Τετάρτη, 26 Ιουνίου 2013

Φούγκα για δύο ασύμμετρες φωνές...ανατροπών συνέπειες


Φωτο Αποστόλης Στεργίου

Η Ανθούλα περίμενε τον Μιχαλιό να τελειώσει με τις εισαγωγικές για το Πανεπιστήμιο.
Όχι, δεν ήταν κεραυνός εν αιθρία.
Ήταν αναμενόμενο και αναπόφευκτο.
Πάλι τα φρύγανα βρέθηκαν δίπλα στη φωτιά –κανείς δεν ξέρει ποιος ήταν τώρα τα φρύγανα και ποιος η φωτιά. Πάλι το σπίτι έγινε παρανάλωμα, πάλι εκρήξεις ηφαιστείων ελευθέρωσαν ποτάμια πυρωμένης λάβας, πάλι η σάρκα ξεσηκώθηκε ενάντια στο νου, πάλι ένα φουσκωμένο ποτάμι όρμησε να καταπιεί κάθε αντίρρηση της λογικής, πάλι σκοτείνιασε ο λογισμός και το σκοτάδι ρούφηξε την εικόνα του λατρεμένου πατέρα.

Τρίτη, 18 Ιουνίου 2013

Φούγκα για δύο ασύμμετρες φωνές... ανατροπές

Φωτο Στράτος Ανασοντζής


-Μην αφήσεις τη μάνα μου να με παντρέψει, είπε η Ανθούλα ψιθυριστά.
Ο Θανάσης πετάχτηκε αλαφιασμένος καθώς άκουσε την πόρτα της κάμαρας ν’ ανοίγει χωρίς τον παραμικρό θόρυβο.
Όχι πως ο ύπνος που διακόπηκε ήταν ήρεμος. Μια βδομάδα τώρα στο χωριό, υπάκουε με πολύ κόπο στη συνετή σκέψη: “δεν βάζεις τα φρύγανα δίπλα στη φωτιά.” 
Και τώρα τα φρύγανα στέκονταν πάνω από το κρεβάτι του κι εκείνος είχε γίνει μια αχόρταγη φωτιά διψασμένη να τα καταπιεί.

Τρίτη, 11 Ιουνίου 2013

Φούγκα για δύο ασύμμετρες φωνές...η Ανθούλα



Φωτο Αποστόλης Στεργίου

Αν η γιαγιά ήταν ο αναντικατάστατος τρυφερός σύντροφος, ο πατέρας ήταν το λατρεμένο είδωλο που, και λόγω απόστασης, έπαιρνε διαστάσεις  μυθικές. Ο Θανάσης ερχόταν κάθε χρόνο να περάσει είκοσι καλοκαιρινές μέρες μαζί τους φορτωμένος με δώρα –αυτοκίνητα και τρένα για τον Μιχαλιό, κούκλες για την Ανθούλα. Τα  παιδιά περίμεναν τον ερχομό του με τη λαχτάρα που τ’ άλλα παιδιά περιμένουν τον Αϊ Βασίλη. Ένας καλοκαιρινός Αϊ Βασίλης καθόλου βιαστικός και υπερβολικά διαθέσιμος. Τα ’παιζε στα γόνατά, τ' ανέβαζε στους ώμους, τα 'πιανε από τις μασχάλες και τα στριφογύριζε μέχρι που η ζαλάδα τα έκανε να παραπατούν, τα πετούσε στον αέρα κάνοντας προσομοίωση πτήσης -πάντα προλάβαινε να τα πιάσει στον αέρα μια στιγμή πριν προσγειωθούν- καμωνόταν πως δεν τα προφταίνει στο κυνηγητό, τα γαργαλούσε μέχρι που ξελιγώνονταν στα γέλια και ζητούσαν έλεος, όχι άλλο πια. Κι όταν έπαιζαν κρυφτό έψαχνε να τα βρει στα πιο απίθανα σημεία, αγνοώντας επιδεικτικά τις προφανείς κρυψώνες. Μετά από τα τρυφερά γυναικεία παιχνίδια με τις θείες, τα βίαια αντρικά παιχνίδια έφερναν στο σπίτι μια μυρωδιά τεστοστερόνης που ο Μιχαλιός κρατούσε σαν πολύτιμη θύμηση στις  κοιλότητες της όσφρησης για  να μην ξεθωριάζουν οι στιγμές που είχε περάσει μαζί του. Η ανάμνηση αυτή έσπρωχνε το μακρύ διάστημα της αναμονής να κυλήσει πιο γρήγορα. Η Ανθούλα μάλιστα – επηρεασμένη από τη φιγούρα της κυρά-Σαρακοστής που έφτιαχναν την Καθαροδευτέρα εν αναμονή του Πάσχα- ζωγράφιζε σε χαρτόνι έναν άντρα με δώδεκα ποδάρια, που παρίστανε τον χρόνο, έκοβε προσεκτικά το περίγραμμα και κάθε πρωτομηνιά αφαιρούσαν τελετουργικά ένα ποδάρι, έτσι που το λιγόστεμα των ποδαριών έφερνε την πολυαναμενόμενη επιστροφή όλο και πιο κοντά.

Τρίτη, 4 Ιουνίου 2013

Φούγκα για δύο ασύμμετρες φωνές... η γιαγιά



Φωτο Παναγιώτης Κούκης

Ο μικρός Μιχαλιός μεγάλωνε σ’ ένα σπίτι δίχως άντρες. Ο πατέρας έλειπε στη Γερμανία, που η φαντασία του την τοποθετούσε  στα πέρατα του κόσμου, μα ερχόταν το δίχως άλλο κάθε καλοκαίρι. Ο παππούς όμως, κι ας είχε τ’ όνομά του, δεν είχε φανεί ποτέ στο σπίτι. Έλειπε, του ’λεγαν, σε μακρινό ταξίδι πιο πέρα κι από τη Γερμανία. Πώς γίνεται να πάει κανείς πιο πέρα από την άκρη του κόσμου;  Έμαθε να ερμηνεύει την απουσία του ως αδιαφορία και να την ταυτίζει με έλλειψη αγάπης. Γιατί αν ο παππούς τους αγαπούσε, θα εύρισκε τρόπο να έλθει έστω και για μια μέρα κοντά τους. Τη στέρηση του αρσενικού, όμως, εξισορροπούσε η πληθώρα θηλυκού. Το σπίτι ήταν γεμάτο θείες που ξεσυνερίζονταν ποια να τον κανακέψει περισσότερο. Κι όντας  μοναδικός αρσενικός μέσα σε ένα σπίτι γεμάτο γυναίκες έπαιρνε γενναιόδωρα και πλουσιοπάροχα όλη εκείνη τη φροντίδα και την αγάπη που τον βοήθησαν να μην βιώσει την απουσία της  μάνας.