Τετάρτη, 25 Σεπτεμβρίου 2013

Φούγκα για δύο ασύμμετρες φωνές... μέντιουμ;


Φωτο Παναγιώτης Κούκης
Η Αίγλη δεν είχε την παραμικρή ιδέα για όλες αυτές τις λεπτομέρειες της αντιστασιακής δραστηριότητας του Μιχαλιού.
Η Αίγλη έλειπε από τα γεγονότα. 
Αλλού βρισκόταν κι άλλα φρόντιζε. 
Όχι τοπικά αλλού, κάθε άλλο. 
Για πολλά χρόνια έκαναν κύκλους γύρο από τους ίδιους δρόμους, έμπαιναν στα ίδια φοιτητικά στέκια, σύχναζαν στα ίδια καφέ χωρίς ποτέ να συναντηθούν, ούτε από σύμπτωση. Δεν είναι απίθανο, την ώρα που ο Μιχαλιός βρισκόταν στην Ελληνοαμερικανική Ένωση παρακολουθώντας προβολή ταινιών, η Αίγλη να διάβαζε στο αναγνωστήριο του ίδιου κτιρίου που βρισκόταν σε άλλον όροφο. Ή πάλι, πέντε λεπτά αφού η χαμηλών τόνων παρέα της είχε αφήσει το καφέ Φλοράλ στα Εξάρχεια, η δική του παρέα να κατέφθανε φασαριόζα για τη νυχτερινή βάρδια. Και σίγουρα τις ώρες που ο Μιχαλιός ζούσε την κατάληψη της Νομικής στο νούμερο 57 της Σόλωνος, οι φωνές από την ταράτσα έφταναν στο γραφείο της Αίγλης, που βρισκόταν τρία τετράγωνα παρακάτω  στο 104 της Σόλωνος –χωρίς βέβαια να μπορεί να ξεχωρίσει τη δική του, αλλά κυρίως χωρίς να την απασχολήσει αν κάποια από τις φωνές ήταν δική του. 

Τρίτη, 17 Σεπτεμβρίου 2013

Φούγκα για δύο ασύμμετρες φωνές... η Νομική


Φωτο Παναγιώτης Κούκης

Οι εγκέφαλοί της πονοκεφάλιαζαν να βρουν τρόπο να κόψουν τo κεφάλι του φοιτητικού κινήματος.  Πώς όμως να παροπλίσουν  τα πιο δυναμικά στοιχεία κάθε σχολής; Αρχές του ’73 έπεσε σαν βόμβα στις φοιτητικές παρέες η είδηση της στράτευσης 73 φοιτητών που είχαν προσεκτικά ξεδιαλεχτεί. Η πρόσκληση κατάταξης ανέφερε πως η συμπεριφορά τους απάδει προς τη φοιτητική ιδιότητα, πως ασχολούνται με αλλότρια και όχι με τις σπουδές τους και ως εκ τούτου διακόπτεται η αναβολή στράτευσης και καλούνται να παρουσιαστούν άμεσα στις μονάδες νεοσυλλέκτων. Θέλοντας και μη στάλθηκαν πακεταρισμένοι και ξυρισμένοι με την ψιλή στα στρατόπεδα. Η μεθόδευση ήταν καλή, δεν υπολόγισε όμως τις ανθρώπινες σχέσεις. Κάθε στρατευμένος άφηνε πίσω μια ερωτευμένη ομοϊδεάτισσα, πικραμένη,  ικανή να τα βάλει με μια λεγεώνα για να φέρει πίσω τον καλό της. Άφηνε και φίλους αγανακτισμένους και πεισμωμένους. Το θέμα δεν ήταν πια μόνο ιδεολογικό. Είχε γίνει προσωπικό κι αυτό δεν πολεμιέται εύκολα.

 Οι συνελεύσεις στη Νομική Σχολή έγιναν καθημερινή συνήθεια. Από το κεφαλόσκαλο της κεντρικής σκάλας του ισογείου του κτηρίου η μικροκαμωμένη ασχημούλα φοιτήτρια –που όσο μπόι της έλειπε τόσο πύρωμα είχε ο λόγος της- και το ομορφόπαιδο από τη Σίφνο μάγευαν το φοιτητόκοσμο που τους άκουγε και τον έκαναν να ονειρεύεται έναν καλύτερο κόσμο σε μια ελεύθερη και δημοκρατική πατρίδα και να αισθάνεται πώς είχε έλθει το πλήρωμα του χρόνου να παραλάβει τη σκυτάλη των αγώνων από τους Λαμπράκηδες και να εξεγερθεί κατά της χούντας που στη συνείδηση του είχε ταυτιστεί με κάθε τι αντιδημοκρατικό που είχε συμβεί  στη χώρα. Η φοιτητική νεολαία είχε ξεσηκωθεί όχι μόνο για την κατάλυση της δημοκρατίας, αλλά και για τους εξόριστους στα ξερονήσια, τη λογοκρισία του Τύπου, την απαγόρευση της μουσικής του Μίκη… Είχε πια λόγους να επαναστατεί και για όλο το παλιότερο άδικο: τη δολοφονία του Λαμπράκη, τους δοσίλογους της Κατοχής και τους ταγματασφαλίτες που μετά την απελευθέρωση ήρθαν στα πράγματα, όχι μόνο παραγκωνίζοντας, αλλά και κατατρέχοντας τους αληθινούς αγωνιστές κατά των Γερμανών κατακτητών.

Η κατάληψη της Νομικής τον Φλεβάρη του ’73 δεν ήταν έκπληξη, για όσους μπορούσαν να βλέπουν. Έπεσε χωρίς κρότο σαν ώριμο φρούτο σε μαλακό χώμα. Το αρχικό αίτημα των φοιτητών που συγκεντρώθηκαν στην ταράτσα ήταν η επιστροφή των στρατευμένων, μα στην πορεία τα αιτήματα πολλαπλασιάστηκαν και τα συνθήματα πολιτικοποιήθηκαν. Δίπλα στις ακαδημαϊκές ελευθερίες οι φοιτητές διεκδικούσαν σκέτη ελευθερία και δεν δίστασαν να βάλουν στην πρόσοψη του κτιρίου επί της Σόλωνος ένα τεράστιο πανό που βροντοφώναζε την απαγορευμένη λέξη γραμμένη με κεφαλαία γράμματα. Εκεί στην κατάληψη της Νομικής ήταν που για πρώτη φορά αποκαλύφθηκε ότι το φοιτητικό κίνημα δεν ήταν απομονωμένο. Για πρώτη φορά μέσα στα έξι χρόνια χούντας αναστατώθηκε το κέντρο της Αθήνας με τις φωνές των φοιτητών για ελευθερία και δημοκρατία. Επιτέλους κάποιοι τόλμησαν να εξεγερθούν και να απαιτήσουν τα αυτονόητα. Κι αυτό άρεσε στον κόσμο που κατέφθανε στην οδό Ακαδημίας και στα πέριξ για να τους ακούσει. Και κάθε μέρα γίνονταν και περισσότεροι και οι μεν και οι δε.

Η Ανθούλα ήταν στις μέρες της, μα υποσχέθηκε στον Μιχαλιό πως θα κρατιόταν μέχρι να τελειώσει το πανηγύρι. Εκείνος δίσταζε μα εκείνη επέμενε πως δεν έπρεπε να το χάσει με κανένα τρόπο. “Κάποια πράγματα μπορούν να περιμένουν και κάποια όχι”, του είπε ξεπροβοδίζοντάς τον. Εκείνη τη νύχτα ο Μιχαλιός έζησε, παρέα με τους τρεις χιλιάδες καταληψίες, το μεθύσι της απόλυτης ελευθερίας. Υπήρχαν κάποιοι που για πρώτη φορά διανυκτέρευαν έξω από την πατρογονική εστία και ζούσαν το αδιανόητο. Υπήρχαν άλλοι που οι γονείς τους κοιμόνταν τον ύπνο του δικαίου  στην επαρχία με την αμεριμνησία της άγνοιας. Κι άλλοι που ήξεραν πως οι γονείς ξαγρυπνούσαν αλαφιασμένοι πάνω από το τηλέφωνο. Η περίπτωση του Μιχαλιού ήταν σίγουρα μοναδική. Όλοι όμως ήταν μια γροθιά. Την έλλειψη εμπειρίας εξισορροπούσε το πάθος και η ορμή του νεοφώτιστου. Κανείς δεν κοιμήθηκε εκείνο το βράδυ. Ατέλειωτες οι συζητήσεις. Αμέτρητες οι προτάσεις για το παραπέρα. Από ρεαλιστικές ως ανεδαφικές, από συνετές ως παρανοϊκές. 

Καινούργια πρόσωπα έμπαιναν στη ζωή τους. 
-Πού σε γνωρίζω εσένα;
-Από τη συνέλευση της Σχολής μήπως;
-Ποιας Σχολής;
-Της Φιλοσοφικής.
-Μάλλον όχι. Πώς σε λένε;
-Αγγελική
-Ε, τώρα πια γνωριστήκαμε
Ένας διάχυτος ερωτισμός έδινε χρώμα στις γκρίζες αίθουσες κι η μυρωδιά του γινόταν ένα με την οσμή Ιστορίας που απέπνεαν τα γεγονότα που οι ίδιοι δημιουργούσαν. Νιάτα, πίστη σε ιδανικά, ενθουσιασμός, έρωτας, επανάσταση… Τι απίστευτο χαρμάνι!
-Φοβάσαι;
-Λίγο.
-Έλα πιο κοντά. Ο φόβος τρέμει την αγκαλιά.
Οι συνθήκες άνοιγαν τις καρδιές. Δεν χρειαζόταν χρόνος ή τέχνη για να αποκαλυφθεί η ανθρώπινη φύση. Κανείς δεν νοιαζόταν να κρυφτεί, όλοι ήταν ανοιχτοί και μπορούσες να διακρίνεις τον καιροσκοπισμό και τη φιλοδοξία να πηγαίνουν χέρι-χέρι με τον ηρωισμό και τον αγνό ιδεαλισμό.

Ο Μιχαλιός δεν διεκδίκησε κάποια θεσμική ιδιότητα. Δεν ήταν στην συντονιστική επιτροπή, ούτε στις επιμέρους επιτροπές περιφρούρησης, δημοσίων σχέσεων ή καθαριότητας. Όμως στοίχειωνε σαν ξωτικό όλους τους χώρους. Αεικίνητος, πότε βρισκόταν στην ταράτσα να φωνάζει συνθήματα, πότε κατέβαινε κάτω να εμψυχώνει, να συζητάει -κι ήταν πολλοί εκείνοι που λογάριαζαν τις απόψεις του-, πότε άρπαζε τη σφουγγαρίστρα, πότε έβαζε τις φωνές - όταν διαπίστωνε ολιγωρία ή υποτονικότητα.

Οι πρυτανικές αρχές ανέχθηκαν σιωπηλά την κατάληψη και ξεκίνησαν διαπραγματεύσεις με τους καταληψίες και την αστυνομία που αποδείχτηκαν μαραθώνιες. Το πανεπιστημιακό Άσυλο ήταν το δυνατό χαρτί των φοιτητών μα φαίνεται πως υπήρξε τρόπος να παρακαμφθεί. Γιατί ενώ οι διαβουλεύσεις συνεχίζονταν η αστυνομία κατέφθασε ουρανοκατέβατη στην ταράτσα κι άρχισε να δέρνει απωθώντας βίαια τους φοιτητές στις σκάλες. Ακολούθησε πανικός, σύγχυση κι ένας απίστευτος συνωστισμός καθώς οι φοιτητές όρμησαν κατά κύματα να βρουν διέξοδο προς τα κάτω. Το μάτι του Μιχαλιού πήρε την πλάτη της Αγγελικής στο προπορευόμενο γκρουπ να κατεβαίνει παρασυρμένη από τη ροή. Ξαφνικά την είδε να χάνει την ισορροπία της, να παραπαίει και κάποια στιγμή να εξαφανίζεται πέφτοντας με ορμή πάνω στους προπορευόμενους. Μια τρύπα άνοιξε που ρούφηξε και τους επόμενους καθώς στάθηκε αδύνατο να φρενάρουν ακαριαία. Θα  ποδοπατηθούν, σκέφτηκε με τρόμο ο Μιχαλιός και προσπάθησε ν’ ανοίξει δρόμο με τις γροθιές του να προσεγγίσει το σημείο από το πλάι. Καθώς πλησίαζε διέκρινε το λαδί μπουφάν της καταπλακωμένο από το σώμα ενός νεαρού που δεν της άφηνε περιθώριο να κινηθεί καθώς της είχε ακινητοποιήσει χέρια και πόδια ανίκανος κι ο ίδιος να αντιδράσει. Και σαν να μην έφτανε που την ένιωθε να κινδυνεύει από ασφυξία, βλέπει και τον αστυνομικό που σκύβει δίπλα της με αδιευκρίνιστες διαθέσεις. Μα τι κάνει; απόρησε ο Μιχαλιός. Ο τύπος στα φανερά την έβριζε αισχρά κι έκανε πως τη δέρνει μα στην πραγματικότητα την περίμενε να σηκωθεί κι επειδή εκείνη δεν τα κατάφερνε από μόνη της έδωσε κι ένα στιγμιαίο χέρι βοήθειας κοιτάζοντας ταυτόχρονα γύρο του μη βρει το μπελά του. Εκείνη έψαχνε απεγνωσμένα το  παπούτσι της που είχε βγει πάνω στην ταραχή και μόνο όταν το φόρεσε κι άρχισε να τρέχει ο αστυνομικός ξαμολήθηκε ξοπίσω της. Μα στο μεταξύ είχε φτάσει και ο Μιχαλιός που την άρπαξε σφιχτά από το χέρι και μαζί κουτρουβάλησαν με ασφάλεια τις σκάλες και κατευθύνθηκαν προς την έξοδο όπου ανακατεύτηκαν με το πλήθος που είχε συγκεντρωθεί προστατευτικό για να θολώσει τα νερά.
-Είσαι καλά;
-Μου φαίνεται απίστευτο που αναπνέω. Αν το ένστικτο δεν με είχε σπρώξει να δαγκώσω τον άγνωστο που μου είχε κλείσει στόμα και μύτη θα είχα πάει από ασφυξία. Νομίζω πως θα ζήσω την υπόλοιπη ζωή μου μ’ ένα αίσθημα κλειστοφοβίας.
Είχαν φτάσει στην Ακαδημίας κι εκείνη πρόσεξε το αστικό λεωφορείο έτοιμο να φύγει για  Ζωγράφου. Το είδε σαν καταφύγιο σωτηρίας κι έτρεξε να το προλάβει. Καθώς ξεκινούσε είδε το χέρι της να τον χαιρετάει από μέσα. Χαμογέλασε κι έτρεξε στο πιο κοντινό  περίπτερο να τηλεφωνήσει στο σπίτι. Η Ανθούλα δεν ήταν εκεί. Από τη γραμματεία του μαιευτήριου έμαθε για τη γέννηση των δίδυμων. Κάποια πράγματα μπορούν να περιμένουν και κάποια όχι. Η μοναδική εμπειρία της Νομικής του στέρησε τη μοναδική εμπειρία της γέννησης των παιδιών του.

Ύστερα τα πολιτικά γεγονότα πήραν ρυθμό χιονοστιβάδας. Το αποτυχημένο κίνημα του ναυτικού τον Μάιο, το μνημόσυνο του Παπανδρέου στις αρχές Νοεμβρίου, η επιστροφή των στρατευμένων φοιτητών τον Νοέμβριο. Αποκορύφωμα: η κατάληψη του Πολυτεχνείου, ο ήχος των ερπυστριών, η εμπροσθοφυλακή των φοιτητών σκαρφαλωμένη στα κάγκελα της πύλης που συνθλίβεται, η σημαία που κάνει μια θεαματική πτώση, οι έγκλειστοι που βγαίνουν έξω από τον περίβολο δεμένοι αλυσίδα χέρι-χέρι γνωστοί και άγνωστοι, οι κλούβες της Αστυνομίας που περιμένουν να τους περιμαζέψουν στις εξόδους. Ο Μιχαλιός βγήκε από τους τελευταίους. Ίσως γι αυτό η κλούβα που βρισκόταν μπροστά του είχε γεμίσει ασφυκτικά. Το φώναζαν οι μπάτσοι "δεν χωράει άλλους… δεν χωράει άλλους". Άρπαξε την ευκαιρία κι άρχισε να τρέχει προς την πλατεία Εξαρχείων. Φτάνοντας εκεί, είδε τσούρμο τους αστυνομικούς που έρχονταν φωνάζοντας απ' όλους τους δρόμους που κατέληγαν στην πλατεία. Κοντοστάθηκε για μια στιγμή παγιδευμένος κι αναποφάσιστος που να κατευθυνθεί. Άκουσε τις φωνές κάποιων περιοίκων της πλατείας, που από τα μπαλκόνια των πολυκατοικιών φώναζαν "ελάτε εδώ… σας ανοίγουμε την πόρτα". Άκουσε τον ηλεκτρικό σφυριχτό ήχο της βαριάς σιδερένιας πόρτας της οδού Κωλέττη, εκεί που άρχιζε η ανηφόρα. Ένα σωτήριο δάχτυλο πατούσε παρατεταμένα το κουμπί του θυροτηλέφωνου. Ένα σπρώξιμο και θα ήταν ασφαλής μέσα σε κάποιο σαλονάκι από κείνα που φιλοξένησαν εκείνη τη μακριά νύχτα πολλούς χλομούς φοιτητές. Δεν πρόλαβε. Ένιωσε το βαρύ χέρι να τον αρπάζει από τον ώμο. Συνελήφθη και οδηγήθηκε στα μπουντρούμια  της ΕΣΑ. Πήρε εξιτήριο από το ΚΑΤ δύο μήνες αργότερα.
Και μετά σιωπή!
Εκκωφαντική σιωπή!
Ο φάκελός του από κει και πέρα ήταν λευκότερος κι από περιστέρι!


Τρίτη, 10 Σεπτεμβρίου 2013

Φούγκα για δύο ασύμμετρες φωνές... ΕΚΙΝ



Φωτο Παναγιώτης Κούκης

Εκεί κατά τα μέσα του ’70  το αντιστασιακό κίνημα έμοιαζε να βυθίζεται σε τέλμα καθώς η χούντα έπαιρνε το πάνω χέρι έχοντας εξαρθρώσει τη μια μετά την άλλη τις αντιδικτατορικές οργανώσεις. Οι αριστεροί, μπροστάρηδες από συνήθεια σε κάθε αγώνα, τσακισμένοι από την ήττα στον εμφύλιο, καταπτοημένοι από τις διώξεις του παρακράτους που ακολούθησε, συνήθεις ύποπτοι για τις διωκτικές αρχές της χούντας έδειχναν κουρασμένοι, ανίκανοι να συνεχίσουν να κρατούν ψηλά τη σημαία του αγώνα. Τότε ακριβώς μια ομάδα φοιτητών από διάφορες σχολές ποντάρισε στη νόμιμη πάλη κατά του καθεστώτος και ίδρυσε την Ελληνοευρωπαϊκή Κίνηση Νέων. Η ΕΚΙΝ δεν ήταν πολιτική-κομματική οργάνωση, αλλά κοινωνική-πολιτιστική καθ' όλα νόμιμη κι αυτό συσπείρωνε στις εκδηλώσεις της τον φοιτητόκοσμο χωρίς φόβο και πάθος. Ο Μιχαλιός τους είδε με πολύ σκεπτικισμό· δεν του γέμισαν το μάτι από την αρχή. Ήταν άκαπνοι, άμαθοι από αγώνες, καλομαθημένα βουτυρόπαιδα, γόνοι μεγαλοαστικών οικογενειών –με γονείς εφοπλιστές, υψηλόβαθμους αξιωματικούς με κάπως πιο φιλελεύθερες αντιλήψεις, αυλικούς... Όχι πως συμφωνούσε με τους υπεραριστερούς που  τους κατηγορούσαν για  προδότες και πως έπαιζαν το παιχνίδι του δικτάτορα ενισχύοντας το δημοκρατικό προσωπείο που ήθελε να παρουσιάζει στο εσωτερικό και στο εξωτερικό. Δεν αμφισβητούσε τις καθαρές προθέσεις τους, ήταν καλά παιδιά φανερά επηρεασμένα από τα φοιτητικά κινήματα της Δύσης –τα απόνερα του Γαλλικού Μάη έφτασαν με καθυστέρηση στα ελληνικά Πανεπιστήμια– αλλά δεν είχε κάτι να περιμένει από αυτούς. Ήταν ολοφάνερο πως η χούντα, που τους θεωρούσε σάρκα από τη  σάρκα της, θα τους άφηνε να παίξουν το παιχνιδάκι της αντιπαράθεσης, σίγουρη πως δεν θα ξεπερνούσαν κάποιες κόκκινες γραμμές και στην αντίθετη περίπτωση, αν γίνονταν ενοχλητικοί, δεν θα είχε δυσκολία να  τους καπελώσει.

Τρίτη, 3 Σεπτεμβρίου 2013

Φούγκα για δύο ασύμμετρες φωνές... ο συγγραφέας



Φωτο Παναγιώτης Κούκης

Εκείνο το βραδάκι ο Μιχαλιός ανηφόριζε τη Μασσαλίας με προορισμό το κτίριο της Ελληνοαμερικανικής Ένωσης στο νούμερο 22. Οι αντιστασιακοί είχαν χίλιους μύριους λόγους να βλέπουν την Αμερικανική εξωτερική πολιτική σαν κόκκινο πανί,  πρώτιστα για την πολιτική κάλυψη που πρόσφερε στη χούντα, μα η Ένωση ήταν νεανικό στέκι για τους ψαγμένους φοιτητές που είχαν ανακαλύψει στο ζεστό, καθαρό, πολιτισμένο περιβάλλον του αναγνωστήριου ένα χώρο πολύ φιλικότερο από τις αντίστοιχες απρόσωπες, άχρωμες αίθουσες της πανεπιστημιακής Λέσχης στην Ιπποκράτους. Η Ένωση ήταν πόλος έλξης και για άλλους λόγους καθώς συχνά-πυκνά διοργανώνονταν εκεί πολιτιστικά δρώμενα που ήταν πραγματική όαση  για το πνευματικά άνυδρο  τοπίο της εποχής μια και οι εκπρόσωποι της διανόησης, που θα είχαν κάτι να πουν, και οι καλλιτέχνες, που θα μπορούσαν να εμπνεύσουν, βρίσκονταν υπό διωγμόν.