ΚΟΒΕΙ - 19

Αν είχαν και σκάφανδρο θα ’ταν σωστοί αστροναύτες: ολόσωμη φόρμα με κουκούλα που σκεπάζει μέτωπο και πηγούνι, πλαστικά γάντια, περισκελίδες, γαλάζια μάσκα που κρύβει μύτη και στόμα, διάφανη προσωπίδα. Κανένα σημείο του σώματος γυμνό, εκτεθειμένο στο μολυσματικό περιβάλλον. Φιγούρες πανομοιότυπες με μόνη διαφοροποίηση τα μάτια. Αναγνωρίζει τον γιατρό της πρωινής βάρδιας από τα μυωπικά, με μεταλλικό σκελετό, γυαλιά και τη νοσηλεύτρια από τα, στεφανωμένα με μαύρους κύκλους, γαλάζια μάτια.

Αν βγω ποτέ από δω μέσα και τους δω στον δρόμο, δεν θα τους αναγνωρίσω. Κι αυτό είναι άδικο. Γιατί, δέκα μέρες τώρα, αυτοί είναι οι πιο κοντινοί μου, αυτοί δίνουν αγώνα για μένα, αυτοί είναι η μόνη μου επαφή με τον έξω κόσμο, αυτούς κοιτάζω βαθιά στα μάτια να δω τι μου κρύβουν. Το ξέρω πως δεν θα 'πρεπε να 'μαι καχύποπτος με τους συγκεκριμένους ανθρώπους μα, χωρίς να το θέλω,  η ζωή έχυσε την καχυποψία στις φλέβες μου. «Μην εμπιστεύεσαι κανένα», έλεγε η μάνα στην Κατοχή. «Μην εμπιστεύεσαι ούτε γείτονες ούτε συγγενείς», έλεγε ο πατέρας στην πρώτη φάση του εμφύλιου. «Μην εμπιστεύεστε κανένα», έλεγε ο καθοδηγητής στη δεύτερη. «Μην εμπιστεύεσαι τον θυρωρό», έλεγα στη γυναίκα μου στη Χούντα. Μην εμπιστεύεστε τον Καραμανλή· ο λύκος πάντα λύκος θα ’ναι κι ας αλλάξει προβιά. Μην εμπιστεύεστε τον Παπανδρέου· πάει να σφετεριστεί τους αγώνες του λαϊκού κινήματος. Μην εμπιστεύεστε την Αμερική, το ΝΑΤΟ, την ΕΟΚ…

Κάθε αλλαγή εδώ μέσα τον τρόμαζε. Συνήθως έρχονταν δύο. Γιατί σήμερα ήταν τρεις; Ο νεοφερμένος, που ’δειχνε να ’ναι επικεφαλής, είχε μάτια βαθιά χωμένα στις κόγχες και κοίταζε σκυθρωπός τα χαρτιά του. «Κυρ Θωμά, δεν έχω καλά νέα. Ο κορεσμός της αιμοσφαιρίνης έπεσε κάτω από το ογδόντα τοις εκατό και η αξονική δείχνει εικόνα θαμβής υάλου...» Όταν ακούς τους γιατρούς να τα λένε περί δια γραμμάτου, να φοβάσαι. Επιβεβαιώθηκε πριν το καλοσκεφτεί. «…Είμαστε υποχρεωμένοι να σε διασωληνώσουμε.» Οι κόρες των ματιών του διαστάλθηκαν. Ο τρόμος του ’κοψε τη λίγη αναπνοή που του ’χε αφήσει ο ιός. Όσο κι αν τον έλεγαν κοτσονάτο, ήξερε πως, στην ηλικία του -ενενήντα πατημένα-, σπάνια βγαίνει κανείς ζωντανός από την εντατική. Τον κοίταξε ικετευτικά. «Δεν αισθάνομαι τόσο άσχημα, γιατρέ… Δεν γίνεται να το τρενάρουμε; Ο φορητός αναπνευστήρας βοηθάει… » «Θωμά, ξέρεις πως κάνουμε το καλύτερο για σένα. Είμαστε σε επικοινωνία με τον γιο σου κι είναι κι εκείνος σύμφωνος. Για να το αποφασίσουμε πάει να πει πως δεν χωράει αναβολή. Έχεις μια ώρα να επικοινωνήσεις με τους δικούς σου πριν περάσουν να σε πάρουν.»

Να επικοινωνήσει με του δικούς του!

Η γυναίκα του βιάστηκε να φύγει πέντε χρόνια πριν.

Με τον γιο του τον χώριζε ένας ωκεανός. Κοίταξε με την απελπισία του αδαούς τη συσκευή με το δαγκωμένο μήλο πάνω στο κομοδίνο. Μ’ αυτή μιλούσε μαζί του, στην Αμερική. Του την είχε χαρίσει το περασμένο καλοκαίρι. Κάθε καλοκαίρι τους περίμενε πώς και πώς. Εκείνον, την Αυστραλέζα γυναίκα και τους δύο ξανθομπόμπιρες που ο μεγαλύτερος άκουγε στο όνομα Τόμας. Είχε καημό που τα παιδιά δεν μιλούσαν ελληνικά όμως χαιρόταν που τους άρεσε η Ελλάδα και καμάρωνε που κολυμπούσαν σαν δελφίνια. Δεν έμεναν πολύ μαζί του. Ήθελαν να γνωρί-σουν και τα νησιά. Χρυσό τον έκαναν να πηγαίνει μαζί τους. Το ’κανε μια φορά μα μετάνιωσε. Δεν ήθελε να μπερδεύεται στα πόδια τους. Άλλα χούγια, άλλα ωράρια, άλλος τρόπος ζωής, άλλη γλώσσα μιλούσαν μεταξύ τους και τα εγγόνια τον αγκάλιαζαν μόνο όταν το ζητούσε ο ντάντι, ο γιός του.

Ο γιος του! Πόσο περήφανους τους είχε κάνει, εκείνον και τη γυναίκα του, όταν πέρασε στην Ιατρική Αθηνών! Έξι χρόνια έσφιξαν το λουρί όσο δεν έπαιρνε πιο βαθιά. Ευτυχώς ήταν εποχή ανοικοδόμησης κι η δουλειά δεν του ’λειπε. Χαλάλι του! Γιατί αν ο ίδιος ξεθεωνόταν στα γιαπιά, το παιδί δούλευε ακόμα σκληρότερα ξενυχτώντας πάνω σε χοντρά συγγράμματα.  Κάποιες φορές, που εκείνος έλειπε, τα ξεφύλλιζε κρυφά και κοίταζε με δέος τις μαυρόασπρες εικόνες και τις, γραμμένες με λεπτούτσικα καλλιγραφικά γράμματα, σημειώσεις στα περιθώρια. Όλο το χρυσάφι του κόσμου δεν θα μπορούσε ν’ αγοράσει τη μαγική στιγμή που τον άκουσε να διαβάζει –μια και είχε έρθει πρώτος στις πτυχιακές- τον όρκο του Ιπποκράτη στη μεγάλη αίθουσα τελετών του νεοκλασικού της Πανεπιστημίου. Τον καμάρωσε εκ των υστέρων στις φωτογραφίες· εκείνη τη στιγμή τα μάτια του είχαν θολώσει.

Δύο μήνες μετά, τους ανακοίνωσε πως είχε εξασφαλίσει υποτροφία σ’ ένα από τα καλύτερα Πανεπιστήμια της Αμερικής -ποτέ δεν κατάφερε να πει σωστά τ’ όνομά του. Από δω και πέρα δεν θα τους επιβάρυνε στο παραμικρό. Το νέο ήταν σπουδαίο! Αλλά… στην Αμερική; Ο γιος του στη φωλιά του καπιταλισμού; Γι αυτό τον μεγάλωσε; Γι αυτό τον σπούδασε; Για να τους υπηρετήσει; Χάθηκε η Σοβιετική Ένωση; Μήπως εκεί δεν ήταν τα καλύτερα νοσοκομεία; Είχε και τους συντρόφους στο καφενείο να τον τσιγκλάνε: «Άλλου είδους πόλεμος αυτός, Θωμά. Μας παίρνουν τα καλύτερα παιδιά και τα εκμεταλλεύονται. Γενίτσαρος θα γυρίσει να μου το θυμηθείς. Ποτισμένος με τις ιδέες τους. Το χρήμα θα προσκυνάει και γι αυτό θα ζει.» «Το παιδί έχει μεγαλώσει με τις αρχές μας. Όταν τελειώσει τις σπουδές, θα γυρίσει να προσφέρει στη χώρα», ψέλλιζε. Μα μέσα του είχε τρυπώσει η αμφιβολία.

Με τα χρόνια το πήρε απόφαση πως δεν θα γύριζε. Ένα μήνα το καλοκαίρι κι αυτόν κουτσουρεμένο. Πήγαν μια φορά με τη γυναίκα του στην Αμερική κι είδαν τα μεγαλεία του: το σπίτι, το γραφείο, τα αυτοκίνητα, την πισίνα, τον κήπο, το προσωπικό, τις νταντάδες. Όσο κι αν καμάρωναν, όλ' αυτά δεν ισοφάριζαν την απουσία του. Η αλήθεια είναι πως το παιδί έκανε γι αυτούς ό,τι περνούσε από το χέρι του. «Πατέρα, η δουλειά του οικοδόμου είναι για πιο νέους. Εσύ δεν έχεις πια λόγο να δουλεύεις. Καιρός να ξεκουραστείς και ν’ απολαύσεις.» Του ’δωσε ένα βιβλιάριο Τραπέζης. «Δεν θέλω να στερηθείτε τίποτα. Και για ό,τι συμβεί εδώ είμαι εγώ.» Αμ δεν είσαι εδώ, παιδί μου. Είσαι μόνο μια φωνή στο τηλέφωνο. Κι εγώ ν’ ακούω αυτή τη φωνή κουρασμένη και να μη βλέπω τα μάτια σου να καταλάβω τι καημοί σε τρώνε.

***

Όταν έχασε την κυρά, έχασε το έδαφος κάτω από τα πόδια του. Πενήντα πέντε χρόνια πίκρες, χαρές, λαχτάρες, πείσματα, παρεξηγήσεις, τρυφερότητες, διαφωνίες. Μια ζωή απ’ όλα και μια ζωή μαζί. Και ξαφνικά το σπίτι ερήμωσε κι ο ίδιος σαν να κόπηκε στα δύο και το ένα του μισό ταξίδεψε μαζί της. Ο γιος του τον έβαλε μπροστά στο δίλημμα: μαζί μου ή σε οίκο ευγηρίας; Μονόδρομος ήταν αλλά, για την τιμή των όπλων, έκανε πως το συζητάει. «Μα να καταντήσω σε γεροκομείο;» «Μην τη λες αυτή τη λέξη, πατέρα. Έχει αρνητική φόρτιση κι είναι άδικο. Δες πρώτα πού θα μείνεις: ατομικό δωμάτιο με τηλέφωνο και θέα στη θάλασσα, κήπος να κάνεις τον περίπατό σου, σαλόνια να βλέπεις τηλεόραση, συνομήλικοι να κάνεις παρέα.» Παράπονο δεν είχε. Όλα αυτά ήταν αληθινά, οι κοπέλες περιποιητικές, η καθαριότητα σπιτική, το φαγητό νόστιμο. Άμα πληρώνεις… Όσο για τους συνομήλικους όμως… Τι να πει; Ταξικοί εχθροί! Πού να το φανταστούν, τόσο εκείνος όσο κι εκείνοι, πως στα βαθιά τους γεράματα θα συζούσαν σχεδόν! Ο χρόνος βέβαια όλα τα ξεθωριάζει. Καλά ανθρωπάκια ήταν και  δεν διανοήθηκαν να τον σνομπάρουν. Αφού είχε τη δυνατότητα να είναι εδώ, δικός τους ήταν. Αποφάσισε να μην  προκαλεί. Ενώ του άναβαν λαμπάκια με τις ψευτιές που αράδιαζαν στις ειδήσεις οι πουλημένοι δημοσιογράφοι, κρατούσε τα σχόλια για τον εαυτό του και για   τους συντρόφους στο τηλέφωνο. Εκείνοι του ’λεγαν πως η θέση του στο καφενείο είχε μείνει άδεια κι εκείνος παραπονιόταν πως δεν έβρισκε αντίπαλους της προκοπής στο τάβλι κι είχε βαρεθεί να κερδίζει.

***

Πάνω που είχε αρχίσει να προσαρμόζεται, ήρθε η επιδημία. Κόβει-19 την άκουγε μα του φαινόταν πιο σωστό να την έλεγαν θερίζει-19 μια και θέριζε στοχευμένα τους ηλικιωμένους τους οποίους είχε βαλθεί να ξεκάνει. Η τηλεόραση μιλούσε για τρομαχτικά νούμερα κι έδειχνε ακόμα πιο τρομαχτικές εικόνες ειδικά από οίκους ευγηρίας της Ευρώπης. Η Ελλάδα για την ώρα έμοιαζε ασφαλής. Η δεξιά κυβέρνηση ήξερε να παίρνει σκληρά μέτρα, η αντιπολίτευση συναινούσε θέλοντας και μη και ο λαός πειθαρχούσε από φόβο: «μη γίνουμε Μπέργκαμο».

Το παιδί πετάχτηκε το καλοκαίρι, χωρίς την οικογένεια, να τον δει για λίγες μέρες. Τα αεροπορικά ταξίδια δεν ήταν εύκολα· άσε που η χώρα, που ζούσε, είχε χάσει τον έλεγχο. Του ’φερε για δώρο το κινητό με το δαγκωμένο μήλο. «Δεν τα κατέχω παιδί μου αυτά τα μηχανήματα του διαβόλου. Τι να το κάνω; Καλά μιλάω μαζί σου από το τηλέφωνο.» Τον γλύκανε με την ιδέα πως θα μπορούσαν να βλέπονται στην οθόνη μα του φαινόταν βουνό να το χρησιμοποιήσει. Το παιδί έκατσε υπομονετικά να του μάθει τα βασικά: να το ανοίγει, να το φορτίζει. «Θα σου φορτώνω μονάδες και δεδομένα και θα σε καλώ πάντα εγώ. Μόλις ακούς το κουδούνισμα θα πατάς το πράσινο κουτάκι, που ’χει σχήμα κάμερας, και θα τα λέμε σαν να ’μαστε δίπλα. Όταν τελειώνουμε θα πατάς το κόκκινο κουτάκι κι αυτό είναι όλο. Έρχονται δύσκολες μέρες. Δεν ξέρω πότε θα μπορέσω να ξανάρθω. Μην είσαι αρνητικός. Είναι ο μόνος τρόπος της προκοπής για να επικοινωνού-με. Ο κόσμος αλλάζει. Μην τα ξαναπείς μηχανήματα του διαβόλου. Είναι προϊόντα μόχθου φωτισμένων μυαλών και κάνουν τη ζωή μας ευκολότερη. Σε τούτη μάλιστα την περίσταση, στηριζόμαστε πάνω τους για τόσα πράγματα όσα δεν είχαμε φανταστεί.» Έκαναν πολλές δοκιμές. Το διαολομηχάνημα! Ο γιος του, πότε στον κήπο, πότε στη θάλασσα, πότε στο ξενοδοχείο, τον καλούσε κι εμφανιζό-ταν ζωντανός μπροστά του. «Κι από την Αμερική;» ρωτούσε καχύποπτα. Το παιδί γελούσε. «Μικραίνουν οι αποστάσεις, πατέρα. Η Αμερική δεν είναι πια τόσο μακριά.»

Τις πέντε μέρες, που έμεινε στην Ελλάδα, τον χάρηκε χωρίς περισπασμούς. Περνούσαν τις περισσότερες ώρες μαζί κι ας δούλευε ασταμάτητα πάνω στον άσπρο υπολογιστή του – με το δαγκωμένο μήλο κι αυτός. Η εταιρεία που δούλευε, βλέπεις, είχε βαλθεί να βρει πρώτη το εμβόλιο. Φεύγοντας τον αποχαιρέτησε με συμβουλές. «Να προσέχεις, πατέρα. Κράτα γερά… δεν αργούμε. Εσύ είσαι το στοίχημά μου. Πάνω σου έχω προσωποποιήσει τον στόχο μου κι αυτό με κάνει διπλά αποτελεσματικό.»

Οι συγκάτοικοι ευχήθηκαν με κάθε ειλικρίνεια να τα καταφέρει ο γιος του κι η εταιρεία του κι είπαν, μεταξύ αστείου και σοβαρού, πως θα ’χουν μέσον να προμηθευ-τούν πρώτοι το εμβόλιο. Μα στο καφενείο ξεσπάθωσαν: «Ε, αυτό δεν το περιμέναμε. Ο γιος σου άνθρωπος του Μπιλ Γκέιτς! Είδες πώς ξεφτίζουν οι αρχές μπροστά στο κέρδος; Θα βάλει κι αυτός το χεράκι του να μπει το τσιπάκι που θα μας παρακολουθεί, να μην υπάρχει ιδιωτική ζωή, να ξέρουν και πού κατουράμε.» Φαρμακώ-θηκε. Όχι γιατί τα ’λεγαν οι άλλοι αλλά γιατί ένα κομμάτι του τα συμμεριζόταν.

***

Η ιχνηλάτηση έδειξε τα εξής: ο γιος ενός φυσικοθεραπευτή είχε πάει διακοπές στα νησιά, επέστρεψε θετικός χωρίς συμπτώματα, κόλλησε τον πατέρα που πήγε ανύποπτος στον οίκο ευγηρίας και μετέδωσε τον ύπουλο ιό σε επτά φιλοξενούμενους. Ο Θωμάς βρέθηκε στο ασθενοφόρο κι από κει στον θάλαμο νοσηλείας με πυρετό, δύσπνοια, μυαλγία και γενικευμένη κακουχία. Μα είχε καλή φυσική κατάσταση κι έδειξε ν’ ανταποκρίνεται στην αγωγή. Στις δέκα μέρες το πράγμα στράβωσε.

***

Παρακάλεσε την αδελφή να καλέσει τον γιο του να τον αποχαιρετήσει.

«Μπορεί να ’ναι για τελευταία φορά.»

Την είδε συλλογισμένη.

«Στην Αμερική είναι τρεις χαράματα. Μα νομίζω δεν θα ’χει αντίρρηση να τον ξυπνήσουμε.»

Πάλεψε λίγο με το δαγκωμένο μήλο και τελικά ακούστηκε ο επαναλαμβανόμενος ήχος της κλήσης. Ύστερα στην οθόνη φάνηκε ένα ψυχρό μήνυμα: ο χρήστης δεν ήταν σε σύνδεση.

Πιο μόνος δεν είχε αισθανθεί ποτέ! Στην ηλικία του θα ’πρεπε να ’χει εξοικειωθεί με την ιδέα του θανάτου. Μα αυτή η εξοικείωση είναι μάλλον θεωρητική. Μπορεί να ’φταιγε και η συναισθηματική του ηλικία που δεν έλεγε να συμβαδίσει με τη βιολογική. (Σαν κάτι αχλαδιές που τις ξεγελάει το αγιοδημητριάτικο καλοκαιράκι και ανθίζουν νομίζοντας πως είναι Άνοιξη.) Θα μπορούσε βέβαια, έστω και τώρα, να το πάρει απόφαση μα εκείνο που δεν μπορούσε να χωνέψει ήταν η ιδέα πως θα πεθάνει μόνος, πως θα του κλείσουν τα μάτια δυο άγνωστες παλάμες και πως δεν θα βρεθούν δυο αγαπημένα χείλη να τον νεκροφιλήσουν.

***

Οι μασκοφόροι που παρακολούθησαν τη νεκρώσιμη ακολουθία  ήταν μετρημένοι κι εκείνος ο μοναδικός συγγενής. Η διευθύντρια του οίκου ευγηρίας τον συλληπήθηκε με άψογο επαγγελματισμό και τρεις, ειλικρινά συντετριμμένοι, ηλικιωμένοι του συστήθηκαν ως σύντροφοι από την εξορία.

Το φέρετρο ήταν ερμητικά κλεισμένο και τυλιγμένο με μαύρες ζελατίνες σύμφωνα με τα υγειονομικά πρωτόκολλα.

Ο παπάς θυμιάτιζε αλλά το θυμιατό δεν είχε ούτε κάρβου-να ούτε λιβάνι.

Όλη την ώρα της τελετής το κινητό στην τσέπη του δεν έπαψε να δονείται.

Όταν όλα είχαν τελειώσει, κοίταξε τα μηνύματά του -62 τον αριθμό.

Υπήρχε λόγος!

Η κυβέρνηση του Λονδίνου είχε μόλις ανακοινώσει πως είχε κάνει δεκτή την πρόταση της Ανεξάρτητης Ρυθμιστικής Αρχής Φαρμάκων και Προϊόντων Υγείας και είχε εγκρίνει το δικό τους εμβόλιο.

29 σχόλια:

  1. Μόνος φτάνεις στον κόσμο. Μόνος αγωνίζεσθαι να ανδρωθεις, μόνος πορεύεσαι και μόνος οδεύεις στη μακαρία οδό προς τον ητοιμασμένο χώρο.
    Λυπάσαι όταν χάνεις, όχι όταν χάνεσαι!
    Πασχάλης!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Τουλάχιστον στα ενενήντα έχεις μια ζωή να αναπολήσεις, λίγο πριν έρθει η ώρα να παραδώσεις τα κλειδιά της ύπαρξής σου, σ' αυτούς που αισθάνονται ανίσχυροι να παλέψουν με το θάνατο, που αναπότρεπτα έρχεται στο τέλος ..... Αλλά αυτή η μοναξιά η εν ζωή και η μετά από αυτή ίσως και να ακυρώνει ό,τι έζησε κανείς. Αυτόν τον επίλογο κάποιος πρέπει να τον γράψει για να έχει σημασία και όλο το κυρίως θέμα και μακάρι ο επίλογος να είναι ένα μπόλι ζωής για τις επόμενες γενιές!!!!!!!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Θα μ' ενδιέφερε να γίνεις περισσότερο αναλυτικός/ή

      Διαγραφή
    2. Αν και θεωρώ ότι παραήμουν αναλυτική, θα ανέλυα πιο πολύ την επιθανάτια μοναξιά, την "διαδικασία" της επικήδιου ακολουθίας, που κάποιοι θεωρούν υπερβολική και κουραστική μέσα στον πόνο τους, αλλά που για μένα είναι μία ευκαιρία για τους πενθούντες να αποχαιρετήσουν τον δικό τους άνθρωπο με προσευχή και τους φίλους να δείξουν τη συμπόνια και συμπαράστασή τους . Νομίζω ότι αυτοί οι θάνατοι (της εποχής του κορονοιού) ανέδειξαν την ανάγκη του ανθρώπου να έχει ανθρώπους δίπλα του ακόμα και στην τελευταία πράξη.......
      Ελένη Κωτσαλά (γιατί από λάθος δεν υπέγραψα στο προηγούμενο σχόλιο)

      Διαγραφή
    3. Η προσωπική μου εμπειρία από αγαπημένους που έφυγαν αυτή την εποχή (όχι απαραίτητα από τον ιό) εκφράζεται με τη λέξη εκκρεμότητα. Η δική μου ανάγκη να τους αποχαιρετήσω δεν ικανοποιήθηκε κι αυτό μου δημιουργεί μια αίσθηση αναμονής για μια πράξη που δεν ολοκληρώθηκε. Για τα αυτονόητα που δεν είναι πια αυτονόητα.
      (Χαίρομαι που η ανάρτηση έγινε αφορμή να ξαναμαζευτεί η ομάδα).

      Διαγραφή
    4. Κι εγώ χαίρομαι, γιατί μας έλειψε και αυτό: να ανήκουμε σε ομάδες!

      Διαγραφή
  3. Όπως λέει και η επιτάφια επιγραφή του ιστορικού αρχιμουσικού ΣΑΜΨΑΡΕΛΟΥ, στον ρημαγμένο από τα χρόνια και την αδιαφορία τάφο του.. Μόνος ήσουν, μόνος είσαι, μόνος θά'σαι "... ��������

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Υπάρχουν όμως πολλών ειδών μοναξιές. Ετούτη η πανδημία μας γνώρισε την επιθανάτια μοναξιά

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Ελένη Νέστορα31 Μαΐου 2021 - 1:21 π.μ.

    Πολύ συγκινητικό και πολύ ρεαλιστικό...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Χαίρομαι που το βλέπεις έτσι. Η γνώμη σου μετράει για μένα. Καλό βράδυ

      Διαγραφή
  6. Το διάβασα ευχάριστα. Με συγκίνησε είναι μια περιγραφή καταστάσεων πρόσφατων. Εικόνες ακόμα νωπές και έντονα φορτισμένες. Μου άρεσε επίσης και η σύνδεση με μετεμφυλιακές - ψυχροπολεμικές απόψεις κατανοητές πλέον από εναπομείναντες υπερήλικες. Συγχαρητήρια !

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  7. Ο άνθρωπος μπροστά στο θάνατο αντιμέτωπος με τις υπαρξιακές αναζητήσεις του και ειδικότερα στην περίπτωση μας, ένας 90χρονος γέροντας των σύγχρονων μεγαλουπόλεων αντιμέτωπος και με την αβάσταχτη μοναξιά των οίκων ευγηρίας, χωρίς τη θαλπωρή της οικογένειας του! κρούσμα κι αυτός του Covid-19, βρέθηκε διασωληνομένος στο νοσοκομείο, ολομόναχος, χήρος με το μοναδικό παιδί του να σταδιοδρομεί ως γιατρός στις ΗΠΑ!Επί τροχάδην περνά από μπροστά του η ζωή του -που αντανακλά σχεδόν τη ζωή της γενιας του - με το κλιμα φόβου και καχυποψίας της δεκαετίας του 1940 και της μετεμφυλιακής Ελλάδας, τους αγώνες και τις προσδοκίες για μια καλύτερη ζωή για τους ίδιους αλλά και το γιο του, στη συνέχεια τις αναπάντεχες ανατροπές που δυσκολευόταν να διαχειριστεί με τα "καλοκαιρινά" αγγλόγλωσσα εγγονάκια του, με την εξ αποστάσεως φροντίδα του γιου του μέσω εκείνης της συσκευής με το δαγκωμένο μήλο και τώρα ... ολομόναχος με αυτόν τον "κόβει -19" δεν τον λένε καλυτερα "θερίζει -19" αναρωτιέται! Κι όλα αυτά δοσμένα άλλοτε με χιούμορ (στολές υγειονομικών), άλλοτε με τη συγκίνηση του παππού, άλλοτε με την απογοήτευση και την αποξένωση του μοναχικού ανθρώπου! Συγχαρητήρια Ρένα μου για το ωραίο διήγημα που μας χάρισες!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  8. Τα είπες όλα Αγγελική ως προσεκτική αναγνώστρια και προικισμένη φιλόλογος

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  9. Μιλάει κατευθείαν στην ψυχή. Εξαιρετικά συγκινητικό και ανθρώπινο. Δεν σου κρύβω ότι με έκανες να κλάψω. Όσο για τον επίλογο θα έλεγα ότι βγάζει μια τραγική αντίφαση. Ο πόνος για την απώλεια του γονιού συνυπάρχει με την χαρά της επίτευξης του επιστημονικού στόχου.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Χαίρομαι που έκανες την υπέρβαση, Άσπα μου. Χαίρομαι επίσης που το κείμενο κατάφερε να σου δημιουργήσει συναισθήματα. Αυτό και μόνο του δίνει το δικαίωμα να χαρακτηριστεί λογοτεχνικό.

      Διαγραφή
  10. Ρένα μου , το διήγημά σου ρεαλιστικό.Με χάρη αποτυπώνεις μια πραγματικότητα , που θα μείνει ιστορική.Ακόμη και ο τίτλος κόβει=θερίζει δείχνει την δύναμη των γεγονότων.Ασφαλώς δεν έχει καμία σχέση με την ονοματοδοσία η οποία προέρχεται από το co=κορόνα, vi=variuςἶός,d=desease=ασθένεια και19=κατεγράφη τον Δεκ. 2019, έχει την χάρη του, τη φρεσκάδα της κίνησης του νου.Η τραγικότητα του πατέρα δεν ΄εγκειται ούτε στην ασθένεια ,ούτε στην ηλικία, αλλά στην μοναξιά Η φρικτή μοναξιά την οποία βίωσαν χιλιάδες άνθρωποι αυτή την δύσκολη εποχή μας.Η κορύφωση της ανελέητης μοναξιάς βρίσκεται και στην έξοδο από την ζωή.Ομολογώ ότι με συγκίνησες βαθειά. Συγχαρητήρια.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Πολύ ακριβής η εξήγηση του αρκτικόλεξου, Άννα μου. Όλα αυτά βέβαια δεν περιέχονταν στο γνωστικό αντικείμενο ενός ηλικιωμένου οικοδόμου ο οποίος όμως κάλυψε την άγνοια του με τη σοφία του λαϊκού ανθρώπου: παρέφρασε το όνομα έτσι που να αποκτήσει νόημα στη γλώσσα του.

      Διαγραφή
  11. Για άλλη μία φορά η γραφή σου λαμβάνει διακρίσεις. Στο συγκεκριμένο διήγημα θίγεις ένα επίκαιρο και μάλιστα φλέγον ζήτημα με τη γνωστή λογοτεχνική σου αξία. Ανακινείς ουσιώδη -δυστυχώς μόνο μέχρι τη γενιά μας- νεοελληνικά ιστορικά στοιχεία, και ελπίζω να προβληματίζεις τους νεότερους του τόπου μας, που υπηρετούν τη νέα κατάσταση πραγμάτων. Μου άρεσε ιδιαίτερα η αναφορά σου στα παιδιά που μιλάνε άλλη γλώσσα και που αγκαλιάζουν το γέροντα κατά παραγγελία. Κανένας αυθορμητισμός. Κανένα συναίσθημα.
    Δημήτρης Κ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Αγαπητέ μου Δημήτρη, οι νέοι δεν με διαβάζουν -αν κρίνω από τα σχόλια που είναι όλα ανθρώπων κάποιας ηλίκίας. Δεν έχω λοιπόν τη δυνατότητα να τους προβληματίσω. Αρκούμαι λοιπόν στη χαρά που παίρνω με το να δημιουργώ συναισθήματα σε ανθρώπους της γενιάς μου

      Διαγραφή
  12. Έχω φέρει κατά νου παρόμοιες ιστορίες τα τελευταία 8 χρόνια. Πόσο θλιβερή είναι η μοναξιά.

    Στάθηκα στην έκφραση 'και καμάρωνε που κολυμπούσαν σαν δελφίνια', σκέφτηκα εσάς και μετά η γεύση της αγαπημένης σας μαρμελάδα ήρθε στο νου. Γλυκόπικρη πραγματικότητα. Αυτό είναι ζωή.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Εγώ γράφω από τη σκοπιά του παππού κι εσύ διαβάζεις από τη σκοπιά του γιού. Το brain drain με τα θετικά και τα αρνητικά του.

      Διαγραφή
  13. Καλησπέρα κ. Ρένα. Ακόμα μία φορά μου δείξατε πόσο κοντά είστε σ αυτό που ζούμε στην εποχή μας, όχι μόνο λόγω του covid. Αυτός νομίζω ήρθε και φώτισε όλη την εικόνα και καταλάβαμε, όσοι καταλάβαμε, που έχουμε οδηγηθεί κυνηγώντας τα όνειρα μας. Δυστυχώς το μεγάλο πρόβλημα είναι η μοναξιά των δικών μας ανθρώπων, ακόμα και η δική μας μοναξιά, που την δημιουργούμε στηρίζοντας τα όνειρα των παιδιών μας στέλνοντας τα μακριά από εμάς. Δεν φαντάζεστε πόσο με άγγιξε η ιστορία σας. Από την θεση που υπηρετώ βλέπω όλα αυτά καθημερινά και από την θέση του γονιού ίσως τα δημιουργώ, κι εγώ προσωπικά όμως, που ίσως θα ήθελα να ζήσω κάτι απ αυτά, έμεινα πίσω για να στηρίξω τους γονείς. Μεγάλη κουβέντα ελπίζω να την κάνουμε κάποια στιγμή. Σας ευχαριστώ, σας αγαπώ, σας θαυμάζω και χαίρομαι που διδαξατε εμένα και τα παιδιά μου και δεν εννοώ μόνο το μάθημα σας.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  14. Επίτρεψέ μου κι εμένα, Μαρίνα, να καμαρώνω για την ώριμη σκέψη του κοριτσιού που γνώρισα ως άγουρο δεκαπεντάχρονο και τώρα το βλέπω στο επίκεντρο της ζωής -οικογενειακής και δημόσιας.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  15. Ρένα καλημέρα!
    Διάβασα την ιστορία σου και θα 'λεγα ότι με προβλημάτισε λιγάκι...
    Το θέμα σου δεν είναι καθόλου εύκολο (!) και αντικατοπτρίζει σε διάφορα σημεία δεδομένα προσωπικά βιωμένα όλο αυτόν τον καιρό της πανδημίας..
    Μ' άρεσε η γλώσσα σου και το κείμενο διαβάζεται τρέχοντας...
    Καλό καλοκαίρι και καλή συνέχεια!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  16. Πολλα συγχαρητήρια Ρενα! Το διήγημα σου είναι συγκινητικό και ρεαλιστικό ταυτόχρονα. Το θέμα της μοναξιάς, ιδιαίτερα των ηλικιωμένων, μας συγκινεί και μας αγγίζει όλους.
    Συμβαίνει πολλές φορές, το τίμημα της επιτυχίας των παιδιών να είναι η μοναξιά των γονιών...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Μου αρέσει που εστίασες στο θέμα της μοναξιάς που είναι περισσότερο επώδυνη από τον οποιοδήποτε ιό.

      Διαγραφή

Οι κουβεντούλες μας