Τρίτη, 25 Φεβρουαρίου 2014

Φούγκα για δύο ασύμμετρες φωνές... η κατάληξη


Φωτο Παναγιώτης Κούκης

Όνειρο ήταν και πάει. Ξέρεις δα πόσο άσχημα παίζω σκάκι. Άλλες κινήσεις είχε σχεδιάσει ο αντίπαλος. Και δεν ήταν όποιος- όποιος. Με τον μαύρο ιππότη έπαιζα την τελευταία παρτίδα. Η διάψευση ήταν σκληρή. Τ’ αποτελέσματα των εξετάσεων ανελέητα: οι καρκινικοί δείκτες στα ύψη. Η μαγνητική τομογραφία ξεκάθαρη: μετάσταση στα οστά. Μια οδυνηρή επανάληψη της αγωνίας. Εννέα χάπια την ημέρα δεν είναι και λίγα! Τώρα πια εκείνο που με τρομοκρατούσε δεν ήταν ο θάνατος, αλλά η ιδέα να πεθάνω μέσα σε πόνους. Μελέτησα με προσοχή την ιδέα του “τουρίστα αυτοκτονίας”. Έμαθα όσα ήταν απαραίτητα για την κλινική της Ζυρίχης. Δεν χρειάστηκε. Τ’ αυτοκόλλητα μορφίνης κάνουν πολύ καλά την δουλειά τους. Μόνο  που θέλω όλο να κοιμάμαι.

Σου έχω  μιλήσει ποτέ για την προσωπική μου θεωρία περί ύπνου; Φαντάσου μια γιγάντια σκακιέρα με έναν τεράστιο αριθμό από μαυρόασπρα τετραγωνάκια. Όταν ξυπνάμε, τα κύτταρά μας είναι προσεκτικά τοποθετημένα πάνω σ' αυτά τα κουτάκια. Κάθε κύτταρο στην ακριβή του θέση, πιόνια τοποθετημένα με μια αρμονική τάξη που δεν συγχωρεί ατέλειες όπως ακριβώς τα ιόντα στο κρυσταλλικό πλέγμα ενός στερεού. Στη διάρκεια της εγρήγορσης τα πιόνια αρχίζουν να κινούνται εκτελώντας τις επιτρεπτές κινήσεις -κάποιες φορές κάνουν και του κεφαλιού τους. Η τάξη διασαλεύεται, η αρμονία καταστρέφεται. Κάθε μετακίνηση και μια αίσθηση ευχάριστη ή δυσάρεστη. Κάθε αλλαγή θέσης και ένα συναίσθημα γλυκό ή πικρό. Κάθε ανασάλεμα ένα χρώμα ζωντανό ή ξέθωρο. Κάθε χημική αντίδραση και μια ιδιαίτερη γεύση. Με δυο λόγια ζωή. Γιατί  η ζωή στη βασική δομική της μονάδα είναι κίνηση. Κάποια στιγμή έρχεται εκείνη η ακαταμάχητη αίσθηση της νύστας που είναι το πιο ξεκάθαρο, σχεδόν αποκωδικοποιημένο,  μήνυμα που στέλνει το σώμα για να δείξει πως κουράστηκε από την τόση αταξία, πως δεν αντέχει άλλη αύξηση της εντροπίας και λαχταράει την οργάνωση σε συγκεκριμένη δομή.

Στη διάρκεια του ευλογημένου ύπνου πραγματώνεται η αντίστροφη διαδικασία. Αναδόμηση! Κάθε κύτταρο πίσω στο κουτάκι του, η τάξη επανέρχεται, η θεϊκή αρμονία είναι πάλι εκεί για να αρχίσει να αποσταθεροποιείται με το πρώτο ξύπνημα. Όποιος έχει απολαύσει έναν χορταστικό ύπνο, έναν ύπνο που δεν διακόπηκε βίαια από τον ήχο του ξυπνητηριού, όποιος έχει ξυπνήσει αυθόρμητα απλώς επειδή χόρτασε τον ύπνο, εκείνος έχει βιώσει τη μοναδική στιγμούλα που η σκακιέρα του είναι έτοιμη να ξεκινήσει την παρτίδα. Εκείνη τη στιγμή ο οργανισμός του είναι βρεφικός, άσπιλος, αμόλυντος. Η πρώτη σκέψη ή η πρώτη αίσθηση τερματίζει την ακινησία και  δίνει το έναυσμα σε μια ακόμα παρτίδα. Ευτυχώς... Λατρεύω τον ύπνο μόνο και μόνο γιατί μου δίνει την χαρά ενός υπέροχου ξυπνήματος που είναι κάθε φορά ένα ξαναγέννημα. Μα τώρα  ο ύπνος μου δεν δημιουργεί αναδόμηση. Μια αρρωστημένη υπνηλία είναι όπου η νύστα δεν είναι ξεκάθαρη, ο ύπνος δεν είναι κάθαρση,  η εγρήγορση δεν δημιουργεί κίνηση κι όλα μαζί μπλέκονται φτιάχνοντας μια μπερδεμένη κατάσταση όπου το ξύπνημα δεν είναι άγγελμα ζωής, αλλά προάγγελμα θανάτου.

Με τούτα και κείνα τέλειωσε το λαδάκι στο καντήλι της ζωής μου. Το βλέπω στα μάτια των δικών μου, το μαντεύω από τα μισόλογα των γιατρών, αλλά κυρίως μου το ψιθυρίζει το σώμα μου που έχει πάψει να αντιδρά. Δεν με βασανίζει πια. Κάθεται ήρεμο, φοβισμένο, ζαρωμένο σε μια γωνιά σαν δαρμένο σκυλί,  και περιμένει…. Μου φέρνει στο νου εκείνη τη λαβωμένη γερακίνα. Την είχε ανακάλυψε ο σκύλος μου, σε κάποια βόλτα μας, κουρνιασμένη κάτω από ένα θάμνο. Μας κοίταζε με άδεια μάτια χωρίς τρόμο, ολότελα παραιτημένη, ολότελα αδειασμένη από το ένστικτο της διεκδίκησης της ζωής. Ούτε καν το δυνατό αλύχτισμα του σκυλιού δεν στάθηκε ικανό να την βγάλει από την απάθεια. Εκείνη βρήκε περίθαλψη στην Αίγινα, όπου την έστειλα.
Εμένα πού θα με στείλουν;

Μην λυπηθείς για μένα.  Η ζωή στάθηκε πολύ γενναιόδωρη μαζί μου. Δεν έβαλε εμπόδιο σε καμία από τις επιλογές μου. Έζησα σε μια από τις αγαπημένες μου αλπικές λίμνες. Εκείνες, ξέρεις,  που περιβάλλονται από πανύψηλα βουνά ικανά να φρενάρουν ό,τι προέρχεται από τον έξω κόσμο με διάθεση  να ταράξει την ηρεμία. Οι δυνατοί άνεμοι εμποδίζονται να κατέβουν και να αναστατώσουν την γαλήνη που επικρατεί. Ο ουρανός καθρεφτίζεται στην αρυτίδωτη επιφάνεια καταγάλανος ή χαμηλώνει συννεφιασμένος να γίνει ένα με το νερό. Πήρα πολύ αγάπη στη ζωή μου κι αυτή ήταν που έφτιαξε ένα τείχος προστασίας γύρο μου κι εμπόδιζε κάθε κακό να με πλησιάσει. Όλες μου οι ρυτίδες είναι ρυτίδες γέλιου.

Όχι πως δεν ήθελα να ζήσω κι άλλο. Είχα πολλά να γευτώ. Ήθελα να θαυμάσω κι άλλα ηλιοβασιλέματα, κι άλλες ανατολές του φεγγαριού. Ήθελα να χαζέψω πολλές φορές ακόμα τα αστέρια από την απόλυτη σκοτεινιά κάποιου βουνού, να νιώσω στο κορμί μου την κρυστάλλινη  αίσθηση της παγωμένης θάλασσας. Ήθελα να δω κι άλλες φορές τις αμυγδαλιές ν’ ανθίζουν, τη βερικοκιά του κήπου μου κατάφορτη, να γέρνει τα κλαδιά της από το χρυσοκόκκινο βάρος. Ήθελα να ακούσω τις εξομολογήσεις κάποιας έφηβης εγγονής -μιας μικρής Αίγλης ίσως- για τους πρώτους καλοκαιρινούς της έρωτες. Ήθελα να διαβάσω κι άλλα βιβλία –ευτυχώς οι άνθρωποι δεν παύουν ποτέ να γράφουν. Ήθελα να ακούσω κι άλλες μουσικές, να δω κι άλλες ταινίες. Ήθελα κι άλλο να χορέψω –ποτέ δεν χόρτασα το χορό. Ήθελα να ακούσω πολλές φορές ακόμα  το Μπολερό του Ραβέλ. Ήθελα να χαρώ ξανά και ξανά το κελάηδημα των αηδονιών την αυγή. Ήθελα να νιώσω ξανά στον ουρανίσκο μου εκείνη την ανεπανάληπτη γεύση των άγριων σπαραγγιών που μάζευα στα χέρσα χωράφια κάθε Μάρτη. Ήθελα να διαβάσουμε ξανά μαζί κάποιο ποίημα λέξη-λέξη και να απολαύσω τη δημιουργική μας διαφωνία. Υπάρχει όμως μια ενοχή στην ευτυχία. Αν η πίτα της ευτυχίας είναι συγκεκριμένη, ό,τι παραπάνω από τον μέσο όρο έχω γευτεί είναι κλεμμένο από κάποιον άλλο. Κι αυτό είναι άδικο.

Μένει κάτι ακόμα.
Το μυθιστόρημα της ζωής μου.
Το στοίχημα.
Ποτέ δεν το παραδέχτηκες. Προσπάθησες να με πείσεις πως είναι δημιούργημα της φαντασίας μου. Έφτιαξες μάλιστα ολόκληρη θεωρία για να με πείσεις. “Ξέρεις, δα, πως λειτουργεί η "μνήμη". Φτιάχνεις σήμερα έναν υποθετικό σκελετό της ιστορίας σου κι αύριο προσθέτεις έναν όροφο ακόμα και την άλλη το σοβαντίζεις και το μπογιατίζεις... και να μπροστά σου ένα οικοδόμημα που το πιστεύεις αδιαπραγμάτευτα αληθινό”. Σε άφηνα να τα εξηγείς τόσο παραστατικά και μέσα μου χαμογελούσα. Ήταν η μνήμη σου απέναντι στην δική μου, ήταν ο λόγος μου απέναντι στον δικό σου. Γιατί να πιστέψω εσένα κι όχι εμένα;
Και τι είναι πιο αληθινό από εκείνο που πιστεύουμε για αληθινό;
Όλα τα δόγματα εκεί δεν στηρίζονται; Στην πίστη για το αληθινό που είναι αλήθεια χωρίς απόδειξη, χωρίς προϋποθέσεις.
Ποιος σώφρων άνθρωπος θα παραδεχτεί πως δεν είναι αληθινή η εικόνα του νυχτερινού ουρανού που βλέπει με τα μάτια του; Μα οι αστρονόμοι θα τον διαβεβαιώσουν, αραδιάζοντας ατράνταχτα επιχειρήματα,  πως η εικόνα που βλέπει είναι μια απατηλή απεικόνιση όπου παρόν και παρελθόν μπλέκονται και το αστέρι, που η μαγευτική του λάμψη σε θαμπώνει,  δεν υπάρχει πια. Πέθανε, χρόνια πριν.
Και από τις σπουδές μας τι διδαχτήκαμε;  Δεν μπορείς, λέει, να ξέρεις ποια είναι στ’ αλήθεια η ακριβής θέση ενός σωματιδίου, γιατί αν την μάθεις τότε δεν θα ξέρεις την αληθινή του ταχύτητα. Η περίφημη αρχή της αβεβαιότητας που ταρακούνησε συθέμελα ένα οικοδόμημα κατασκευασμένο από βεβαιότητες.
Η αλήθεια! 
Δεν υπάρχει πιο απατηλή έννοια.

Αλήθεια ή όχι το στοίχημα το έχασα παταγωδώς.
Το αναγνώρισα και θέλησα να πληρώσω.
Και τότε συνέβη το θαύμα!
Γιατί μπορεί η ασήμαντη ζωή μου να μην έχει το παραμικρό ενδιαφέρον για ένα συγγραφέα, αλλά η ζωή μου σαν αντίστιξη της δικής σου… Α, εκεί το θέμα αλλάζει. Κι αφού δεν καταφέραμε να δημιουργήσουμε κάτι άλλο μαζί... Ε, ας είναι αυτό το μοναδικό κοινό μας δημιούργημα. Κι έχω ένα αισιόδοξο προαίσθημα ότι κάποιος καλοπροαίρετος αφηγητής θα βρεθεί να συμπεριφερθεί στην ιστορία μας με την τρυφερότητα που της αξίζει και ότι το «Ξωτικό» θα κάνει μια μοναδική εξαίρεση εκδίδοντας ένα μυθιστόρημα.

Δεν σε αποχαιρετώ. Δεν μου πάνε τα μελοδραματικά. Σκέψου πόσο εξωπραγματικό ήταν να κουβεντιάζουμε το ’68 – Γενναδίου και Ακαδημίας γωνία - για μια συνάντηση το 2000. Κι όμως έγινε πραγματικότητα. Και γιατί όχι; Φαντάσου μια, εξίσου εξωπραγματική, τρίτη διασταύρωση μας κάπου… κάποτε…
Σε γλυκοφιλώ
Αίγλη
Βουβαθήκαμε. Ούτε ξέρω για πόσο. Είχα χάσει την αίσθηση του χρόνου.  Κοντεύαμε να φτάσουμε, η βροχή είχε κοπάσει, μια υποψία ήλιου τρύπησε ένα σύννεφο κι ήρθε κι έκατσε πάνω στα μαλλιά του Μιχαλιού. Εκείνος γύρισε και με κοίταξε στα μάτια και, για πρώτη φορά, το βλέμμα του δεν ήταν θολό και σβησμένο. Είδα τη λάμψη της ζωντάνιας, άκουσα έναν καινούργιο τόνο στη φωνή του κι ένιωσα να μπαίνει σε κίνηση εκείνη η δύναμη της ζωής που αντιπαλεύει τη λήθη κι επομένως τον θάνατο. Γιατί ο μόνος θάνατος είναι η λήθη
-Λοιπόν, τι λες; Θα την δεχτείς την πρόκληση; Θα το γράψεις αυτό το μυθιστόρημα;




ΤΕΛΟΣ


Τρίτη, 18 Φεβρουαρίου 2014

Φούγκα για δύο ασύμμετρες φωνές... το μυστικό της Αίγλης


Φωτο Παναγιώτης Κούκης

Η φωνή του Μιχαλιού έσπασε με τις τελευταίες λέξεις. Φάνηκε εξαντλημένος μετά από την τόσο μεγάλη προσπάθεια που έκανε για να μιλήσει και σώπασε. Η σιωπή είναι αβάσταχτη όταν είναι τόσο συγκινησιακά φορτισμένη. Ζήτησα μια μικρή στάση για καφέ. "Φυσικά... φυσικά, οδηγείς τόση ώρα..." είπε λες και είχε μόλις ξαναγυρίσει στην πραγματικότητα.  Όταν ξαναμπήκαμε στο αυτοκίνητο τον είδα να ψάχνει νευρικά στις τσέπες του απ' όπου ανέσυρε ένα διπλωμένο φύλλο χαρτί. Το τσαλάκωσε  και το έσφιξε μπάλα στη γροθιά του σαν να ήθελε να το εξαφανίσει από προσώπου γης. Ύστερα άλλαξε γνώμη και άρχισε να το ισιώνει πάνω στον μηρό του, έτσι όπως ισιώνουν τα νεαρά κορίτσια από την Κούβα τα φύλλα του καπνού πάνω στα μελαψά μπούτια τους, μια εικόνα που φαντασιώνονται οι χρήστες καθώς απολαμβάνουν ένα πούρο Αβάνας. (Τα 'βαλα για μια ακόμα φορά με το μυαλό μου που παρήγαγε τέτοιες σαχλές και άσχετες σκέψεις αυτή τη στιγμή, το δικαιολόγησα όμως γιατί καταλάβαινα την προσπάθειά του να απωθήσει την πραγματικότητα).
Ο Μιχαλιός άρχισε να διαβάζει. Μα η φωνή του λίγο-λίγο αλλοιώθηκε και ξεθώριασε, έχασε την προσωπική της χροιά και η ηχώ που ερχόταν από το βάθος  την επικάλυπτε. Θα έπαιρνα όρκο πως δεν ήταν υποβολή και πως άκουγα την ίδια την Αίγλη.

Ψυχή τση ψυχής μου... ακριβέ μου Μιχαλιέ, 
μπορώ να διακρίνω  την έκπληξη στα μάτια σου, μπορώ να νιώσω την πίκρα στο λαιμό σου.  “ Περίλυπος εστίν η ψυχή μου έως θανάτου”.
-Δεν θα ξαναχαθούμε πια, εκτός αν το θελήσεις εσύ, είχες υποσχεθεί χωρίς να λογαριάσεις πως δεν είμαστε αυτεξούσιοι, χωρίς να υπολογίσεις τη δύναμη του μαύρου ιππότη. Μα, να, που τώρα ο θάνατος μας χωρίζει. Κανένας άλλος δεν θα το μπορούσε.

Ο Ιούλης του 2000 ήταν καυτός. Ένα κυριακάτικο πρωινό, ξύπνησα νωρίς, να εκμεταλλευτώ την πρωινή δροσιά να μαγειρέψω. Στεκόμουν όρθια πάνω από την κατσαρόλα ανακατεύοντας προσεχτικά μια μπεσαμέλ. Όλα ήταν ήσυχα, κανένα σύννεφο δεν φαινόταν στον ορίζοντα. (Εκ των υστέρων αποδείχτηκε πως βρισκόμουνα στην ηρεμία που επικρατεί στο μάτι του κυκλώνα και δεν θα αργούσα να παρασυρθώ από τη δίνη του.) Η σκέψη μου ήταν σε σένα και στην απάντηση που περίμενα με ανυπομονησία: ήσουν ή δεν ήσουν μέλος της 17Ν; Ο Άγγελος, κρατώντας μια κούπα καφέ και κατευθυνόμενος προς τη βεράντα, ήλθε αλαφροπάτητος από πίσω  και με το ελεύθερο χέρι του αγκάλιασε το αριστερό μου στήθος. Μια συνηθισμένη τρυφερότητα που, καθώς με έβγαλε από τις σκέψεις μου,  με ξάφνιασε και με έκανε να τιναχτώ. Εκείνος ασυναίσθητα έσφιξε το στήθος, να μην το χάσει λες.
-Τέτοια κάνε μου αν θέλεις να φας σβολιασμένη κρέμα…
Εκείνος χαλάρωσε το σφίξιμο, πήρε το χέρι του και τότε φάνηκε ο καφέ λεκές που είχε αφήσει πάνω στο λευκό φανελάκι που φορούσα χωρίς σουτιέν.
-Πρόσεξε καημένε, με λέρωσες με τον καφέ σου.
Κοίταξε, με την έκπληξη του αθώου που τον κατηγορούν άδικα, την παλάμη του που ήταν πεντακάθαρη και την κούπα του που ήταν άθιχτη.
-Δεν είναι καφές.
Αν δεν είναι καφές τότε τι είναι; 
Αίμα ήταν, σκοτωμένο καφετί αίμα που είχε βγει με την πίεση από τη θηλή μου.

Άρχισε μια Οδύσσεια από ιατρικές εξετάσεις, όπου η ελπίδα εναλλασσόταν με την απογοήτευση. Κάθε εξέταση που έβγαινε καθαρή μου έδινε φτερά, κάθε  σκιά αμφιβολίας που ήθελε παραπέρα διερεύνηση  με καταβαράθρωνε. Αμέτρητοι άνθρωποι έχουν περπατήσει τα ίδια μονοπάτια της δοκιμασίας. Είναι μια κάποια παρηγοριά, αλλά τελικά ο καθένας είναι μόνος μπροστά στο Γολγοθά του και μόνος θα τον αντιμετωπίσει. Κάποια στιγμή τα ψέματα τελείωσαν. Ο πατέρας είχε γράψει στο DNA  των κυττάρων μου τη φοβερή λέξη “καρκίνος”. Θυμάσαι πώς το ’λεγε ο καθηγητής βιολογίας; “ Η μείωση είναι η πρώτη ζαριά της ζωής μας”. Μια και δεν είχα νοοτροπία τζογαδόρου, η φράση με συγκλόνισε συνειδητοποιώντας πως κάποιος είχε την εξουσία να παίζει στα ζάρια τη ζωή μου, ερήμην μου.
  
Στην αρχή δεν το πιστεύεις. Κάποιο λάθος έχει γίνει. Δεν μπορεί. Ένα κακό όνειρο είναι. Σε λίγο θα ξυπνήσω και θα είναι όλα όπως πριν. Σιγά–σιγά έρχεται η αποδοχή. Και θέλεις να μάθεις λεπτομέρειες. Ανοίγεις βιβλία, ανοίγεις ιστοσελίδες, ρωτάς.  Τι είδους καρκίνος; Επιθετικός ή μη; (Καλπάζων, αποδείχτηκε ο δικός μου.) Σε πρώιμο ή προχωρημένο στάδιο; Πως αντιμετωπίζεται; Υπάρχει θεραπεία; Υπάρχει κίνδυνος μετάστασης; Αβέβαιες οι απαντήσεις: θα δούμε πώς θα αντιδράσει ο οργανισμός στην αγωγή. Αόριστες ελπίδες: έχεις μια πολύ καλή φυσική κατάσταση, δεν έχεις πάρει ποτέ φάρμακα, έζησες μ’ έναν υγιεινό τρόπο ζωής…

Ήταν σύμπτωση που τότε ακριβώς ζήτησες  τη γυμνόστηθη φωτογραφία μου; Μήπως ονομάζουμε συμπτώσεις εκείνες τις διεργασίες που δεν μπορούμε να εξηγήσουμε; Μήπως για όλα υπάρχει κάποιο σχέδιο που μας ξεφεύγει; Ας είναι... Κάτω από άλλες συνθήκες θα το είχα θεωρήσει προσβλητικό και θα είχα αρνηθεί κατηγορηματικά. Τώρα όμως ποθούσα να απαθανατίσω το στήθος μου όσο ακόμα ήταν δίδυμο και να μοιραστώ την ανέπαφη εικόνα του μαζί σου. Μια βδομάδα αργότερα, ένα χειρουργικό νυστέρι αφαίρεσε άσπλαχνα το αριστερό (εκείνο ακριβώς που είχε φωτογραφήσει με περίσσεια τρυφερότητα ο Άγγελος.) Τι σκληρό να αποχωρίζονται τα δίδυμα! Ποτέ δεν ρώτησα τι απέγινε εκείνο που δεν βρίσκεται πια στο σώμα μου από φόβο για την αποτροπιαστική απάντηση. Στο νου μου όμως έρχονταν, τις πιο ακατάλληλες στιγμές, εκείνες οι πληροφορίες για τα νοσοκομειακά απόβλητα που παράνομα καταλήγουν στις χωματερές. Εκεί βρέθηκε άραγε παραπεταμένο το αριστερό μου στήθος; Κι ενώ το υπόλοιπο σώμα μου θα ταφεί με τις ευλογίες της εκκλησίας και τα δάκρυα όσων με αγάπησαν, ένα κομμάτι του κατευθύνθηκε προς άγνωστο προορισμό άκλαυτο ακόμα και από μένα.
Άδικο!
Η  ισότητα εξακολουθεί να είναι ζητούμενο ακόμα και στη φθορά!

Απόδιωχνα  αυτές οι σκέψεις σαν περιττή πολυτέλεια. Με έκπληξη διαπίστωνα ότι ο ακρωτηριασμός μου δεν αποτελούσε το υπ’ αριθμόν ένα πρόβλημά. Κάπως έτσι δεν το λέει ο λαός; “Μακάρι να μη μας δώσει ο Θεός όσα μπορούμε να αντέξουμε!” Η έγνοια μου τώρα ήταν να περισωθεί ό,τι ήταν δυνατόν, να μην προσβάλει η αρρώστια κι άλλους ιστούς. Όσο για το χαμένο στήθος πείστηκα από πληροφορίες και μαρτυρίες ότι,  αν όλα πήγαιναν καλά, σε δυο χρόνια, η πλαστική χειρουργική θα μου χάριζε ένα ολόιδιο με εκείνο που έχασα. Δεν μπορούσα, ωστόσο, να αγνοήσω την απορία που ερχόταν απρόσκλητη στο μυαλό: ολόιδιο μόνο ως προς την εμφάνιση; Και η αίσθηση; Ο  γιατρός με καθησύχασε.
-Οι απολήξεις των αισθητήριων νεύρων βρίσκονται επιφανειακά και το δέρμα δεν το άγγιξε  το νυστέρι, το άφησε  ανέπαφο. "Μην ανησυχείς, έχεις να γευτείς κι άλλες ηδονές από το στήθος σου."

Σκέψεις.. σκέψεις..προβληματισμοί…
Ένα αξιοπρεπές τέλος!
Να πεθάνω περήφανη, όπως είχα ζήσει!
Ν’ αφήσω τη φύση, που πάντα λάτρευα, να κάνει τη δουλειά της όπως εκείνη ήξερε.
Να αποφύγω τα μπες-βγες στα νοσοκομεία.
Να μη δεχτώ τη χημειοθεραπεία με τα εξευτελιστικά της επακόλουθα.
Μα σαν έλθει η ώρα της πράξης, πρυτανεύει άλλη λογική. “Σε φώναξα για να σηκώσεις το φορτίο” είπε η γριά αντικρίζοντας το θάνατο, στο μύθο του Αισώπου.
Αποφάσισα να  δοκιμάσω τη φαρμακευτική αγωγή.
Δεν σού είπα τίποτα. Από δειλία ή από φιλαρέσκεια. Δεν θα το μάθαινες εκτός αν το ξεπερνούσα ή αν...
Ήταν φρικτό.
Ήταν επώδυνο.
Ήταν αναξιοπρεπές.
Ήταν η εξαθλίωση προσωποποιημένη.
Το σώμα μου δεν με υπάκουε. Έκανα εμετό και ένοιωθα τα σωθικά μου να θέλουν να βγουν και να χυθούν έξω. Αυτό το σώμα που πάντα θεωρούσα ναό του πνεύματoς και σαν ναό  το  φρόντιζα… Που δεν το είχα ταλαιπωρήσει με καταχρήσεις… Που είχε μάθει να καταναλώνει μόνο  αγνές φυσικές ουσίες… Κι εκείνο,  ευγνώμον για την τόση φροντίδα, μ’ ακολουθούσε σε κάθε δραστηριότητα πειθήνιο, χωρίς να διαμαρτύρεται, χωρίς να αγκομαχάει, χωρίς να λαχανιάζει. Σώμα και πνεύμα  ένα ενιαίο αρμονικό σύνολο. Πώς μας το 'λεγαν στο σχολείο; “Νους υγιής εν σώματι υγιεί”.  Τώρα απορούσε με την αλλαγή στη συμπεριφορά μου. Το ανάγκαζα να δεχτεί τα πιο ισχυρά δηλητήρια κι αντιδρούσε μανιασμένα σαν ερωτευμένος που μεταμορφώνει το δυνατό του πάθος  στο πιο τρελό μίσος. Πόλεμος γινόταν μέσα μου -το ένιωθα. Και οι πόλεμοι μόνο ηττημένους έχουν.

Όμως στα διαλείμματα –γιατί υπήρχαν κι αυτά- στο τηλέφωνο ή μέσα στον υπολογιστή μου ήσουν εσύ. Δεν ξέρεις τι ανακούφιση ήσουν για μένα. Δεν μπορείς να καταλάβεις πόση στήριξη μου έδωσες μέσα στην άγνοιά σου. Σε ευγνωμονώ που υπήρξες το αντικαταθλιπτικό μου. Φαίνεται είχα υπερεκτιμήσει την περίφημη ικανότητά σου να διαβάζεις τη σκέψη μου. Ευτυχώς αυτή τη φορά δεν λειτούργησε. Ανυποψίαστος έμεινες μέχρι τέλους χωρίς να πάρεις μυρωδιά απ’ όλα αυτά τα δραματικά. Και αυτό μου έδινε φτερά.  Όταν τα μαλλιά μου είχαν πέσει, κοιταζόμουν στον καθρέφτη και αναρωτιόμουν: “Ποια είσαι;” Ήξερα όμως ότι εσύ μου μιλούσες και μου έγραφες έχοντας στο νου σου τη δεκαοκτάχρονη συμμαθήτριά σου ή έστω την περήφανη τενίστρια της φωτογραφίας που σου είχα στείλει. 

Μετά, όταν χωρίζαμε αναπολούσα τις κουβέντες μας, τα γέλια μας, τις τρυφερότητες, τα παιχνίδια. Το καλύτερο παιχνίδι ήταν το "πού ήσουν όταν...;" Πού ήσουν όταν κηρύχθηκε η δικτατορία; Πού ήσουν όταν έγινε το πραξικόπημα στην Κύπρο και η επιστράτευση; Πού ήσουν τη βραδιά του Πολυτεχνείου; Πού ήσουν τη μέρα που παντρεύτηκα; Πού ήσουν τη μέρα που γέννησα την κόρη μου; Πού ήσουν το βράδυ του μεγάλου σεισμού στις Αλκυονίδες; Πού ήσουν τη μέρα που πήρα το διδακτορικό μου; Πού ήσουν όταν έσπασα τον αστράγαλό μου;  Πού ήσουν όταν ο Παναθηναϊκός κέρδισε τον Άγιαξ στο Γουέμπλεϊ ;  Ή το άλλο παιχνίδι με τα θεάματα. Είχαμε κρατήσει κι οι δυο προγράμματα από θεατρικές παραστάσεις  με σημειωμένη επάνω την ημερομηνία που τις είχαμε δει. Ξεφωνίζαμε από έκπληξη καθώς διαπιστώναμε ότι πηγαίναμε στις ίδιες αίθουσες: στο υπόγειο του Κούν, στο ελεύθερο θέατρο, στο πειραματικό της Ριάλδη, στο θέατρο έρευνας του Ποταμίτη... Οι ημερομηνίες ήταν απογοητευτικές. Εσύ πήγαινες συνήθως στην αρχή, εγώ, πάντα συνετή, περίμενα να παγιωθούν οι κριτικές. Υπήρχε μια παράσταση που την είδαμε με διαφορά μιας μέρας: Σάββατο εσύ, Κυριακή εγώ. Απ' όλη την έρευνα που κάναμε βγήκε πως μια φορά μόνο βρεθήκαμε στον ίδιο χώρο: στην τελευταία προεκλογική συγκέντρωση του Αντρέα Παπανδρέου, στο Σύνταγμα, λίγες μέρες πριν από τις εκλογές του Οκτώβρη του '81. Αλλά τι πιθανότητα είχαμε να συναντηθούμε μέσα σ' εκείνη τη λαοθάλασσα; Παίρναμε τα ξέφτια από τις ζωές μας και τα κάναμε στημόνι και υφάδι και υφαίναμε μια κοινή ζωή. Ένιωθα ίλιγγο παρακολουθώντας τις ακροβασίες της ζωής σου κι εσύ έλεγες πως δεν έπληττες μες στην αυστηρά δομημένη δική μου ζωή.  Κι εγώ εκείνες τις στιγμές ξεχνούσα τις τιμές τη χολερυθρίνης, τον αριθμό των αιμοπεταλίων, την άνοδο του ζαχάρου και γελούσα με τα σχέδια που κατάστρωνες για να κλέβεις βιβλία από τον Ελευθερουδάκη. Το παράλογο μας ακολουθούσε πάντα. Ήμουν ερωτευμένη και βαριά άρρωστη ταυτόχρονα. Και σήμερα ακόμα –τι αισιόδοξη αντίφαση– είμαι ερωτευμένη κι ετοιμοθάνατη. 

Η χημειοθεραπεία έφερε αποτελέσματα. Όλα φάνηκαν να διορθώνονται. Αισθανόμουν καλά, το χνούδι των μαλλιών μου πήρε να μεγαλώνει σαν μωρού παιδιού, άρχισα να κάνω περιπάτους –μια φορά μάλιστα ανέβηκα και στο σκονισμένο μου ποδήλατο. Άρχισα να κάνω σχέδια. Πόσο λίγο θέλει η ελπίδα για να βάλει σε κίνηση τη ζωή! Άρχισα να πιστεύω ότι επιτέλους θα μπορούσα να σου ζητήσω μια συνάντηση. Θα μου απαντούσες: “πάντα στη διάθεσή σου” κάνοντας μια φανταστική ρεβεράντζα και θα έμοιαζε σαν να μην είχε περάσει ούτε στιγμή από το ’68. Θα φορούσα μπλουζάκι με κλειστό λαιμό –να κρύβει εντελώς το ντεκολτέ– θα πίναμε καφέ σε κάποιο κεντράκι με θέα τη θάλασσα αλλά δεν θα κοιτάζαμε τη θάλασσα. Θα κοιτάζαμε αχόρταγα ο ένας τον άλλο, αλλά δεν θα βλέπαμε τα σημάδια του χρόνου. Θα απολάμβανα το χαμόγελό σου να κατευθύνεται αποκλειστικά επάνω μου –στα μάτια ή στο στήθος δεν θα ’χε πια σημασία-  θα βύθιζα το βλέμμα μου στα γελαστά σου μάτια, θα καμάρωνα την κοντυλένια σου μύτη. Και θα γελούσαμε! Α, πώς θα γελούσαμε!


Τρίτη, 11 Φεβρουαρίου 2014

Φούγκα για δύο ασύμμετρες φωνές... εξηγήσεις


Φωτο Παναγιώτης Κούκης


»Η αλήθεια είναι πως η Αίγλη με ρωτούσε επίμονα για τη σύλληψή μου από  τη χούντα τη βραδιά που τα τανκς έσπασαν την πύλη του Πολυτεχνείου. Της είχα πει όσα μπορούσα να πω χωρίς να προδώσω το μυστικό μου. Παρέλειψα λεπτομέρειες που αναφέρονταν στην κάθε μορφής βία, στο απίστευτο ξύλο, στη βαρβαρότητα, στα βασανιστήρια –σωματικά και πνευματικά– στον καθημερινό φόβο ότι το βράδυ θα έρθουν πάλι, στα αίματα, στις μελανιές, στα πρησμένα πόδια, στην κτηνωδία. Αποσιώπησα τις απειλές, την απομόνωση, τα αποτυπώματα των τσιγάρων, τη μυρωδιά της καμένης σάρκας –αυτή η μυρωδιά δεν θα φύγει ποτέ από την ψυχή μου. Της μίλησα ωστόσο με λεπτομέρειες για τη συντροφικότητα, την αλληλεγγύη, το κουράγιο που έπαιρνα από το κουράγιο των μεγαλύτερων –23 χρόνων παιδί ήμουν–, για τους ευρηματικούς κώδικες επικοινωνίας…
-Τι θέλεις και τα σκαλίζεις; Όλα έχουν γραφτεί, όλα έχουν τραγουδηθεί. Διάβασε για τον Μουστακλή, διάβασε για τον Παναγούλη, λίγο-πολύ όλοι τα ίδια περάσαμε. Βάλε ν’ ακούσεις "τα τραγούδια του αγώνα" του Θεοδωράκη.

»Δεν της μίλησα ποτέ για κείνο το βράδυ παραμονής Χριστουγέννων του ’73. Εκείνη, ανυποψίαστη, θα γιόρταζε μέσα στην ευτυχία της άγνοιας και στη θαλπωρή της οικογενειακής σύναξης. Ο πατέρας της, κρατώντας τελετουργικά την παραδοσιακή κουλούρα, θα έφερνε τρεις βόλτες γύρο από  το τραπέζι   ψέλνοντας το:

…Δι ημάς γαρ εγεννήθη παιδίον νέον …

Ευτυχώς ο προσεκτικός υμνωδός είχε την πρόνοια να τονίσει εκείνο το “δι ημάς” αντιδιαστέλλοντάς το από το “για τους άλλους.” Γιατί εγώ φαίνεται ήμουν από τους “άλλους” και κατάλαβα πως για μένα δεν επρόκειτο να γεννηθεί Χριστός όταν άκουσα την πόρτα του κελιού ν’ ανοίγει και να μπαίνουν τρεις ορεξάτοι, βιαστικοί και εορταστικοί. Άρχισαν με μαλαγανιές:
-Δεν θα μας καθυστερήσεις, θέλουμε να κάνουμε κι εμείς Χριστούγεννα. Το ίδιο δε θέλεις κι εσύ; Μια απάντηση περιμένουμε και φεύγεις αμέσως, κύριος, και πας σπίτι σου, μέρα που ξημερώνει.

»Ποντάριζαν να με βρουν ευάλωτο λόγω της γιορτής. Δεν απαντούσα, μόνο τους κοίταζα κατ’ ευθείαν στα μάτια, μα δεν τους έβλεπα. Το βλέμμα μου τους διαπερνούσε σαν να ’ταν διάφανοι κι έμενε καρφωμένο στον απέναντι τοίχο. Όταν ψυλλιάστηκαν  πως τους αγνοούσα, εκνευρίστηκαν και το πανηγύρι άρχισε.
- Μίλα ρε πούστη, πού κρύβετε τους πομπούς;
- Μίλα ρε, θα σου κάνουμε τη μούρη κρέας.
- Μίλα ρε βυζανιάρικο, θες να μη σε ξαναπλησιάσει γυναίκα;
Άρχισαν να με  δέρνουν κι οι τρεις όπου έβρισκαν, σαν να 'μουν σάκος του μποξ. Με χτυπούσαν με μανιασμένες κλωτσιές και γροθιές που τις ένιωθα σιδερένιες. Άμαθος ήμουν και κάθε άλλο παρά ήρωας, μοναδικό μου όπλο η περιφρόνηση και το περίσσευμα αξιοπρέπειας. Προσπάθησα να βάλω σ’ εφαρμογή την προσφιλή μου μέθοδο της αφαίρεσης.
Ποιοι είναι οι τύποι των τεσσάρων εξισώσεων του Maxwell;...  Τι σημαίνει πυξ-λαξ;... Πράσιν' άλογα είναι ομόηχο του πράσσειν άλογα κι από κει προέρχεται... Πώς τέλειωνε η ταινία “το μαγαζάκι της κεντρικής οδού”;...
Κάποια στιγμή άκουσα το « κρααακ» και το αίμα τινάχτηκε σαν πίδακας από τη μύτη. Χάρηκα που πανικοβλήθηκαν κι αυτή η ευχάριστη αίσθηση ήταν η τελευταία πριν μελανιάσει ο κόσμος. Δεν ήταν συνηθισμένη πρακτική να χτυπάνε στο πρόσωπο, ωστόσο για μένα έκαναν εξαίρεση. “Τους εξόργιζε η προκλητική αρμονία του προσώπου σου”, αποφάνθηκε ο ειδικός που μου πρόσφερε ψυχολογική στήριξη τα κατοπινά χρόνια.

»Έμεινα δυο μήνες στο KΑT φρουρούμενος. Έφυγα παραμορφωμένος, μα με την ικανοποίηση πως δεν μου είχαν πάρει λέξη και πως το πνεύμα μου είχε μείνει ανέγγιχτο. Σ’ εκείνους απόμεινε η ικανοποίηση ότι μου είχαν σακατέψει το πρόσωπο, μου είχαν ρημάξει την ομορφιά. Ακολούθησε ένας  κυκεώνας πλαστικών εγχειρήσεων –ρινοπλαστική κυρίως- που όχι μόνο δεν διόρθωνε στο παραμικρό την κατάσταση, αλλά με κρατούσε στην αβεβαιότητα της αναμονής και δεν μου επέτρεπε να αποδεχτώ το αμετάκλητο και να συνεχίσω να ζω με τα νέα δεδομένα. Ώσπου πήρα την απόφαση να μην ξαναπατήσω σε χειρουργικό τραπέζι, κόντρα στις παραινέσεις των γιατρών, που επέμεναν να συνεχίσω τις προσπάθειες γιατί η επιστήμη δεν είχε ακόμα πει τον τελευταίο λόγο. Κι από τότε ηρέμησα κι εξασκήθηκα να ξυρίζομαι χωρίς καθρέφτη. Δεν παραπονιέμαι, επιλογή μου ήταν, κάποια πράγματα μπορείς να τα αποφύγεις κι άλλα όχι. Πολύ περισσότερο που η απειλή τους δεν επαληθεύτηκε.

»Αυτά τα υπέροχα πλάσματα οι γυναίκες! Δύσκολα μπορούμε, εμείς οι άντρες, να κατανοήσουμε τον ψυχισμό τους. Όταν τις πληροφορούσα για την αιτία της κακομουτσουνιάς μου -έκανα και τον δύσκολο, "τι τα θες και τα γυρεύεις", τάχα μου-, όλα τα μητρικά φίλτρα ανάβλυζαν μέσα τους, και τις μετέτρεπαν σε τρυφερές ερωμένες. Κάποιοι εξαργύρωσαν την αντιστασιακή τους δράση κερδίζοντας δημοσιότητα. (Ποτέ δεν δέχτηκα να παρουσιαστώ στα μέσα, πέρα από το φιάσκο μιας παρ’ ολίγον εμφάνισης στην τηλεόραση που ευτυχώς αποφεύχθηκε την τελευταία στιγμή). Άλλοι προχώρησαν ένα βήμα παραπέρα κι αναρριχήθηκαν –με την ψήφο του ευγνώμονος λαού– σε κυβερνητικές θέσεις. Κάποιοι εμπνεύστηκαν τραγούδια. Άλλοι έκαναν τα βιώματά τους κείμενα. Για  όλους υπήρξε κάποιο αντίδωρο. Όχι πως αυτό ήταν το κίνητρό μας τότε. Προέκυψε όμως στην πορεία. Εγώ ανταμείφθηκα πλουσιοπάροχα από τις γυναίκες. Τις χάρηκα τις γυναίκες στη ζωή μου. Το παραμορφωμένο μου πρόσωπο αντί να σταθεί εμπόδιο, αποτελούσε φωτοστέφανο που με περιέβαλε και που η χαμένη ομορφιά μου δεν θα μπορούσε να συναγωνιστεί μαζί του.

»Να... αυτά παθαίνω: παρασύρομαι και μακρηγορώ καθώς, συνειδητά και ασυνείδητα, θέλω να αποφύγω την ανάμνηση του χτες. Χτες ήταν μια από εκείνες τις χειμωνιάτικες λιακάδες –Αλκυονίδες τις λένε από παλιά– πρωί, πολύ νωρίς ακόμα. Ο πεζόδρομος της  Διονυσίου Αρεοπαγίτου, σχεδόν άδειος. Το κρύο απέτρεπε τους περιπατητές για την ώρα, μα θα έκαναν οπωσδήποτε την εμφάνισή τους αργότερα. Το φως, απαλό χάδι πάνω στις αρχαίες κολώνες, τους έδινε μια απίστευτη γλύκα. Το ίδιο φως όμως δεν μπορούσε να γλυκάνει το χρώμα των πολυκατοικιών που απρόσκλητες έκαναν την εμφάνισή τους στο οπτικό μου πεδίο. Ήταν υπερβολικά μουντό γκρίζο και καμία επίδραση δεν ήταν ικανή να αλλάξει αυτή την πραγματικότητα. Πόσες φορές είχα μελετήσει από κείνο το παράθυρο  την αλληλεπίδραση του φωτός με τα μάρμαρα! Κάθε φορά και μια διαφορετική εικόνα. Διάφανη τα πρωινά, μουντή με τη συννεφιά, δακρυσμένη με τη βροχή, μελαγχολικά λαμπερή τα φθινοπωρινά μεσημέρια, φλογισμένη τα πορφυρά ηλιοβασιλέματα, απόκοσμη στο φως των προβολέων, μαγική όταν σπάταλα τα έλουζε στο φως  τ’ ολόγιομο φεγγάρι, πάναγνη με το χιόνι. Απ’ όλες προτιμούσα εκείνη την εκτυφλωτική σκληρότητα που αποκτούσαν οι πέτρες τα καλοκαιρινά μεσημέρια όταν τις σφυροκοπούσε ανελέητα το Αττικό φως.

»Το παράθυρο του γραφείου της Αίγλης έβλεπε στη λίμνη. Μου είχε περιγράψει τη δική της πραγματεία πάνω στην επίδραση του φωτός στο χρώμα του νερού. Η σκέψη της με κέντησε και με επανέφερε σε ό,τι ήθελα να ξεχάσω. Προσπάθησα να μαντέψω. Γιατί εκείνο το απρόσωπο: κύριε Εξωτικάκη; Ποιος τρίτος έμπαινε σε μια σχέση προορισμένη αποκλειστικά για δύο;

Τίποτα δεν με είχε προϊδεάσει, δεν είχα διαπιστώσει στοιχεία φθοράς.
Κεραυνός εν αιθρία.
Ούτε καν η περίφημη διαίσθησή μου δεν με προειδοποίησε.
Καθάρισα τα γυαλιά μου.
Τέρμα με τις αναστολές.
Έπρεπε να διαβάσω το μήνυμα ό,τι κι αν ήταν αυτό.»

Κύριε Εξωτικάκη,
δεν σας γνωρίζω, αλλά υποψιάζομαι πως υπήρξατε ξεχωριστός για τη μητέρα μου. Ένα από τα τελευταία βράδια, καθώς ξαγρυπνούσα δίπλα στο κρεβάτι της, βγήκε από το λήθαργο και σε μια αναλαμπή μου ζήτησε, διστακτικά σαν κορίτσι, να σας ενημερώσω για τον θάνατό της, χρησιμοποιώντας το προσωπικό της e-mail όπου θα έβρισκα τη διεύθυνσή σας. Μου ζήτησε ακόμα να επισυνάψω ένα κλειδωμένο αρχείο που ανοίγει με τετραψήφιο κωδικό την ημερομηνία των γενεθλίων σας. Αμέσως μετά ξανακλείστηκε στη σιωπή της κι εκείνο το βράδυ συνειδητοποίησα πως το πρόσωπο που λάτρευα ως μητέρα και θαύμαζα ως επιστήμονα ήταν επίσης μια  γυναίκα που ελάχιστα γνώριζα. Παίρνω την πρωτοβουλία, πιστεύοντας πως ικανοποιώ μια μη εκφρασμένη επιθυμία της, να σας πληροφορήσω πως η κηδεία της θα γίνει αύριο στις τέσσερις το απόγευμα στον μητροπολιτικό ναό των Ιωαννίνων.
Νικολέτα  Μαυριδάκη

Συνεχίζεται...

Τρίτη, 4 Φεβρουαρίου 2014

Φούγκα για δύο ασύμμετρες φωνές... το μυστικό



Φωτο Παναγιώτης Κούκης



Ρέκβιεμ  (εκκλησιαστικό όργανο)


Η βροχή έπεφτε ορμητικά στα τζάμια και οι υαλοκαθαριστήρες, αν και δούλευαν στη μεγάλη ταχύτητα, δεν προλάβαιναν να τη σαρώσουν. Το ταξίδι προβλεπόταν δύσκολο και οι περιστάσεις το έκαναν δυσκολότερο. Ο Μιχαλιός δίπλα μου άναβε αμίλητος το ένα τσιγάρο πίσω από το άλλο. Με είχε ρωτήσει αν μπορούσα να ανεχτώ τον καπνό -και πώς να του πω όχι;- κι αυτή ήταν η μοναδική κουβέντα που ανταλλάξαμε. Του έριχνα κλεφτές ματιές με την άκρη του ματιού φροντίζοντας να μην αποσπώ την προσοχή μου από το δρόμο. Ένας Μιχαλιός αγνώριστος! Δεν ήταν τόσο η φρικτή παραμόρφωση του προσώπου του –για την οποία, ευτυχώς, με είχε προϊδεάσει από το τηλέφωνο- όσο η συνολική κατάρρευση που τον έκανε να μοιάζει με γέρο εκατό χρονών. Δεν τολμούσα να διακόψω τη σιωπή του, πάτησα μόνο το κουμπί και το αυτοκίνητο πλημμύρισε από τους ήχους της Σαραμπάντ του Μπαχ. Ήξερα πόσο τον γοήτευε ο συνδυασμός της αυστηρής μαθηματικής δομής με την χαλαρή μουσική ευαισθησία αυτού του κομματιού. Γύρισε και με κοίταξε για πρώτη φορά από τη στιγμή που κάθισε στη θέση του συνοδηγού και στο βλέμμα του διέκρινα ευγνωμοσύνη. Χάθηκα κι εγώ στις αναμνήσεις μου. Παραδόξως δεν απλώνονταν πολύ. Για την ακρίβεια μια μόνο σκέψη είχε κολλήσει στο μυαλό μου που, όσο κι αν την απόδιωχνα θεωρώντας την γελοία, εκείνη επέμενε να ξαναγυρίζει σαν το δαρμένο σκυλί. Θυμόμουνα τον εκνευρισμό που έφερνε η βροχή στην Αίγλη. “Ούτε αιλουροειδές να ήσουν”, την τσιγκλούσα. Υπήρχε λόγος: η Αίγλη των νεανικών μας χρόνων δεν συμβιβαζόταν με τα σγουρά της μαλλιά που τα προτιμούσε ίσια και αγωνιζόταν να το πετύχει χρησιμοποιώντας κάθε τερτίπι της κομμωτικής τέχνης. Το αποτέλεσμα ήταν μια εντυπωσιακά πειθαρχημένη κόμη που την εχθρεύονταν η υγρασία και πολύ περισσότερο η βροχή τείνοντας να επαναφέρουν τα πράγματα στη φυσική τους κατάσταση.  Δεν άντεχα να σκέφτομαι μια Αίγλη χωμένη σε μια υγρή τρύπα στο έδαφος με τα μαλλιά της στο έλεος της ασταμάτητης βροχής. 

Είχαμε μόλις περάσει τα διόδια της Κορίνθου όταν ο Μιχαλιός- λες και πήρε κάποιο μυστικό σύνθημα- άρχισε να μιλάει, μάλλον μονολογώντας παρά απευθυνόμενος σε μένα. Η φωνή του χαμηλή σαν ψίθυρος, άτονη, άχρωμη, ουδέτερη, κουρασμένη, ήταν μια φωνή προσωποποίηση της απελπισίας.

«Χτες –πόσοι αιώνες έχουν περάσει από χτες!- βρισκόμουν μπροστά στην οθόνη του υπολογιστή μου απορροφημένος στην ρουτίνα της πρωινής ενημέρωσης από τις ηλεκτρονικές σελίδες. Ειδήσεις ουσιαστικά δεν υπήρχαν, οι δημοσιογράφοι αναμασούσαν τα ίδια και τα ίδια για να γεμίσουν τις σελίδες. No news, good news σου λένε. Πλήξη! Ένα ηλεκτρονικό ηχητικό σήμα με επανέφερε στην ατομική μου πραγματικότητα, ενώ ταυτόχρονα ένα λευκό φακελάκι εμφανίστηκε στο δεξί μέρος της μπάρας εργασίας. Ήταν  μια ειδοποίηση πως η Αίγλη είχε αφήσει ένα e-mail. Ήταν μια πρόχειρη δική μου ευρεσιτεχνία που υπαγορεύτηκε από την αδημονία μου. Την είχα εγκαταστήσει από την πρώτη κι όλας στιγμή. Ήθελα να παίρνω τα μηνύματα της χωρίς την παραμικρή καθυστέρηση. Δεν ήταν δύσκολη κατασκευή. Όχι πως είμαι κανένας σπουδαίος χάκερ όμως, τι διάολο, ασχολούμαι με τα ηλεκτρονικά από τα οκτώ μου και με τους υπολογιστές από τότε που  δούλευαν με διάτρητες κάρτες. Θυμάμαι σαν χθες την αναστάτωσή μου –την έξαψη πιο σωστά- τον πρώτο καιρό, κάθε φορά που άκουγα τον διακριτικό ήχο. Παρατούσα ακαριαία ό,τι κι αν έκανα για να την παρακολουθώ, να νιώθω στον ίδιο –ας είναι και εικονικό- χώρο μαζί της και να πάρω το μήνυμά  της την ίδια στιγμή που εκείνη πατούσε το “αποστολή”. Αργότερα μια εταιρία ενδιαφέρθηκε να αγοράσει το λογισμικό. Θα υπήρχαν, φαίνεται, κι άλλοι ανυπόμονοι σ’ αυτό τον κόσμο!

»Φαίνεται πως είχε ανακαλύψει την κατασκοπεία μου. Δεν ήταν δα και τόσο δύσκολο. Δεν ήμουν καθόλου διακριτικός. Σαν φάντης μπαστούνι παρουσιαζόμουν μπροστά της. Ξαφνικά η συσκευή μου έπαψε να αποκρίνεται. Ένα τείχος προστασίας  στον υπολογιστή της μου απαγόρευε την πρόσβαση. Προσπάθησα να το εκπορθήσω, αλλά μάταια. Ήταν πολύ ισχυρό. Δήλωνε χαριτωμένα ανήξερη για μια τεχνολογία που ξεπερνούσε την γενιά μας, φαίνεται όμως πως τον είχε τον τρόπο της. Δεν το κουβεντιάσαμε ποτέ. Ήταν ένα από τα μικρά ανώδυνα μυστικά μας. Όταν οι αναταράξεις κατά την απογείωση σταμάτησαν και η σχέση μας εξομαλύνθηκε, κάποια μέρα το τείχος εξαφανίστηκε, έτσι απλά όπως είχε εμφανιστεί. Έτσι κι αλλιώς αυτή η “υπηρεσία ενημέρωσης” δεν είχε νόημα πια, μα δεν την κατάργησα, την κράτησα να μου θυμίζει τα παλιά. Τα παλιά! Πότε πρόλαβαν κι έγιναν παλιά; Πότε πέρασαν κι όλας δυο χρόνια; Δυο χρόνια γεμάτα στιγμές, λέξεις, πολλές λέξεις, δυο χρόνια γεμάτα θόρυβο, ένταση, συναίσθημα, δυο χρόνια γεμάτα φιλιά ηλεκτρονικά και τηλεφωνικά. Δεν την φίλησα ποτέ ζωντανά. Μόνο στα όνειρά μου... Εκεί έσκαγε μύτη πότε σαν τρυφερό κορίτσι και πότε σαν φιλήδονη γυναίκα πάντα όμως "λυμένη" και χαλαρή σαν εύπλαστο ζυμαράκι αφημένο με εμπιστοσύνη στα χέρια μου κι εγώ την γέμιζα φιλιά χωρίς να την χορταίνω. Ο ύπνος μου γινόταν ένα παραμύθι κι όταν ξυπνούσα είχα την αίσθηση της αφής της πιο ζωντανή κι από ζωντανή. Το άλλο πρωί της διηγιόμουνα με κάθε λεπτομέρεια το όνειρό κι εκείνη μου 'λεγε πως ένιωθε πεταλούδες να φτερουγίζουν στο στομάχι της σαν να ζούσε τις στιγμές μας ετεροχρονισμένα. Μα ύστερα παραπονιόταν πως δεν είμαι εντάξει που την είχα αφήσει να κοιμάται ανύποπτη ενώ συνέβαιναν όλα αυτά τα μαγικά. "Εδώ σε θέλω, μάγκα μου," έλεγε παιχνιδιάρικα "μπορείς να επέμβεις στα όνειρα μας και να τα κάνεις να ταυτοχρονιστούν;" Α, ήταν μια άλλη Αίγλη! Είχε βάλει στη μπάντα κάθε ίχνος ορθολογισμού. Ήταν η δική μου Αίγλη!

»Ολοκλήρωσα  χωρίς βιασύνη το άρθρο που διάβαζα και μπήκα στα εισερχόμενα της αλληλογραφίας μου. Διπλό κλικ στο τελευταίο μήνυμα, στιγμιαία αναμονή και...
Σεισμός!
Τα αντικείμενα στο γραφείο μου πήραν να χοροπηδάνε δαιμονισμένα. Το δωμάτιο άρχισε να γυρίζει. Το ταβάνι ήλθε καταπάνω μου να με πλακώσει, απομακρύνθηκε και πάλι ξαναγύρισε. Τα σίδερα της οικοδομής έτριζαν μ’ έναν ανατριχιαστικό ήχο. Η πρώτη γραμμή με έφερε αντιμέτωπο με όλες τις υποχθόνιες δυνάμεις: 
Κύριε Εξωτικάκη…

»Ένιωσα ανίκανος να διαβάσω παρακάτω. Σηκώθηκα από την πολυθρόνα και περπάτησα προς το παράθυρο. Σκοπός μου ήταν να κοιτάξω έξω, μα η αναστάτωσή μου ήταν τέτοια που δεν λειτούργησαν τα αντανακλαστικά μου και δεν μπόρεσα να αποφύγω τη συνάντηση με το καθρέφτισμα του προσώπου μου  στο τζάμι. Το είδωλό μου, με το οποίο σαράντα  χρόνια τώρα δεν κατάφερα  να συμβιβαστώ, το είδωλο που αγνοούσα επιδεικτικά με κοιτούσε σαδιστικά παίρνοντας εκδίκηση για την αδιαφορία που του έδειχνα, αποφεύγοντας όπως ο διάολος το λιβάνι τους καθρέφτες! Α, και να μπορούσα να γίνω ο άνθρωπος χωρίς πρόσωπο μπροστά στον καθρέφτη στον υπέροχο πίνακα του Μαργκρίτ. Δεν θα 'βλεπα τότε τη σπασμένη γρυπή μύτη, την κομματιασμένη κάτω γνάθο, το παραμορφωμένο πρόσωπο, το φάντασμα της όπερας -το μεγάλο επώδυνο μυστικό μου. Της είχα κρύψει την εικόνα μου. Στην αρχή από δειλία ή από φιλαρέσκεια. Σκόπευα να το αποκαλύψω σήμερα...αύριο...

»Τότε ήταν που δημοσίευσε εκείνη τη φωτογραφία  από το γήπεδο του τένις. Τόσο κομψή, τόσο αεράτη, τόσο αγέρωχη. Μια οπτασία! Θαρρείς δεν πατούσε στο έδαφος. Δεν ήξερε ότι την φωτογραφίζουν. Δεν κοίταζε το φακό. Όλη της η προσοχή ήταν στον στόχο της. Αυτό το κορμί! Τόσο λεπτό, τόσο καλογυμνασμένο. Τι στην ευχή, όλη τη ζωή της στα γυμναστήρια  την πέρασε; Πόσους κοιλιακούς έκανε κάθε μέρα; Τι είδους πενηντάρα ήταν αυτή; Η σύγκριση ήταν συντριπτικά εναντίον μου. Μετά από αυτό, εγκλωβίστηκα στην αποσιώπηση. Έκανα, είναι αλήθεια, κάποιες αβέβαιες προσπάθειες, κάποιους θολούς υπαινιγμούς, θέλοντας να την προειδοποιήσω, εκείνη όμως δεν ανταποκρίθηκε, δεν απόρησε τι εννοώ, δεν νοιάστηκε να αποκωδικοποιήσει τα σήματα που εξέπεμψα. Α, πόσο καλά γνώριζα, την αναλλοίωτη από τον χρόνο, ιδιότητά της να φοράει τις παρωπίδες της και να μην βλέπει πέρα από την μύτη της. Μια ιδιότητα όμως που σ’ αυτή την περίπτωση με βόλευε. Είχα ένα καλό άλλοθι για τον εαυτό μου, με όλες τις αρνητικές συνέπειες. Γιατί στην αρχή μια ζυγαριά παλαντζάριζε μέσα μου: από τη μια η αρσενική μου επιθυμία να  νιώσω τη φυσική παρουσία της, να την έχω ζωντανή δίπλα μου, να χαϊδέψει η φωνή της τ' αυτιά μου, να λάμψει ο κόσμος από το χαμόγελό της, ν' ακούσω τον ακανόνιστο χτύπο της καρδιάς της, να φιλήσω τα χείλη της κι από τη άλλη ο ανθρώπινα δικαιολογημένος φόβος της πρώτης αντίδρασης. Δεν θα μπορούσα να αντέξω το στιγμιαίο ξάφνιασμα, την ενστικτώδη οπισθοχώρηση, το αποθαρρυντικό βλέμμα, το παγωμένο ψεύτικο χαμόγελο, την προσπάθεια να κρύψει την απογοήτευση της. Μια δειλή πλευρά του εαυτού μου πάσχιζε να καθυστερήσει εκείνη τη μοναδική στιγμούλα οδύνης της πρώτης συνάντησης. Με τον καιρό, μετά από αμέτρητες εξομολογήσεις που είχαμε ανταλλάξει είχα πειστεί πως οι φόβοι μου ήταν ολοκληρωτικά αβάσιμοι αφού εκείνο που την ερέθιζε σε μένα δεν ήταν η ομορφιά μου, αλλά κάτι που κατοικούσε στο κεφάλι μου κι αυτό είχε μείνει αλώβητο –κάτι περισσότερο: είχε βελτιωθεί με τον χρόνο σαν το καλό κρασί.

»Αφέθηκα στη δική της πρωτοβουλία. Δεν έπρεπε να είσαι μάντης για να καταλάβεις πώς κι εκείνη λαχταρούσε εξ ίσου μια συνάντηση (και αυτή δεν είχε κανένα λόγο να την αποφύγει). Βολεύτηκα περιμένοντας να ανταποκριθώ στο κάλεσμά της -ανυπόμονα στην αρχή, με ήρεμη αδημονία αργότερα.Το κάλεσμα καθυστερούσε αξιοσημείωτα. Η καθυστέρηση θα έπρεπε να με προβληματίσει, να με γεμίσει ερωτηματικά μα αυτό το περίεργο στάτους κβο δεν με χάλαγε, αντίθετα απομάκρυνε ό,τι ήθελα να αποφύγω χωρίς όμως να το ματαιώνει. Φαίνεται είχε μείνει και η δική μου ιδιότητα αναλλοίωτη να γίνομαι μονόφθαλμος και βαρήκοος όταν βρισκόμουν στο περιβάλλον της. Οι Φυσικοί υποψιάστηκαν αρκετά νωρίς ότι η παρουσία του παρατηρητή επηρεάζει το πείραμα. Να ισχύει άραγε και το αντίστροφο;

»Έχουμε καιρό, σκεφτόμουν αισιόδοξα, μα δεν μπορούσα να αποφύγω ένα πικρό χαμόγελο, γιατί πώς να ξεχάσω ότι την ίδια ακριβώς σκέψη είχε κάνει κι εκείνη στην πόρτα ενός πανεπιστημιακού αμφιθέατρου τριάντα χρόνια πριν; Ευελπιστούσα, πάντως, ότι δεν θα χρειάζονταν άλλα τόσα χρόνια μέχρι να γίνει πραγματικότητα η πολυπόθητη συνάντηση. 

Συνεχίζεται...