Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Οδοιπορικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Οδοιπορικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 23 Σεπτεμβρίου 2016

Μονοπάτια με άρωμα μαστίχας

Μονοπάτια με άρωμα μαστίχας






Το είχαμε αποφασίσει.
Το είχαμε εντάξει στο ορειβατικό πρόγραμμα του 2012.
Μια βδομάδα πριν, το ταξίδι στη Χίο είχε οργανωθεί μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια.

Τρίτη 9 Οκτωβρίου 2012

Ψηλά στον αφέντη Χριστό... κατεβαίνοντας



Ξυπνάω με την έντονη αίσθηση πως κάποιος έχει ρίξει φακό στα μάτια μου. Η λάμψη είναι ενοχλητικά εκτυφλωτική. Ποιος  κάνει παιχνιδάκια τέτοια ώρα; Αποκτάω επαφή με το περιβάλλον και βλέπω στ’ ανατολικά ένα σχεδόν ολόγιομο φεγγάρι που λούζει την κοιμισμένη κατασκήνωση στο απόκοσμο φως του κάνοντας τ’ αστέρια να χλομιάσουν από ζήλια και να εξαφανιστούν. Η απότομη αλλαγή στον φωτισμό ενός κατασκότεινου τοπίου, που δεν το προσεγγίζει το παραμικρό ίχνος τεχνητού φωτός, και στην φωτοχυσία που προκάλεσε η εμφάνιση της Αυγουστιάτικης πανσελήνου στάθηκε ικανή διέγερση για να διακόψει τον ύπνο μου.
Ν' αποστρέφεσαι τη Σελήνη σαν έδαφος. 
Λυρική η υποθήκη του Νίκου Καρούζου προς τον Ηλία Πετρόπουλο. 
Τ' αποτυπώματα των παπουτσιών του Άρμστρονγκ στη σκονισμένη επιφάνεια του  δορυφόρου της Γης δεν αφήνουν περιθώρια για αμφισβήτηση. Μα μια τέτοια Σελήνη σαν θλιμμένο, ωχρό πρόσωπο, τη λες μαργαριτάρι, τη λες ασημένιο μενταγιόν κρεμασμένο στο λαιμό του ουρανού, τη λες αργυρόλευκο τόπι  παιχνίδι των αγγέλων,  τη λες ξελογιάστρα των αισθήσεων και δημιουργό παραισθήσεων, τη λες κροκόπεπλη Εκάτη, παρασυρμένη από τον ορφικό ύμνο, μα έδαφος δεν σου πάει ούτε να την πεις ούτε να την διανοηθείς.

Τετάρτη 3 Οκτωβρίου 2012

Ψηλά στον Αφέντη Χριστό...αγγίζοντας τον στόχο



Κατεβαίνουμε τρέχοντας να συναντήσουμε τα σακίδια που – ευτυχώς και δυστυχώς – μας περιμένουν υπομονετικά.

Ο αέρας έχει γίνει απειλητικός. Κι αυτό ακόμα το βαρύ φορτίο αποδεικνύεται ανεπαρκές να με κρατήσει σταθερά στο έδαφος. Είμαι σε ετοιμότητα να σταματήσω στιγμιαία και να χαμηλώσω το κέντρο βάρους μέχρι να περάσει η μανία μιας ριπής. Όταν με βρίσκει αφηρημένη ή απροετοίμαστη δεν το ’χει σε τίποτα να με πετάξει  στις πέτρες ή τ’ αγκάθια. Στον απολογισμό θα μετρήσω αμυχές, γρατζουνιές και ξεγδάρματα. Κι ενώ όλη η προσοχή είναι στην ευστάθεια, δεν θέλω να χάσω και το παραμικρό από την μεγαλόπρεπη αγριάδα του τοπίου. Να μετρήσω με το βλέμμα το βάθος της κωνικής χοάνης που σχηματίζεται στ’ αριστερά και που πολλαπλασιάζει τον ήχο του ανέμου μέσα από διαδοχικές ανακλάσεις λειτουργώντας σαν υπερμέγεθες αντηχείο. Να χαϊδέψω τη γυαλιστερή επιφάνεια του λευκού κρυσταλλιζέ πετρώματος που ξεφύτρωσε αναπάντεχα και που δείχνει ηφαιστειακό, τόσο ξένο προς τα γκρίζα  σχιστολιθικά πετρώματα που μας συντροφεύουν από το πρωί.

Τρίτη 25 Σεπτεμβρίου 2012

Ψηλά στον Αφέντη Χριστό... η πρώτη κορυφή



Το καταφύγιο  στο πρωινό φως 

Είμαστε στα 1330μ στη θέση Στροβίλι κι από την κουζίνα ξεχύνονται μοσχοβολιές ικανές να κολάσουν και τους πιο εγκρατείς πόσω μάλλον ξελιγωμένους ορειβάτες. Κατσίκι χρονιάρικο βραστό και τα μακαρόνια βρασμένα στο ζουμί και πασπαλισμένα με μπόλικη κρητική γραβιέρα. Λιχουδιά από τις λίγες που συνοδεύεται από εκλεκτό κόκκινο κρασί. Τύφλα να 'χουν οι χρυσοί σκούφοι των γκουρμέ εστιατορίων. Οι γλώσσες λύνονται και τα λόγια κυλούν ροδάνι. Η θεματολογία είναι η αναμενόμενη  σε μια συνάντηση ορειβατών. Αναμνήσεις από εξορμήσεις, περιπέτειες σε κορυφές,  ταλαιπωρίες σε φαράγγια, δυσκολίες σε κακοτοπιές, σχεδιασμοί για κοινές εξορμήσεις που συνήθως μένουν ασκήσεις επί χάρτου. Οι ψαράδες και οι κυνηγοί έχουν τ' όνομα μα κι οι ορειβάτες δεν πάνε πίσω στη χάρη. Λίγο πριν η κούραση βαρύνει τα βλέφαρα ο Γιώργος, που έχει το γενικό πρόσταγμα, δίνει λεπτομέρειες για το αυριανό πρόγραμμα.  Είναι καθησυχαστικός και  εμψυχωτικός, αλλά  ανυποχώρητος στο θέμα του νερού.
-Θα κουβαλάμε έξι μπουκάλια το λιγότερο - ο ευτραφής της παρέας ένα παραπάνω. Κάθε είκοσι λεπτά θα σταματάμε για τρεις ρουφιές. Δεν θα διακινδυνεύσουμε μια αφυδάτωση. Το νερό πρέπει να μας καλύψει για 36 θερμές ώρες.

Τετάρτη 19 Σεπτεμβρίου 2012

Ψηλά στον Αφέντη Χριστό


Το οδοιπορικό αυτό έχει δημοσιευθεί στο τεύχος  93 του περιοδικού: "Ελληνικό Πανόραμα"

Το εκκλησάκι της μεταμόρφωσης στην κορυφή "Ψαρή Μαδάρα" ή "Αφέντης Χριστός" της Δίκτης


Μεγάλη σου η Χάρη Αφέντη Χριστέ, μα ήταν ανάγκη να μεταμορφωθείς εκεί ψηλά στο Θαβώρ; 
Και καλά... εσύ αφέντης είσαι και λογαριασμό δεν δίνεις. 
Οι Κρητικοί ήταν ανάγκη να χτίσουν το εκκλησάκι στην  κορυφή της Δίκτης στα 2141 μ
Και καλά... οι Kρητικοί γνωστοί είναι για τις κουζουλάδες τους.
Εμείς, λογικοί και μυαλωμένοι ορειβάτες το μετρήσαμε καλά όταν αποφασίσαμε να  ανεβούμε το γυμνό και άνυδρο πετροβούνι, ενώ η μετεωρολογική προέβλεπε θερμοκρασίες που θα άγγιζαν τους σαράντα; 

Τετάρτη 8 Αυγούστου 2012

Από τον Ευβοϊκό στο Αιγαίο...Δημοσάρη


Στην είσοδο του φαραγγιού – όταν η κορυφή μοιάζει πια απόμακρη -  η ομάδα ανασυγκροτείται και ενώνεται με τους υπόλοιπους που, εναλλακτικά, προτίμησαν την άνεση ενός ξενοδοχείου στην Κάρυστο και θα περπατήσουν μαζί μας το Δημοσάρη.
Οι γύρο πλαγιές αντιλαλούν  ήχους από τροκάνια. Κατσίκια και πρόβατα, κοπαδιαστά, βόσκουν  με τη χαρά της πρώτης μέρας. Οι βοσκοί τήρησαν και φέτος την παράδοση που θέλει ν'  αφήνουν τα χειμαδιά και ν'ανεβαίνουν στα ψηλώματα  στην γιορτή του Αγίου Κωνσταντίνου. 
Κατεβαίνουμε την τσιμεντένια σκάλα. Η επένδυση των σκαλοπατιών με πλάκες Καρύστου είναι μια προσπάθεια να εξωραϊστεί η άθλια παρέμβαση στα πλαίσια της τουριστικής αξιοποίησης του φαραγγιού. Χάθηκε ένα ωραίο παραδοσιακό λιθόστρωτο; Δεν μπορώ να αποφύγω οργισμένες σκέψεις. Όσο περισσότερο μπετόν, τόσο περισσότερο κέρδος για εργολάβους, υπεργολάβους, μηχανικούς, αναδόχους… Αυτή είναι η Ελλάδα!  Πώς να βάλεις στη ζυγαριά τα πλεονεκτήματα, του οικόπεδου που μας έλαχε, με τα μειονεκτήματα του οικοδομήματος που στήσαμε; Βάζω φρένο στον θυμό μου! Δεν θέλω με τίποτα να χαλάσω τη φωτεινή μου διάθεση.

Τρίτη 31 Ιουλίου 2012

Από τον Ευβοϊκό στο Αιγαίο...το Δρακόσπιτο

ο ομαδικός ύπνος στο καταφύγιο δεν είναι δα και συγκρίσιμος με εκείνον σε πεντάστερο ξενοδοχείο, μα όταν ξυπνάω, από το πρωινό φως που μπαίνει ανεμπόδιστο από τη τζαμαρία και από τη φασαρία που κάνουν όσοι έχουν ήδη σηκωθεί, νιώθω να  τον έχω χορτάσει. Μα κι αν υπάρχει  κάτι κοιμισμένο  ακόμα επάνω μου, ξυπνάει στην επαφή με το κρύο νερό που  ρίχνω άφθονο στο πρόσωπο στην εξωτερική βρύση.  Τσάι του βουνού, βουτήματα, φρούτα, ξηροί καρποί για πρωινό - τα απαραίτητα καύσιμα που  μας δίνουν θερμίδες, ενέργεια, αντοχές. Η αντίστροφη πορεία αρχίζει. Μαζεύουμε  τα μπαγκάζια, καθαρίζουμε τα ίχνη της διανυκτέρευσης - η επόμενη ομάδα να  βρει το καταφύγιο κατοικήσιμο - και  κατηφορίζουμε προς το λεωφορείο που περιμένει υπομονετικά. Στην κατασκήνωση η διαδικασία αποκατάστασης του χώρου έχει προχωρήσει. Το πολύχρωμο λιβάδι έχει πρασινίσει ξανά.

Τετάρτη 25 Ιουλίου 2012

Από τον Ευβοϊκό στο Αιγαίο... στο καταφύγιο



Από κει και πάνω το πετρώδες μονοπάτι – σε πολλά σημεία εμφανές καλντερίμι - φαρδαίνει ενώ η κλίση, που στην αρχή είναι απότομη, σταδιακά ομαλοποιείται. Η βλάστηση ψηλώνει, διεκδικεί τον χώρο της, κλείνει το μονοπάτι και κάποτε είμαστε υποχρεωμένοι να παραμερίζουμε κλαδιά για να περάσουμε. Μπορούμε, όμως, να περπατάμε σε παρέες και να συζητάμε. 
-Γιατί καλντερίμι σε μια μη κατοικημένη περιοχή; 
Εύλογη απορία. Τα ξέρουμε καλά τα καλντερίμια, τα έχουμε περπατήσει σ' όλη την ορεινή Ελλάδα, στεριανή και νησιώτικη. Έχουν συγκεκριμένη σκοπιμότητα. Συγκοινωνία και επικοινωνία και δρόμοι εμπορίου για πεζούς και ζώα σε εποχές που η μηχανή δεν είχε διευκολύνει ή μπερδέψει τη ζωή. Εδώ θα πρέπει να ικανοποιούσε άλλες ανάγκες.  Γιατί η  περιοχή, χωρίς αμφιβολία,  υπήρξε τόπος λατρείας και, όπως όλοι οι τόποι λατρείας, έχει μια ενεργειακή φόρτιση που ισχυριζόμαστε πως τη νιώθουμε κι όλας. 
Λες να 'ναι ο καθαρός αέρας, η καλή διάθεση, η προσμονή της αυριανής συνέχειας, οι ενδορφίνες που εκκρίνονται ερήμην μας; 
Φανερή η προσπάθειά μου να εξορθολογίσω το μεταφυσικό. 
Η κουβέντα πηδάει σαν  καγκουρό από τη λατρεία στη θρησκεία κι από κει στη λογοτεχνία.  Από το βιβλίο: «Ιησούς : το πραγματικό ιστορικό πρόσωπο» του Γάλλου  Ambelain  στην «Αντιγνώση»  το προγενέστερο  βιβλίο της Λιλής Ζωγράφου.
Έλληνες! 
Αιώνες τώρα συνηθίζουμε  να φιλοσοφούμε περπατώντας! 
Ποια άλλη απόδειξη, κύριε Φαλμεράυερ, θα μπορούσε να σας πείσει για τη συνέχεια;

Τετάρτη 18 Ιουλίου 2012

Από τον Ευβοϊκό στο Αιγαίο


Το οδοιπορικό αυτό έχει δημοσιευθεί στο τεύχος 220 του περιοδικού: "ΚΟΡΦΕΣ"




Στο ξεκίνημα

Έβρεχε χωρίς διακοπή όλη την Παρασκευή.
Όχι να πεις μια ήπια  ποτιστική ανοιξιάτικη βροχούλα, ούτε μια σύντομη καλοκαιρινή νεροποντή, μα μια βροχή που θύμιζε Νοέμβρη κι ας ήταν 18 του Μάη.
Ξημέρωσε το Σάββατο και δεν έλεγε να ξεθυμάνει.
Παρόλα αυτά, καθώς ετοίμαζα το σακίδιο έχωσα κάτω-κάτω  μαγιό και αντηλιακή, όχι μόνο από διάθεση να ξορκίσω το ανεπιθύμητο, μα από εμπιστοσύνη στους δορυφόρους που είχαν δώσει ευνοϊκή πρόβλεψη  για το Σαββατοκύριακο.
Στη μόστρα, όμως,  φιγουράριζαν  γκέτες για τη λάσπη και αδιάβροχο. Καλές οι θετικές σκέψεις και οι επιστημονικές προγνώσεις, μα να ’χουμε και το νου μας.
Στο τρίωρο ταξίδι με το λεωφορείο χρειάστηκα γυαλιά ηλίου. Η συννεφιά μας είχε αποχαιρετήσει και η καλή διάθεση πολλαπλασιάστηκε.

Δευτέρα 26 Σεπτεμβρίου 2011

Στο πανηγύρι

Το οδοιπορικό αυτό έχει δημοσιευθεί στο τεύχος 219 του περιοδικού: "ΚΟΡΦΈΣ"



Στην Ελλάδα του 2011…
Στην Ελλάδα της παγκοσμιοποίησης, της επαπειλούμενης πτώχευσης…
Στην Ελλάδα της κρίσης, της μιζέριας, της ασφυξίας, της αγανάκτησης…
Κάποιοι αντιστέκονται.
Κάποιοι επιμένουν.
Επιμένουν ελληνικά.
Επιμένουν παραδοσιακά.
Επιμένουν όχι ν’ αναβιώνουν μια γιορτή σαν είδος μουσειακό ή φολκλορικό ή πολύ περισσότερο τουριστικό.
Επιμένουν να βιώνουν ένα πανηγύρι όπως το βίωσαν μαζί με την προηγούμενη γενιά , που κι αυτή το κληρονόμησε από την προηγούμενη…  και που η διαδοχή χάνεται στο βάθος των χρόνων.

Ο ντόπιος οδηγός μας, ο Μανώλης, ήταν κατηγορηματικός: « δεν θα έχετε γνωρίσει το νησί και τους ανθρώπους του αν δεν έλθετε στο πανηγύρι του Αϊ- Γιάννη. Φροντίστε μόνο  να είστε διακριτικοί.  Οι επισκέπτες είναι καλοδεχούμενοι όσο σέβονται τους τοπικούς κώδικες επικοινωνίας. Ο πατέρας, που καμαρώνει γιατί η κόρη του θα χορέψει ντυμένη με την παραδοσιακή γιορτινή φορεσιά, έχει αυξημένες ευαισθησίες. Έχω δει να πετάνε δημοσιογράφους σηκωτούς μαζί με τις κάμερές τους.»

Παρασκευή 26 Αυγούστου 2011

Στο Χριστό, στο Kάστρο

Το οδοιπορικό αυτό έχει δημοσιευθεί στο τεύχος 214 του περιοδικού: "ΚΟΡΦΕΣ"


Το κάστρο της Σκιάθου




Είχα ξενυχτήσει διαβάζοντας το διήγημα του Παπαδιαμάντη την παραμονή. Αυτό θα ’φταιγε που επέμενα στους παραλληλισμούς.
Κι ας το ’βλεπα πως είμαστε ολότελα διαφορετικοί από τους λογοτεχνικούς ταξιδιώτες -τόσο στο χρόνο όσο στις συνθήκες.
Τίποτα δεν κάναμε όπως εκείνοι. Πήραμε τη δύσκολη διαδρομή από επιλογή όχι από λάθος.
Δεν χρησιμοποιήσαμε βάρκα μα ούτε αυτοκίνητο. Πεζοπορώντας θα φτάναμε στο Κάστρο ξεκινώντας από τη Χώρα.(«Γνωριμία με τα παλιά μονοπάτια της Σκιάθου», έγραφε το πρόγραμμα της ορειβατικής μας εξόρμησης.)
Δεν ήταν παραμονή Χριστουγέννων. Ήταν μια από κείνες τις ατέλειωτες μέρες του μεσοκαλόκαιρου που λες κι ο ήλιος κουράστηκε, ξεχάστηκε κι έχασε το δρόμο προς τη Δύση.
Δεν είχαμε ν’ αντιπαλέψουμε με τον χιονιά ούτε με τη μάνητα του ανέμου. Οι ακτίνες του ήλιου ήταν ο αντίπαλος. Κατακούτελα μας χτυπούσαν κοροϊδεύοντας τον αντηλιακό εξοπλισμό μας.
Δεν είχαμε τυλιχτεί με γούνες και σάλια, μάλλινες καμιζόλες και νιτσεράδες. Φορούσαμε καπέλα της ερήμου και μακρυμάνικα πουκάμισα, μαντήλια στον λαιμό, κορδέλες στο μέτωπο, για τον ιδρώτα, και αντηλιακές κρέμες.
Τα σακίδιά μας δεν ήταν παραφουσκωμένα με αυγά και λειτουργιές, ελιές και κρέας σαλάδο. Είχαμε μόνο ξηρούς καρπούς κι αποξηραμένα φρούτα.
Δεν μεταφέραμε κρασί και ρακή μέσα σε φλάσκες. Τα παγούρια μας ήταν γεμάτα δροσερό νερό.
Μα πάνω απ’ όλα δεν είμαστε ευλαβείς προσκυνητές ούτε αλτρουιστές διασώστες. Φυσιολάτρες οδοιπόροι είμαστε –ίσως παράπλευρα μας γοήτευε η ιδέα ενός πνευματικού προσκυνήματος στα μέρη που είχαμε γνωρίσει μέσα από τις σελίδες ενός διηγήματος.
(Τυχεροί οι τόποι που στοίχειωσε η τέχνη! Με μιας μεταμορφώθηκαν σε μέρη ονειρικά που αποτυπώθηκαν ως εικόνες στο νου –κάθε αποδέκτης και μια διαφορετική εκδοχή. Κι όταν φτάνει η μαγική στιγμή που η φαντασία συναντιέται με την πραγματικότητα, εκρήξεις από πυροτεχνήματα λούζουν το τοπίο που γίνεται εξωπραγματικό. Η Σκιάθος υπήρξε το σκηνικό για τις ιστορίες του Παπαδιαμάντη και αυτόματα κάθε εκκλησάκι, κάθε ακρογιαλιά, κάθε σπηλιά απόκτησε ξεχωριστή συναισθηματική φόρτιση. Όποιος ένιωσε το στομάχι του να σφίγγεται παρακολουθώντας την έκβαση της αντιδικίας μεταξύ ανθρώπινης και θείας δικαιοσύνης για το ποια θα τιμωρήσει τη φόνισσα, πώς θα μπορούσε να σταθεί αδιάφορος μπροστά στον γκρεμό του αγίου Σώζοντος; Αυτός δεν είναι ένας τυχαίος γκρεμός· η προσωποποίηση της ανατριχίλας είναι! Τι θα ήταν η Σκιάθος χωρίς τον Παπαδιαμάντη; Ό,τι θα ήταν η Αγία Πετρούπολη χωρίς τον Ντοστογιέφσκι. Τι θα ήταν η Νέα Υόρκη αν δεν είχε μπει στα πλάνα του Γούντι Άλεν; Ό,τι θα ήταν η Αρλ αν δεν την είχε ζωγραφίσει η θεϊκή τρέλα του Βαν Γκογκ.)
Αρχηγός και εμψυχωτής μας δεν ήταν ο παπά-Φραγκούλης μα, παραδόξως, ένας Γερμανός, ο Όρτζβιν.
«Όνομα γλωσσοδέτης», μονολόγησα όταν μας συστήθηκε.
«Δυσκολεύει και τους Γερμανούς», απάντησε σε άψογα ελληνικά με γερμανική προφορά, «είναι, βλέπεις, Σκανδιναβικό.»
Ο Όρτζβιν επισκέφθηκε για πρώτη φορά τη Σκιάθο δεκατέσσερα χρόνια πριν. Την ερωτεύτηκε, πούλησε τα υπάρχοντα του κι εγκαταστάθηκε στο νησί. Φυσικά και δεν θα έμενε άπραγος τουρίστας. Ονειρεύτηκε ν’ ανοίξει τα παλιά μονοπάτια του νησιού που, έχοντας μείνει μισόν αιώνα αχρησιμοποίητα, είχαν γίνει ρουμάνια. Αναζήτησε και βρήκε τους γέρους Σκιαθίτες που είχαν διατηρήσει μνήμες από το πυκνό δίκτυο μονοπατιών που εξυπηρετούσε το νησί όταν οι μετακινήσεις γίνονταν με τα πόδια και οι μεταφορές με ζώα. Χρειάστηκε να ξελογγιάσει τα ρουμάνια με προσωπική δουλειά και δαπάνη. Με γερμανική μεθοδικότητα και ελληνική έμπνευση. Είμαστε συνηθισμένοι να περπατάμε σε μονοπάτια μα εδώ εντυπωσιαστήκαμε. Ξεκάθαρη σηματοδότηση, καθαρή οριοθέτηση, υποβοηθητικές παρεμβάσεις αρμονικά δεμένες με το περιβάλλον. Με μάτια δεμένα θα μπορούσες να τ’ ακολουθήσεις.
Τελικά και η πεζοπορία θέλει τον Γερμανό της!
Το ξεκίνημα ήταν για τις εφτά το πρωί. Εμείς είχαμε στο νου το ακαδημαϊκό τέταρτο -τουλάχιστον- μα ο Όρτζβιν βιαζόταν να προλάβουμε να μπούμε στο δάσος να μη μας βρει η ζέστη. Δεν είχε και τόσο μεγάλη σημασία. Στις είκοσι Ιουνίου ο ήλιος είναι ήδη ψηλά στις εφτά. Μετρηθήκαμε και βρεθήκαμε δεκάξι. Όπως ακριβώς κι εκείνοι. Και να ’θελα, πώς ν’ αποφύγω τις συγκρίσεις;
Το ανηφορικό μονοπάτι θύμιζε Πήλιο. Κουμαριές και σκίνα, πυξάρια και πουρνάρια, δάφνες και μυρτιές, χαρουπιές και αγριελιές, ρείκια και φρύγανα, κουτσου-πιές και αγριοφυστικιές. Α, αυτή η ατέλειωτη ποικιλία της μεσογειακής βλάστησης! Αρώματα εξαίσια ελευθερώνονταν καθώς, αλιφασκιές και ανθισμένη ρίγανη, άγρια μέντα και θυμάρι, θρούμπι και μυρτιές, συνθλίβονταν κάτω από τις μπότες μας. Η ελληνική φύση σε μεγάλη έμπνευση!
Συναντήσαμε το πρώτο εκκλησάκι και σταθήκαμε να προσκυνήσουμε. Η διαδικασία μύησης είχε αρχίσει.
Ύστερα μπήκαμε στο πλατανόδασος. Τόσο ζωντανό, τόσο φρέσκο, τόσο δροσερό, τόσο εκτεταμένο που δύσκολα πιστεύεις πως βρίσκεσαι σε νησί. Τα φρέσκα φύλλα των αιωνόβιων πλατάνων σχημάτιζαν προστατευτική ασπίδα που κρατούσε μακριά τις πυρωμένες ακτίνες και μας χάριζαν ανάσες δροσιάς.
Βγάλαμε τα καπέλα. Θα ήταν άχρηστα για αρκετή ώρα. Το ρέμα κυλούσε δίπλα μας, τεμπέλικα, χωρίς ορμή.
Περάσαμε από τα ερείπια του παλιού ελαιοτριβείου.
Σταματήσαμε στην πηγή.
Ξαναβγήκαμε στο γυμνό.
Πατήσαμε στη μαλακωσιά της χλόης του λιβαδιού.
Κάναμε μικρή παράκαμψη για ν’ ανεβούμε στον Μύτικα, την πιο ψηλή κορυφή του νησιού. Από δω βλέπαμε τις ακρογιαλιές και τα χωριά του Πηλίου απέναντι, την Εύβοια πίσω, τη Σκόπελο δίπλα, την Αλόννησο παραδίπλα, τις βραχονησίδες ολοτρόγυρα. Η θάλασσα ανάμεσα στραφτάλιζε. Ένας ζωντανός γεωφυσικός χάρτης σε κλίμακα ένα προς ένα.
Από κει και πέρα μπήκαμε στην τελική ευθεία για το Κάστρο. Ο βράχος εμφανίστηκε ξαφνικά μπροστά μας απαράλλαχτος όπως τον είχαμε φανταστεί από τις λεπτομερείς περιγραφές του Παπαδιαμάντη –γροθιά της ξηράς προς την θάλασσα. Τι είναι 150 χρόνια για ένα βράχο;
Φτάσαμε στον πλακόστρωτο δρόμο.
Κοιτάξαμε τα δύο μονοπάτια που ανοίγονταν μπροστά μας: το ένα ανηφορικό με ψηλά ασβεστωμένα σκαλοπάτια οδηγούσε στην καστρόπορτα, το άλλο κατηφορικό, χωμάτινο, κατέβαινε στον μικρό γιαλό. Το δίλημμα του Ηρακλή. Ρίξαμε μια ματιά στον ήλιο που μεσουρανούσε, μετρήσαμε τις δυνάμεις μας, βάλαμε μια στρώση ακόμα αντηλιακό. Η θάλασσα μπορούσε να περιμένει.
Φτάνοντας στη σιδερένια πύλη δεν αντήχησε ο τριγμός των εσκουριασμένων στροφέων. Έχουν άλλωστε από χρόνια πάψει να λειτουργούν.
Δεν ήταν μεσάνυχτα αλλά καταμεσήμερο.
Δεν ήμαστε μισοπνιγμένοι, παγωμένοι, αλμυροί από την θάλασσα και λευκοί από το χιόνι. Είμαστε κατακόκκινοι, λαχανιασμένοι, κατάκοποι, κάθιδροι.
Δεν αλλάξαμε τα βρεγμένα από την θάλασσα και το χιόνι ρούχα με άλλα ζεστά, αντικαταστήσαμε όμως τα μουσκεμένα από τον ιδρώτα μπλουζάκια με άλλα στεγνά.
Δεν ήρθε κανείς να μας προϋπαντήσει, δεν υπήρχαν βοσκοί με το κοπάδι τους, ούτε εγκλωβισμένοι που θα μας κοιτούσαν με ευγνωμοσύνη. Φθάνοντας όμως στον σκιερό περίβολο του ναού, μας πήρε μια μυρωδιά. Δεν είμαστε μόνοι. Οι επισκέπτες είχαν έλθει, με αυτοκίνητο, είχαν ανάψει φωτιά δίπλα στη βρύση κι έβραζαν κρίταμα που είχαν μόλις πριν λίγο μαζέψει από την παραλία. Καθίσαμε μαζί τους στα ξύλινα παγκάκια να ξαποστάσουμε. Μας πρόσφεραν τα ποτισμένα από τη θαλασσινή αλμύρα χορταρικά, ανταλλάξαμε εντυπώσεις για το νησί και τραβήξαμε για την εκκλησία.
Κατεβαίνοντας τα τρία ασβεστωμένα σκαλάκια της εισόδου, παρασύρθηκα από τη συγκίνηση. Δεν είναι μόνο το ταξίδι, Αλεξανδρινέ, είναι και η κατάκτηση του στόχου ευτυχία μεγάλη.
Στο νου μου σχηματίστηκε ο ψαλμός που είχε ψιθυρίσει ο παπά-Φραγκούλης: εισελεύσομαι εις τον οίκον σου…
Μέσα στο κατανυκτικό ημίφως του ναού εκείνοι είχαν βρει θαλπωρή, εμείς δροσιά. Οι περικαλλείς βυζαντινές εικόνες δεν ήταν εκεί· εδώ και πολλά χρόνια βρίσκονται στο μουσείο. Έλειπαν και οι περισσότερες τοιχογραφίες· έχουν σοβαντισθεί. Το ξυλόγλυπτο όμως τέμπλο ήταν αναλλοίωτο όπως και ο μεγάλος κυκλικός ορειχάλκινος πολυέλαιος. Η εικόνα έδενε με την περιγραφή και το λιγοστό φως που έμπαινε από τα μικρά παράθυρα δημιουργούσε μια ατμόσφαιρα μυστικι-στική που γεφύρωνε τις εποχές. Στο μισοσκόταδο μου φάνηκε πως άκουγα τις έρρινες και μονότονες ψαλμωδίες του κυρ-Αλεξανδρή να με νανουρίζουν και... (λίγο η υποβολή, λίγο η κούραση) έγειρα το κεφάλι στο στασίδι για δυο λεπτά. Αρκετά όμως για να δω τον γέρο ιεροψάλτη να πανηγυρίζει τη γέννηση του Χριστού σείοντας με μακρύ καλάμι τον πολυέλαιο της οροφής, με τις λαμπάδες αναμμένες. Μα δεν ήταν ακριβώς όνειρο. Κάποιος από την ομάδα έκανε την ίδια ακριβώς κίνηση όπως την είχε δει στα μοναστήρια του Αγίου Όρους.
Ο χώρος είχε εκείνη τη μοναδική ιερότητα που φέρνει την προσευχή αυθόρμητη στα χείλη. Χριστέ μου, κάνε να έχω και αύριο όσα έχω σήμερα. Η προσευχή του τυχερού. Που έχει όσα χρειάζεται και δεν θέλει να τα χάσει. Η προσευχή του φιλοσοφημένου. Που δεν έχει πέσει στην παγίδα της απληστίας.
Πήραμε τρέχοντας το κατηφορικό μονοπάτι για τον μικρό κόλπο. Ποιος θα φτάσει πρώτος; Βρήκαμε τη θάλασσα στην καλή και τη γλυκιά της ώρα. Τη θέλαμε σαν κολασμένοι. Η αγκαλιά της ήταν σμαραγδένια και καθώς χωθήκαμε μέσα, ξύπνησαν μνήμες από την ενδομήτρια ηλικία. Η κρυστάλλινη υφή του νερού, ζωογονούσε τα κουρασμένα μέλη, τα τόνωνε, τα ζωντάνευε. Το κολύμπι ενεργοποιούσε μυς που δεν είχαν κινηθεί στην πορεία κι έδινε στο σύνολο του κορμιού εκείνη την ευεξία, που μας έκανε να σκεφτούμε βγαίνοντας: δώστε μας –τώρα αμέσως- ένα βουνό να το ανεβούμε τρέχοντας. Αντί γι αυτό ριχτήκαμε σε βουνά τηγανητού γαύρου που σερβίριζαν στο παραθαλάσσιο ταβερνάκι.
Και έφαγον πάντες και ηυφράνθησαν.
Ο Όρτζβιν έβγαλε τη φυσαρμόνικα και οι νότες άρχισαν να στροβιλίζονται απαλά πάνω από τα τραπέζια μας επιτείνοντας τη μεθυστική ζάλη που είχε ήδη προκαλέσει το άσπρο κρασάκι.
Κι ύστερα -ακριβώς όπως και εκείνοι- μπήκαμε στο τουριστικό καραβάκι που μας περίμενε και πλέοντες δια της βορειοανατολικής οδού, ως συντομοτέρας και ευπλοωτέρας εις την κάθοδον, φθάσαμε αισίως εις την πολίχνην.


Το κείμενο περιέχεται στο βιβλίο "Εκείνη κι Εκείνος" Μπορείτε να το αποκτήσετε σε έντυπη μορφή ως εξής:

google-amazon eu-books-Rena V.Rapsomaniki