Τρίτη, 26 Νοεμβρίου 2013

Φούγκα για δύο ασύμμετρες φωνές... έρωτας και θάνατος


Φωτο Μαρδίτσα Σιβίλια


Τέλος, η Αίγλη έγινε κατακόκκινη ως τις ρίζες των μαλλιών.

Όχι, η ταραχή της  δεν οφειλόταν καθόλου στην αναστάτωση που είχε προκαλέσει η επεισοδιακή της εμφάνιση. Εκείνο το σκοτεινό αγορίστικο βλέμμα ήταν που την είχε συγκλονίσει. Αν συμπύκνωνε όλες τις νύχτες της ζωής της, δεν θα κατάφερνε να συγκεντρώσει το σκοτάδι εκείνης της ματιάς. Καθόλου περίεργο. Το κυρίαρχο χρώμα επάνω του ήταν σκοτεινό μαύρο. Το λεπτό στενόμακρο πρόσωπο, σαν φιγούρα που ξεπήδησε από πίνακα του Ελ Γκρέκο,  σκεπαζόταν από σκούρο μελαχρινό δέρμα που τον έκανε να μοιάζει με εβένινο άγαλμα. Οι ίριδες των ματιών, που δεν ξεχώριζαν από τις κόρες φτιάχνοντας έτσι ένα ενιαίο σύνολο, έμοιαζαν με δυο πελώριες σταγόνες κατράμι. Τα κατάμαυρα μαλλιά, μια ιδέα πιο μακριά απ'ότι επιτρεπόταν σε μαθητές, κατέληγαν σ' ένα τσουλούφι που κάλυπτε το μεγάλο μέτωπο και που ταίριαζε γάντι με το επώνυμό του ( η Αίγλη δεν τον αποκάλεσε ποτέ με ένα από τα δύο βαφτιστικά του ονόματα. Πάντα μιλούσε για τον Τσουλούφη ή με μια ανεπαίσθητη τρυφερότητα για το Τσουλούφι.) Μα η σκοτεινιά που την αναστάτωσε σ' εκείνο το πρώτο τους αντάμωμα δεν είχε να κάνει με το χρώμα, αλλά με το παράπονο.Το 'νιωσε με μιας το σκοτεινό "κατηγορώ" του γιατί τον είχε διακόψει από κάποια εσωτερική μέθεξη, γιατί τον είχε ξυπνήσει από κάποιο μεθυστικό όνειρο, γιατί τον είχε αποσπάσει από κάποιο άλλο σύμπαν, γιατί τον είχε προσγειώσει ανώμαλα στη γη. Του πήρε κάποια δευτερόλεπτα να συνέλθει και αμέσως μετά χαμογέλασε μ’ ένα πλατύ χαμόγελο και το σκοτάδι διαλύθηκε σαν να ξεπρόβαλε ο ήλιος. Το τεράστιο ασπράδι του βολβού των ματιών άστραψε και φάνηκε πάλλευκο μέσα σ’ όλη τη μαυρίλα. Κούνησε χαρούμενα  το κεφάλι σε ένα νεύμα χαιρετισμού με την οικειότητα του συμμαθητή. Το άλλο κι όλας πρωί ανακάλυψε πως όντως ήταν συμμαθητές και στο σχολείο. Δεν είχε προλάβει ακόμα να συνειδητοποιήσει την καινούργια σύνθεση της τάξης που είχε φέρει η ανακατανομή μαθητών από τα δημοτικά σχολεία στην πρώτη τάξη του μοναδικού Γυμνασίου. Ίσως πάλι να είχε παίξει το ρόλο της και η γνωστή ιστορία: πρώτο θρανίο εκείνη, τελευταίο εκείνος.

Τρίτη, 19 Νοεμβρίου 2013

Φούγκα για δύο ασύμμετρες φωνές...μια μαντολινάτα

Φωτο Παναγιώτης Κούκης





Θέμα
(Μαντολίνα, Κιθάρες, Μαντόλες κι ένα Κοντραμπάσο)



Από πού να πιάσει την κλωστή για να πλέξει την ιστορία της πρώτης της αγάπης; Σε ποιο σημείο του χωροχρόνου ήταν θαμμένες οι ρίζες της; Ποιες συγκυρίες δούλεψαν υπόγεια για να ’ρθει το μαγικό αντάμωμα που, κάτω από άλλες συνθήκες, μπορεί να μην είχε συμβεί ποτέ; Πότε δρομολογήθηκαν οι διεργασίες που την έμαθαν να κοκκινίζει, να καρδιοχτυπά, να μελαγχολεί -κι εκεί που δακρύζει, μ’ ένα ελαφρό σκούντημα ν’ απογειώνεται στους εφτά ουρανούς;

Τρίτη, 12 Νοεμβρίου 2013

Φούγκα για δύο ασύμμετρες φωνές... μια φωτογραφία για εξώφυλλο

Φωτο Παναγιώτης Κούκης

Ο Άγγελος σκηνοθέτησε με το μεράκι επαγγελματία. Την ξάπλωσε μαλακά στην άκρη του κρεβατιού, επιμελήθηκε το λευκό σεντόνι δημιουργώντας ζάρες με επιμελημένη ατημελησία έτσι που να φαίνεται χρησιμοποιημένο, πήγε ως το ψυγείο και γύρισε με μια χούφτα παγάκια. Ακούμπησε ένα πάνω στη ρώγα. Μια ανατριχίλα την συνεπήρε στο παγωμένο άγγιγμα κι αντανακλαστικά η ρώγα ορθώθηκε και πήρε ένα σκούρο βυσσινί χρώμα ενώ η άλως, σε πιο ανοιχτή απόχρωση, γέμισε μικρά κομπαλάκια. Ο Άγγελος εστίασε με τη μηχανή. Δεν έμεινε ικανοποιημένος. Έσκυψε κι έγλυψε τρυφερά τη διογκωμένη θηλή. Εκείνη ανταποκρίθηκε ερήμην της Αίγλης που παρακολουθούσε την όλη διαδικασία αμέτοχη, σαν όλα να γίνονταν σ’ ένα ξένο σώμα πιο παγωμένη από τα παγάκια που είχαν αρχίσει να λιώνουν αργά στο μπολ πάνω στο κομοδίνο.

Τρίτη, 5 Νοεμβρίου 2013

Φούγκα για δύο ασύμμετρες φωνές... σκηνοθετώντας


Φωτο Παναγιώτης Κούκης

Η Αίγλη διάβαζε και ξαναδιάβαζε σοκαρισμένη το άμεσο, περιεκτικό και εξαιρετικά ωμό μήνυμα του Μιχαλιού και σε κάθε νέα ανάγνωση καινούργια ερωτηματικά γεννιόνταν και κύκλωναν σαν φίδια τη σκέψη της. Δεν ήταν η πρώτη φορά, μα ήταν ίσως η πιο χαρακτηριστική και γι αυτό η πιο συνταρακτική, που απορούσε για την ευκολία με την οποία  έμπαινε -με την άνεση του ιδιοκτήτη- μέσα στη σκέψη της. Πώς είχε οσφρανθεί την ιδιαίτερη γοητεία που ασκούσε πάνω της το στήθος της; Πώς ήξερε ότι το ξεχώριζε από κάθε άλλο κομμάτι του σώματός της; Μάντευε άραγε τον φετιχισμό που έκανε τα συρτάρια της ντουλάπας της να ξεχειλίζουν από σουτιέν κάθε χρώματος και τύπου, σε πλήρη αντίθεση με τα υπόλοιπα γυναικεία αξεσουάρ που ήταν λιτά έως ανεπαρκή; Υποψιαζόταν πόσες χαρές είχε πάρει από αυτό το μικρό κομμάτι σάρκας, νεύρων και αδένων; Γνώριζε ότι το λάτρευε ως πηγή ηδονής και ζωής ταυτόχρονα; Μπορούσε να έχει εισιτήριο ελευθέρας στις ερωτικές της στιγμές όταν το άγγιγμα, το χάιδεμα, το πιπίλισμα, το δάγκωμα, το ρούφηγμα ανέβαζε την ηδονή σε δυσθεώρητα ύψη, λειτουργώντας σαν παραισθησιογόνο; Είχε σταθεί –ξωτικό αόρατο– δίπλα της στις ιερές στιγμές  του θηλασμού των παιδιών της, όταν ένιωθε τη ζωή να μεταβιβάζεται στο βρέφος και πάλι να ξαναγυρίζει σε κείνη προκαλώντας σπασμούς στη μήτρα που παρέπεμπαν σε ερωτική διέγερση; Μα πάνω απ’ όλα, γιατί διάλεξε αυτή την τόσο συγκεκριμένη στιγμή για να της υποβάλλει αυτή την παράξενη –παρακμιακή θα την έλεγε-  πρόταση; Πόσο καιρό την κυοφορούσε μέσα του; Με ποιο κριτήριο αποφάσισε ότι τώρα ήταν η καταλληλότερη ώρα;  Πώς φαντάστηκε ότι αυτή ήταν ακριβώς η στιγμή που θα την εύρισκε ευάλωτη; Σκέφτηκε ότι αύριο ίσως θα είναι αργά; Ήταν σύμπτωση  που τις αμέσως προηγούμενες μέρες είχε αφιερώσει ώρες πολλές  μπροστά στον καθρέφτη της δοκιμάζοντας στηθόδεσμους, συγκρίνοντας τις διαφορετικές εικόνες και τελικά καμαρώνοντας ένα στήθος εξαιρετικά καλοδιατηρημένο;