Δευτέρα, 26 Σεπτεμβρίου 2011

Στο πανηγύρι

Το οδοιπορικό αυτό έχει δημοσιευθεί στο τεύχος 219 του περιοδικού: "ΚΟΡΦΈΣ"



Στην Ελλάδα του 2011…
Στην Ελλάδα της παγκοσμιοποίησης, της επαπειλούμενης πτώχευσης…
Στην Ελλάδα της κρίσης, της μιζέριας, της ασφυξίας, της αγανάκτησης…
Κάποιοι αντιστέκονται.
Κάποιοι επιμένουν.
Επιμένουν ελληνικά.
Επιμένουν παραδοσιακά.
Επιμένουν όχι ν’ αναβιώνουν μια γιορτή σαν είδος μουσειακό ή φολκλορικό ή πολύ περισσότερο τουριστικό.
Επιμένουν να βιώνουν ένα πανηγύρι όπως το βίωσαν μαζί με την προηγούμενη γενιά , που κι αυτή το κληρονόμησε από την προηγούμενη…  και που η διαδοχή χάνεται στο βάθος των χρόνων.

Ο ντόπιος οδηγός μας, ο Μανώλης, ήταν κατηγορηματικός: « δεν θα έχετε γνωρίσει το νησί και τους ανθρώπους του αν δεν έλθετε στο πανηγύρι του Αϊ- Γιάννη. Φροντίστε μόνο  να είστε διακριτικοί.  Οι επισκέπτες είναι καλοδεχούμενοι όσο σέβονται τους τοπικούς κώδικες επικοινωνίας. Ο πατέρας, που καμαρώνει γιατί η κόρη του θα χορέψει ντυμένη με την παραδοσιακή γιορτινή φορεσιά, έχει αυξημένες ευαισθησίες. Έχω δει να πετάνε δημοσιογράφους σηκωτούς μαζί με τις κάμερές τους.»

Δευτέρα, 19 Σεπτεμβρίου 2011

Το μόνον της ζωής του συλλαλητήριον



Τι λαός!
Χρειάστηκε να νιώσουμε στο πετσί μας κάτι παραπάνω από ένα χρόνο τους όρους του μνημονίου…
Χρειάστηκε να πλουτίσει το λεξιλόγιό μας με καινούργιες λέξεις: τρόικα, διεθνές νομισματικό ταμείο, ευρωπαϊκή τράπεζα, οίκοι αξιολόγησης…
Λέξεις που τις αναλύσαμε διεξοδικά - σχεδόν τις διηθήσαμε - ξαπλωμένοι αναπαυτικά σε πολυθρόνες μπαμπού, ρουφώντας ηδονικά  φρεντοτσίνο, στις ανά την χώρα καφετέριες…
Χρειάστηκε να βρεθούμε μπροστά στο πιεστικό δίλημμα: επιστροφή στη δραχμή ή παραμονή στην ευρωζώνη; Για το οποίο διαφωνήσαμε μέχρις εσχάτων τσουγκρίζοντας ποτήρια  παγωμένης μπύρας – εισαγωγής κατά προτίμηση…
Χρειάστηκε, πάνω απ’ όλα, να μάς θίξουν το εθνικό συλλογικό φιλότιμο οι εξυπνάκηδες Ισπανοί μ’ εκείνο το ευφυολόγημα: « μην κάνετε φασαρία, θα ξυπνήσουν οι Έλληνες!»

Για μένα το είπες, ρε, αυτό; Ξέρεις ποιος είμαι εγώ; Θέλεις να σού θυμίσω τις επαναστατικές μου περγαμηνές; 

Δευτέρα, 12 Σεπτεμβρίου 2011

Όνειρο


Ακρογιαλιά στο Πήλιο
Είχαν καβγαδίσει πάλι.
Όχι πως ήταν ασυνήθιστο φαινόμενο.
Κάποιο διαβολάκι μέσα της έβρισκε ευχαρίστηση να τον τσιγκλάει, κι εκείνος πάλι  τα έπαιρνε όλα πολύ στα σοβαρά, θύμωνε, αντιδρούσε χολωμένα και κάποτε γινόταν βίαιος.
Παιδιαρίσματα!
Η λογική τούς προειδοποιούσε ότι τέτοια συμπεριφορά δεν ταιριάζει σε ενήλικες.

Μα…

Κυριακή, 4 Σεπτεμβρίου 2011

Τα τρία τηλεφωνήματα που ποτέ δεν έγιναν τέσσερα

Το τηλέφωνο χτύπησε. 
Και  δεν ήταν για καλό. 
Μέσα  από πολλές παύσεις κι αναφιλητά, ξέπνοη η μάνα κατάφερε να την πληροφορήσει ότι ο πατέρας είχε γλιστρήσει από την ελιά, που ανέβηκε να ραβδίσει, κι είχε χτυπήσει άσχημα. 
Η μανούλα της – η κυρά Λένη με τ’ όνομα - ήταν από τις γυναίκες εκείνες που είχε στο νου του ο Μάνος Ελευθερίου όταν έγραφε:



            Το σεργιάνι μας στον κόσμο
           Ήταν δέκα μέτρα γης.
           Όσο πιάνει ένα σπίτι
           Και ο τοίχος μιας αυλής.


Κυρά κι αφέντρα στο σπιτικό τους, κουμαντάριζε με αγαθή πονηριά τον άντρα της, έραβε ρούχα για τις δυο κόρες της – να πηγαίνουν  καλοντυμένες στην εκκλησιά, να τις καμαρώνει το χωριό – και περηφανευόταν ότι η αυλή της είχε τις ομορφότερες βιολέτες του χωριού  που η ίδια διασταύρωνε με τέχνη, υπομονή και φαντασία.
Πέρα όμως από τον μαντρότοιχο της αυλής τους ένιωθε αμήχανη, σαν ψάρι που ξενέρισε. Ο έξω κόσμος, της φαινόταν πολύ σκληρός για να τον αντιμετωπίσει. Ούτε λόγος πως θα μπορούσε να πάει στην Χώρα, στο νοσοκομείο, να συνεννοηθεί με τους σπουδαίους γιατρούς που μιλάνε εκείνη  την περίεργη γλώσσα. Μόνο με την Παναγιά μπορούσε να κουβεντιάζει, γιατί εκείνη δεν είναι σπουδαγμένη και καταλαβαίνει την γλώσσα των απλών. 
Είχε εμπιστοσύνη στη μάνα του Χριστού αλλά μέσα της δούλευε και το: « Άγιε Νικόλα βόηθα με, κούνα κι εσύ τα χέρια σου». Θα ησύχαζε μόνο όταν η μεγάλη κόρη της, που – δεν μπορεί – θα εμφανιζόταν από στιγμή σε  στιγμή σαν σίφουνας, ν’ ανασκουμπώσει τα μανίκια με τον δυναμισμό της , να ξορκίσει  το κακό με την  αισιοδοξία της, να βάλει τα πράγματα σε τάξη με την καπατσοσύνη  της, να σηκώσει το βάρος στους λεπτοκαμωμένους ώμους της, να φέρει πίσω τον ξεροκέφαλο άντρα της γερό και δυνατό, μα μ’ ένα κουκούτσι μυαλό παραπάνω, να μην ξανακάνει κουτουράδες θαρρώντας πως είναι ακόμα τζόβενο.