Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εκείνη κι εκείνοι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εκείνη κι εκείνοι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 8 Μαΐου 2012

Η μουσταλευριά... ένα κάποιο τέλος


Πωλ Γκωγκέν: Δύο Ταϊτινές γυναίκες
Καλά που υπήρχε η Κιώφη!
Το κελαρυστό της  γέλιο ήταν για να παρασύρει.
Η παρηγορητική της   αγκαλιά για να ανακουφίζει. 
Ο καθησυχαστικός της  λόγος για ν' ανακουφίζει. 
Η ικανότητά της να δικαιολογεί τ' αδικαιολόγητα για να διασκέδαζει κάθε ύπουλη υποψία 
Γι αυτό δεν είναι οι φίλες;
Κάπως περίεργη η  φιλία τους, αλήθεια. Χωρίς  τις συνήθεις προδιαγραφές, θεμελιωμένη όμως στο κοινό ταμπεραμέντο και ανθεκτική στον χρόνο.
Όταν  η οικογένειά της μετακόμισε στο αντικρινό σπίτι, η Κιώφη ήταν μαθήτρια  στο Γυμνάσιο. Το αναμενόμενο θα ήταν να τα βρει με την,σχεδόν συνομήλικη ,   κόρη της Ρούλας. Η έκπληξη ήταν πως  έγινε κολλητή της ίδιας και την έκανε μυστικοσύμβουλο  στις  ερωτικές αναζητήσεις των εφηβικών της χρόνων. Ένας παρατηρητής εύκολα θα παρατηρούσε  πως κάλυπταν αμοιβαίες ανάγκες. Η μία είχε μια ωριμότητα δυσανάλογη με την ηλικία της, η άλλη είχε μια παιδικότητα που ξεπηδούσε όπως ένα απείθαρχο τσουλούφι πάνω σε καλοχτενισμένα μαλλιά. Η μία δυσκολευόταν - όπως συνήθως συμβαίνει - ν’ ανοίξει την καρδιά στην δική της μάνα  και η άλλη δεν είχε ποτέ ακούσει εκμυστηρεύσεις  από την δική της κόρη. Οι υποκατεστημένες - ενώ αποδέχονταν το μερίδιο ευθύνης που τους αναλογούσε - εκδήλωσαν μια φανερή καχυποψία και μια ανομολόγητη ζήλια. 
Εκείνες όμως ταίριαξαν.

Τρίτη 1 Μαΐου 2012

Η μουσταλευριά... οι απ' έξω.


Μάνος Κατράκης-Ειρήνη Παππά στην Ηλέκτρα του Κακογιάννη
Πώς ν’ αντέξεις τόση ευτυχία;
Πώς να την κρατήσεις μόνο για τον εαυτό  σου;
Ασφυκτιάς, φουσκώνεις και θέλεις να την εκμυστηρευτείς, να την μοιραστείς, αλλιώς καταντάει κολοβή. 
Μα σε ποιον να μιλήσεις, που όλα πρέπει να μείνουν στο σκοτάδι της παρανομίας; 
Η αντίδραση της κόρης , ωστόσο,  ήταν ενθαρρυντική. 
-Μαμά, λάμπεις ολόκληρη. Η ευτυχία σου φωνάζει από μακριά και την αξίζεις. Βασανίστηκες τόσο στην διάρκεια της αρρώστιας. 
-Έχω προδώσει τον πατέρα σου, θα πάω στην κόλαση.
Αναμασούσε τα επιχειρήματα του ορθολογισμού αποζητώντας συμπαράσταση, λαχταρούσε ν' ακούσει τον ίδιο της τον αντίλογο από το στόμα κάποιου τρίτου.

Πέμπτη 26 Απριλίου 2012

Η μουσταλευριά... ζωή σαν φραγκόσυκο



Όταν η σάρκα ανθεί, η ζωή  καρπίζει σαν   περιβόλι καλοφροντισμένο.
Μεταμορφώθηκε λες και την άγγιξε  νεραϊδίσιο ραβδί.
Ο Μάνος την επέβαλε - με την άνεση ανθρώπου που το έχει κάνει κι άλλες φορές - στον κοινωνικό του κύκλο , ένα κύκλο αβρών, εκλεπτυσμένων, καλλιεργημένων ανθρώπων .

Η Δήμητρα τον ακολουθούσε στις ποικίλες  δραστηριότητες του: μορφωτικοί σύνδεσμοι, μη κυβερνητικές οργανώσεις, εκπολιτιστικοί σύλλογοι, επαγγελματικά  σωματεία...  

Τρίτη 17 Απριλίου 2012

Η μουσταλευριά... ο έρωτας.



Vincent van Gogh ΧΡΥΣΆΝΘΕΜΑ 

Ο τίτλος του χρονογραφήματος της επομένης ήταν: 
«Πώς η Δήμητρα κατάντησε Ρούλα»
Ο δημοσιογράφος φαινόταν να βρίσκεται σε μεγάλα κέφια. Κριτικάριζε, καλοπροαίρετα πάντως, την τάση των Νεοελλήνων να χρησιμοποιούν υποκοριστικά που αλλοιώνουν  και την γλωσσική και την ιστορική ταυτότητα.   Ο λόγος του είχε τη σωστή δόση γλυκόπικρου χιούμορ, έτσι που ενώ έλεγε σκληρές αλήθειες δημιουργούσε ανάλαφρη διάθεση. 

Ξαφνιάστηκε ευχάριστα. Είχε τώρα μια πρώτη απάντηση στο ερώτημα: "πώς βρίσκει θέμα κάθε μέρα;" Από την άλλη κολακεύτηκε. Η συνάντησή τους αποτέλεσε πηγή έμπνευσης. Κάλεσε το τηλεφωνικό κέντρο.

-Είμαι η… Δήμητρα, είπε όταν της τον έδωσαν. Το " καινούργιο" όνομα έφτασε με κάποια δυσκολία στην άκρη της γλώσσας της και ήχησε παράξενα στ' αυτιά της.
-Και σας σκεφτόμουν. Πώς σας φάνηκε η εκπομπή;
-Εξαιρετική, όπως πάντα.
-Σήμερα όμως ήταν αφιερωμένη σε σας, υπήρξατε η μούσα μου.
-Δεν μου έχει ξανασυμβεί, είπε αυθόρμητα, με αφοπλιστική ειλικρίνεια και μια χροιά  ευγνωμοσύνης.
-Να το συνηθίσετε, μπορεί να ξανασυμβεί. Αλήθεια, έχω το πιάτο σας στο αυτοκίνητο – η μουσταλευριά καταβροχθίστηκε στη στιγμή. Το σπίτι σας είναι στο δρόμο μου. Να περάσω να το αφήσω;

Τρίτη 10 Απριλίου 2012

Η μουσταλευριά... συναντώντας το είδωλο


Το ζευγάρωμα ραδιοφωνικού λόγου και   νοσταλγικών αναμνήσεων έφερε ανεξιχνίαστες εσωτερικές διεργασίες που με τη σειρά τους   γέννησαν  την επιτακτική επιθυμία να φτιάξει, εδώ και τώρα, μουσταλευριά.
Χρειαζόταν επειγόντως ένα μπουκάλι μούστο.
Στη λαϊκή της γειτονιάς, ο παραγωγός, που πουλούσε σταφύλια, την κοίταξε παραξενεμένος. Διέκρινε στην αναζήτησή της μια αγωνία και μια  θέρμη, λες και κρινόταν η ζωή της από την απάντηση. Δεν πουλούσε, μα για χατίρι της θα έφερνε ένα μπουκάλι την επόμενη εβδομάδα. Την επόμενη εβδομάδα;Α, μπα! Δεν μπορούσε να περιμένει ως τότε. Δεν θα πήγαινε την άλλη μέρα σε κάποια άλλη συνοικία; Ήταν επείγον. Τώρα τον έμπλεξε για τα καλά. Πόσο  μπορεί να επείγεται κάποιος για ένα μπουκάλι μούστο; Μα πώς να του εξηγήσει, που κι η ίδια  ήταν εξίσου μπερδεμένη από την αυτονομημένη ανάγκη που είχε εξαπλωθεί κυριαρχικά μέσα της; 
Χρειάστηκε ν’ αλλάξει τρία λεωφορεία, αλλά έφτασε σπίτι κρατώντας θριαμβευτικά το  τρόπαιο. 
Το σπίτι μοσχοβόλησε. Δοκίμασε τη ζεστή μουσταλευριά και κούνησε επιδοκιμαστικά το κεφάλι.
Η τέχνη δεν ξεχνιέται. 

Τρίτη 3 Απριλίου 2012

Η μουσταλευριά...ο τρύγος


Εκείνο το πρωί – τέλος Σεπτέμβρη - το θέμα της εκπομπής ήταν η μουσταλευριά  και ο επίλογος  έβγαζε μια πίκρα.
"Τα εγγόνια μου, και μαζί όλη η γενιά τους, δεν πρόκειται να δοκιμάσουν την γλύκα της.Ένα ακόμα είδος προς εξαφάνιση."  
Όπως ξετρυπώνουν  τα φιδάκια με τις πρώτες ανοιξιάτικες ζέστες, παιδικές μνήμες βγήκαν από τον  λήθαργο και κουβάλησαν    μέσα της πρόσωπα, ήχους, αρώματα, γεύσεις, χρώματα... 
Μέρες τρύγου στο πατρικό της. 
Ένα πανηγύρι που ξεσήκωνε μικρούς και μεγάλους. Μια  πρωθύστερη διονυσιακή έκσταση, που δεν ήταν αποτέλεσμα οινοποσίας, αλλά  αυτής τούτης της προσμονής του οίνου.

Τρίτη 27 Μαρτίου 2012

Η μουσταλευριά...γεμίζοντας το κενό


Pierre Auguste Renoir,
Έσκαψε βαθιά μέσα της να βρει τι είχε στερηθεί.
Τι έχασε από κακή σχέση με τις ευκαιρίες: την ευκαιρία που δεν δόθηκε, την ευκαιρία που δεν άδραξε, την ευκαιρία που κλώτσησε, την ευκαιρία που δεν φρόντισε να δημιουργήσει.
Τι θα ήθελε να κάνει τώρα, που δεν το έκανε στην ώρα του.

Να καλλιεργήσει το πνεύμα της, να μάθει πιάνο, να ταξιδέψει, να  γνωρίσει καινούργιους ανθρώπους...
Δεν έμεινε στα θεωρητικά πλάνα.
Τα πρώτα δειλά, ανιχνευτικά  βήματα την οδήγησαν σε πνευματικές εκδηλώσεις: φιλολογικές βραδιές, χορωδιακές συναυλίες ,  αναγνώσεις ποίησης, διαλέξεις πάνω σε ετερόκλητα θεμάτα – από υγιεινή διατροφή, μέχρι ιστορία τέχνης κι από αστρολογία μέχρι διαλογισμό. Ένιωθε παράταιρη ανάμεσα στο ακροατήριο.
Τι δουλειά έχω εγώ εδώ μέσα;       
Το μυαλό έφευγε από τον ομιλητή, ταξίδευε στα δικά της. Μα κι αν κατάφερνε να συγκεντρωθεί, ήταν τόσα  πολλά εκείνα που της ξέφευγαν!
Είχε βγει ωστόσο από την εσωστρέφεια, είχε αποδράσει από το σπίτι.

Τρίτη 20 Μαρτίου 2012

Η μουσταλευριά...το χρώμα του κενού




Paul Klee

Ύστερα ήρθε το απόλυτο κενό.
Τι χρώμα έχει το κενό;
Πιο σωστά: έχει χρώμα το κενό;
Όχι, δεν έχει!
Και πώς να ζήσεις χωρίς χρώματα, χωρίς ήχους, χωρίς μυρωδιές, χωρίς αισθήσεις, χωρίς συναισθήματα;
Πενήντα πέντε χρόνων.
Πολύ νέα για να παραδεχτεί πως η ζωή έχει τελειώσει.
Πολύ μεγάλη για να ξαναρχίσει  από το μηδέν.
Το σπίτι άδειο, βουβό, έρημο, μοναχικό. Τα δωμάτια άψογα τακτοποιημένα και  να μην υπάρχει κανείς να αναστατώσει την  αρμονία που καταντούσε ενοχλητική. Λαχταρούσε μυρωδιές: ιδρωμένες αντρικές κάλτσες αφημένες εδώ κι εκεί – συνηθισμένη αιτία καυγά.
Α,  και να τις μύριζε μια φορά ακόμα!
Μυρωδιά από φρεσκοψημένο φαγητό που ξεγλιστράει από την κουζίνα και πλημυρίζει το σπίτι.
Τώρα  η κατσαρόλα έβραζε ό,τι πιο πρόχειρο ίσα- ίσα για να συντηρείται.

Τρίτη 13 Μαρτίου 2012

Η μουσταλευριά...θάνατος


Βασίλι Καντίνσκι
Υπάρχει πιο μαύρο από το μαύρο; Έχει αποχρώσεις το σκοτάδι; Έχει χρωματική σκάλα  το έρεβος;

Οι αυστηρά επαγγελματικές λέξεις του γιατρού γίνονταν πύρινες γλώσσες που έγλειφαν σαδιστικά τ’ αυτιά της και τανάλιες που έσφιγγαν τα μηνίγγια  δημιουργώντας εκείνο τον αφόρητο πόνο.
Καρκίνος.
Πώς γίνεται;
Ένας φανατικός της υγιεινής διατροφής, ένας ορκισμένος εχθρός των καταχρήσεων, ένας αντικαπνιστής, ένας τύπος αθλητικός, ένας χειμερινός κολυμβητής, ένας πενηνταεφτάρης με εμφάνιση σαρανταεφτάρη, που θεράπευε με βότανα και βεντούζες τις – σπάνιες έτσι κι αλλιώς – χειμωνιάτικες γρίπες.

Τρίτη 6 Μαρτίου 2012

Η μουσταλευριά...περισσότερα χρώματα


Paul Klee


Όχι πως η ζωή δεν είχε χαρές.
Ουράνιο τόξο τα χρώματα και οι αποχρώσεις τους μέσα στις αναμνήσεις της.
Πανηγύρια, καρναβάλια, εκδρομές, παρέες που χαίρονται με ξεφωνητά την θάλασσα - κολύμπι με μαγιό κι όχι πια κομπινεζόν -, κινηματογράφος, θέατρο – όταν κάποιος θίασος από το κέντρο κατέβαινε στην επαρχία -, ένα βιοτικό επίπεδο που βελτιωνόταν διαρκώς. Μια γενιά που είχε την τύχη να πάρει γνήσια χαρά από υλικά αγαθά. Αγαθά που άλλαζαν κυριολεκτικά τον τρόπο ζωής καλύπτοντας ανάγκες υπαρκτές κι όχι κατασκευασμένες.

Τρίτη 28 Φεβρουαρίου 2012

Η μουσταλευριά...κολασμένη;


René Magritte

Στην τέταρτη εγκυμοσύνη το κουβέντιασαν διστακτικά και ενοχικά. 
Ένα ακόμα στόμα… μια δυσβάσταχτη υποχρέωση. 
Ένα καινούργιο μέλος στην οικογένεια απειλούσε να πάρει την μπουκιά από το στόμα των παιδιών που είχαν ήδη αποκτήσει υπόσταση και δικαιώματα.
Εκείνο ήταν ακόμα μια σκιά, δεν είχε  πρόσωπο, δεν μπορούσε να παραπονεθεί, δεν είχε φωνή, δεν μπορούσε να  παρακαλέσει.

Τρίτη 21 Φεβρουαρίου 2012

Η μουσταλευριά... ευλογία ή τιμωρία;


Οφείλει να είναι δίκαιη. 
Οι νύχτες που ακολούθησαν ήταν καλλίτερες.  
Τα κορμιά άρχισαν να βρίσκουν δρόμους  συνεννόησης. 
Μα το δικό της  ποτέ δεν ένιωσε εκείνη την παράφορη αίσθηση της απολύτρωσης από ένα γλυκό βάσανο που θέλεις να τελειώσει μια ώρα αρχύτερα και ταυτόχρονα να διαρκέσει μια αιωνιότητα – οργασμό το λέμε σήμερα.Τότε δεν υπήρχε ούτε σαν έννοια, ούτε σαν λέξη στο λεξιλόγιο  των γυναικών πολύ περισσότερο των κορασίδων.

Τρίτη 14 Φεβρουαρίου 2012

Η μουσταλευριά




Ασυνήθιστα ζεστό βράδυ για μέσα του Ιούνη. 
Ένας μικρός πρόωρος καύσωνας. 
Πνιγηρή, έτσι κι αλλιώς, η ατμόσφαιρα στο μονόκλινο δωμάτιο στον δέκατο όροφο του Ευαγγελισμού. 
Ο άρρωστος, προδομένος από το σώμα του και παραδομένος στην πρόσκαιρη ανακουφιστική επίδραση της μορφίνης,  βρίσκεται σε μια κατάσταση υπνηλίας που, νομοτελειακά, θα την διαδεχθεί  το μαρτύριο των πόνων. Πόνοι που θα βιώσουν και οι δύο. 
Άνοιξε το παράθυρο. Η κίνηση από την Βασιλίσσης Σοφίας όρμησε απρόσκλητη και το μονότονο βουητό έγινε ένα με την πηχτή σιωπή του δωματίου. Το πάρκο που μεσολαβεί δεν στάθηκε ικανό ούτε τους ήχους να απορροφήσει, ούτε να δημιουργήσει μια πνοή δροσιάς. 
Βιάστηκε να το ξανακλείσει. 
Ο άρρωστος βόγκηξε μαλακά.
-Πονάς;
Η παλάμη του ταλαντεύτηκε με κόπο σε μια κίνηση άρνησης.
Ακούμπησε το χέρι στο μέτωπό του. Το  αισθάνθηκε ζεστό και ιδρωμένο. Τα χείλη του ξερά, χαρακωμένα. Πέρασε ένα υγρό χαρτομάντιλο και του δρόσισε το πρόσωπο. 
Του ξέφυγε ένας αναστεναγμός ανακούφισης.
Αναγάλλιασε γι αυτό το τόσο δα που μπορούσε ακόμα να του προσφέρει.

Κυριακή 4 Σεπτεμβρίου 2011

Τα τρία τηλεφωνήματα που ποτέ δεν έγιναν τέσσερα

Το τηλέφωνο χτύπησε. 
Και  δεν ήταν για καλό. 
Μέσα  από πολλές παύσεις κι αναφιλητά, ξέπνοη η μάνα κατάφερε να την πληροφορήσει ότι ο πατέρας είχε γλιστρήσει από την ελιά, που ανέβηκε να ραβδίσει, κι είχε χτυπήσει άσχημα. 
Η μανούλα της – η κυρά Λένη με τ’ όνομα - ήταν από τις γυναίκες εκείνες που είχε στο νου του ο Μάνος Ελευθερίου όταν έγραφε:



            Το σεργιάνι μας στον κόσμο
           Ήταν δέκα μέτρα γης.
           Όσο πιάνει ένα σπίτι
           Και ο τοίχος μιας αυλής.


Κυρά κι αφέντρα στο σπιτικό τους, κουμαντάριζε με αγαθή πονηριά τον άντρα της, έραβε ρούχα για τις δυο κόρες της – να πηγαίνουν  καλοντυμένες στην εκκλησιά, να τις καμαρώνει το χωριό – και περηφανευόταν ότι η αυλή της είχε τις ομορφότερες βιολέτες του χωριού  που η ίδια διασταύρωνε με τέχνη, υπομονή και φαντασία.
Πέρα όμως από τον μαντρότοιχο της αυλής τους ένιωθε αμήχανη, σαν ψάρι που ξενέρισε. Ο έξω κόσμος, της φαινόταν πολύ σκληρός για να τον αντιμετωπίσει. Ούτε λόγος πως θα μπορούσε να πάει στην Χώρα, στο νοσοκομείο, να συνεννοηθεί με τους σπουδαίους γιατρούς που μιλάνε εκείνη  την περίεργη γλώσσα. Μόνο με την Παναγιά μπορούσε να κουβεντιάζει, γιατί εκείνη δεν είναι σπουδαγμένη και καταλαβαίνει την γλώσσα των απλών. 
Είχε εμπιστοσύνη στη μάνα του Χριστού αλλά μέσα της δούλευε και το: « Άγιε Νικόλα βόηθα με, κούνα κι εσύ τα χέρια σου». Θα ησύχαζε μόνο όταν η μεγάλη κόρη της, που – δεν μπορεί – θα εμφανιζόταν από στιγμή σε  στιγμή σαν σίφουνας, ν’ ανασκουμπώσει τα μανίκια με τον δυναμισμό της , να ξορκίσει  το κακό με την  αισιοδοξία της, να βάλει τα πράγματα σε τάξη με την καπατσοσύνη  της, να σηκώσει το βάρος στους λεπτοκαμωμένους ώμους της, να φέρει πίσω τον ξεροκέφαλο άντρα της γερό και δυνατό, μα μ’ ένα κουκούτσι μυαλό παραπάνω, να μην ξανακάνει κουτουράδες θαρρώντας πως είναι ακόμα τζόβενο.