Τετάρτη, 24 Αυγούστου 2011

Για όλα φταίει ο Γκέντελ... η συνέχεια

Ταφόπλακα του Γκέντελ
στο κοιμητήριο του Πρίνστον


Ήταν όμορφη αυτή η ανέμελη φάση της επικοινωνίας τους, μα το αλάφιασμα δεν έλεγε να την εγκαταλείψει, μια και κάτι μέσα της την προειδοποιούσε  ότι δεν επρόκειτο να διαρκέσει.




Δεν έπεσε έξω.
Αφορμή, τα γεγονότα που ακολούθησαν την δολοφονία του Αλέξη Γρηγορόπουλου. Το συλλαλητήριο ξέφυγε από τον έλεγχο των διοργανωτών, οι γνωστοί κουκουλοφόροι, που   ανακατεύτηκαν με τους διαδηλωτές, δημιούργησαν νοοτροπία όχλου, η οργή πήρε τη μορφή βίας, οι δυνάμεις      καταστολής - δρώντας υπό καθεστώς συλλογικής ενοχής - δεν ήταν σε θέση να επιβάλλουν κάποια στοιχειώδη τάξη, το κέντρο της Αθήνας πήρε φωτιά. 
Η πόλη απόμεινε πληγωμένη, κατεστραμμένη, λεηλατημένη.
Εκείνος, έχοντας μόλις επιστρέψει από τον χώρο των επεισοδίων, έφτυσε όλη του την φόρτιση  επάνω της εκφράζοντας αηδία και περιφρόνηση για την απουσία της. Με  ανεξέλεγκτα οργισμένες εκφράσεις, την κατηγόρησε για αδιαφορία και εφησυχασμό, την χαρακτήρισε κοινωνικά ανάλγητη, της απέδωσε προσωπική ευθύνη  για το κατάντημα της χώρας, ειρωνεύτηκε τη σιωπή των «αθώων» τονίζοντας ότι η δύναμη των κακών είναι η απάθεια των πολλών, της θύμισε, με μπόλικη κακεντρέχεια, το τραγούδι:    « έντιμε άνθρωπε κυρ Παντελή», που κατά τη γνώμη του, είχε γραφτεί γι αυτήν και τους όμοιους της.

« Το ξέρεις, υποθέτω, ότι ο τελευταίος στίχος ήταν: “ θάψτε τους έντιμους μες στα σκατά” και η υποκριτική λογοκρισία τον “ ευπρέπισε”  αντικαθιστώντας τον με: “ θάψτε τους έντιμους μες στα σπαρτά”.

Σαν να ξεθύμανε, έχοντας εκτονώσει την οργή του απαξιώνοντάς την, το υπόλοιπο μήνυμα ήταν γραμμένο σε ηπιότερο ύφος. Παραδέχτηκε  ότι δεν συμφωνούσε με τους βανδαλισμούς, αυτό όμως δεν ήταν λόγος που θα τον απέτρεπε από το  να διαδηλώνει την  αγανάκτησή του, μια τακτική που είχε εφαρμόσει σε όλη του τη ζωή .

«Ιδιώτη, στην αρχαία Ελλάδα, αποκαλούσαν χλευαστικά εκείνον που, από οκνηρία, δεν συμμετείχε στα κοινά της πόλης, δεν έπαιρνε μέρος στις συνελεύσεις ούτε αναλάμβανε αξιώματα ως όφειλε. Στις μέρες μας η λέξη έχασε το αρχικό της νόημα, στις αγγλοσαξονικές γλώσσες όμως το idiot  που σημαίνει ηλίθιος   ετυμολογείται από το αρχαιοελληνικό ιδιώτης.»

Κατέληγε με περιγραφές. Πώς έκλαιγε από τα δακρυγόνα, αλλά και πώς είχε διάθεση να διηγείται ιστορίες σε κάποια Μαρία που βρέθηκε τυχαία δίπλα  του που την έκαναν να γελάει ασταμάτητα.

« Γέλια και δάκρια στα ίδια μάτια είναι όλα τα λεφτά. Το  φωτεινό της πρόσωπο γεμίζει ακόμα το πλάνο μου. Έλειπες, ήσουν αλλού.»

Την είχε στήσει στα έξι μέτρα και την πυροβολούσε. 
Τού είχε αναλύσει την κοσμοθεωρία της και τη στάση ζωής που είχε υιοθετήσει. 
Τού είχε διεξοδικά  περιγράψει την αλλεργία που της έφερνε η βία σε οποιαδήποτε μορφή. Δεν θα πήγαινε ποτέ ηθελημένα να την συναντήσει. 
Πάντα την εκνεύριζε η αναφορά στον «κυρ Παντελή». Αν όλοι οι άνθρωποι ήταν έντιμοι δεν θα χρειαζόταν κάποιοι να πάρουν τους δρόμους εκδηλώνοντας την βίαιη αγανάκτησή τους. Αν όλοι οι άνθρωποι ήταν έντιμοι δεν θα  πέθαιναν τα παιδιά πουθενά στη γή.
Τα ήξερε όλα αυτά. Θα ήταν αναποτελεσματικό να τα επαναλάβει μια φορά ακόμα. 
Μπορούσε όμως να διεκδικήσει το δικαίωμα στην διαφορετικότητα που από μόνο του είναι η πεμπτουσία της δημοκρατίας.

« Όταν εσύ διοχέτευες τις ευαισθησίες σου στην έξαψη της επανάστασης, εγώ διοχέτευα τις δικές μου στην αρμονία του χορού. Ήμουν κι εγώ ανάμεσα σε πολύ κόσμο, σ’ ένα ειρηνικό περιβάλλον, όπου αστυνομία και δακρυγόνα δεν είχαν λόγο ύπαρξης. Στην ετήσια παράσταση της σχολής χορού παρουσίασα μαζί με τον δάσκαλό μου ένα αργεντίνικο τάνγκο. Είχε προηγηθεί ένας μήνας με εξαντλητικές πρόβες και το άγχος μου είχε εκτοξευθεί. Δημιουργικό άγχος, αν κρίνω από τον ενθουσιασμό των θεατών που μεταφράστηκε σε παρατεταμένο χειροκρότημα.
Δεν ήσουν εκεί, έλειπες.»

Πήγαινε γυρεύοντας. Περίμενε να την χαρακτηρίσει το λιγότερο ιερόσυλη καθώς εξομοίωνε πράγματα που τα χώριζε άβυσσος. Η απάντησή του ήταν κάτι παραπάνω από έκπληξη.

«Θα ήθελα πολύ να ήμουν εκεί.»

Του  έστειλε ένα βίντεο.

Εκθείασε με γλαφυρότητα -  ήταν μάστορας του λόγου -  την εκφραστικότητα, τον έλεγχο του ρυθμού, την αρμονία των κινήσεων, την ακρίβεια των βημάτων της…

« Μα ο καβαλιέρος σου δεν ήταν αντάξιός σου. Οδηγούσε το κορμί σου με τεχνική, αλλά χωρίς πάθος. Άλλος θα σε είχε απογειώσει, κάνοντάς σε να χάσεις το μέτρημα και τον έλεγχο, χωρίς το αποτέλεσμα να χάσει το παραμικρό, αντίθετα θα κέρδιζε σε ερωτισμό. Το τάνγκο δεν είναι ένας απλός χορός. Είναι ο έρωτας αυτοπροσώπως».
Από το έμπειρο μάτι του δεν είχε περάσει  απαρατήρητη η ομοφυλοφιλία του παρτενέρ της.

Η κουβέντα έμπαινε σε δύσκολες ατραπούς , έλα όμως που η καρδιά της λιγώθηκε και ένιωσε σαν κόκκινο μπαλόνι που πετάει ανάλαφρα προς τα πάνω! Έλα που έπιασε τον εαυτό της να χαμογελάει ηλίθια, μέσα στο μετρό, αναπολώντας τις λέξεις του! Και  μόνο όταν αντιλήφθηκε ότι ο άντρας στο απέναντι κάθισμα είχε παρερμήνευσει  το χαμόγελο, βιάστηκε να συμμαζέψει τ’ ασυμμάζευτα. Αυτό το ζαχαρωμένο συναίσθημα δεν μπορούσε να το ελέγξει, μπορούσε όμως να αυτολογοκριθεί και να μην το βγάλει προς τα έξω, αν δεν ήθελε να μπει σε περιπέτειες. Της  φάνηκε ευκαιρία  να τού εκφράσει την χαρά της, ταυτόχρονα με την δυσαρέσκεια για τα προηγούμενα. Δύο σε ένα. 

« Έτσι θα προχωρήσει η επικοινωνία μας; Με  το μαστίγιο και το καρότο; Πίστεψε με, δεν έχεις να μάθεις κάτι που δεν ξέρεις, χρησιμοποιώντας ανακριτικές μεθόδους. Ουκ αν λάβοις παρά του μη έχοντος.»

Χαμογελούσε στην ιδέα ότι η μπάλα είχε φύγει καρφωτή από τα χέρια της.
Το χαμόγελο πάγωσε στα χείλη της όταν άνοιξε την απάντηση.

«Και τι ξέρεις εσύ από ανάκριση και μού την πετάς κατάμουτρα; Πού έμαθες γι αυτήν και τις μεθόδους της; Στον κινηματογράφο ή σε κανένα λαϊκό ανάγνωσμα ή μήπως στα λεξικά;
Μάθε λοιπόν, μωρό μου, ότι κάποτε  την χώρα κυβερνούσε μια χούντα συνταγματαρχών και κάποιοι δεν το αντέχαμε αυτό. Αποτέλεσμα; Πόσες φορές δεν με πήραν σηκωτό από τα πανεπιστημιακά αμφιθέατρα, καθ’ υπόδειξιν των καθηγητών μου και με τη σιωπηλή ανοχή των «αμνών» συμφοιτητών μου να με πάνε πότε  στη Μπουμπουλίνας και πότε στη Μεσογείων, να με μάθει από πρώτο χέρι και εξ απαλών ονύχων ο κάθε τυχάρπαστος εσατζής την ανάκριση και τις μεθόδους της; Εσύ βέβαια ήσουν νήπιο τότε μα, και στην αντίθετη περίπτωση, δεν υπήρχε περίπτωση να είσαι μαζί μου. Δεν σού ζήτησε κανείς βοήθεια ή συμπαράσταση, όχι όμως ό,τι δεν καταλαβαίνεις να το υποβιβάζεις προσπαθώντας να το γελοιοποιήσεις.
Τελικά είσαι κακός άνθρωπος.
Δεν ξέρω, μόνο, αν είσαι ταμένη στο κακό.
Τίποτα άλλο. 
Γεια.»

Γι αλλού το πήγαινε και άλλα της προέκυψαν.
Ο δόκτωρ Τζέκιλ είχε για μια ακόμα φορά μεταμορφωθεί σε κύριο Χάιντ.
Είχε αρχίσει να αποδέχεται τις μεταπτώσεις του.
Μα, όσο συνηθίζει κανείς τ’ αλλόκοτα, πάντα υπάρχει ένα σκαλί να τον κατεβάσει πιο χαμηλά. Εκείνος ο φαινομενικά ανώδυνος χαιρετισμός έκρυβε το νόημα του οριστικού αποχαιρετισμού.
Δεν άργησε να διαπιστώσει ότι την είχε αποκλείσει από το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο και το blog του   χαρακτηρίζοντας τα  μηνύματα και τα σχόλιά της ανεπιθύμητα.
Της είχε κλείσει την πόρτα κατάμουτρα!
Βίωσε το αίσθημα απόρριψης κι ύστερα έμαθε τι θα πει σύνδρομο στέρησης.
Τα ψυχοσωματικά συμπτώματα εμφανίστηκαν έντονα.
Αισθάνθηκε τον οργανισμό της σε βιολογική αποδιοργάνωση.
Εκείνος θρονιάστηκε, με το έτσι θέλω, στον εγκέφαλό της απασχολώντας μόνιμα τη σκέψη της παράλληλα με οτιδήποτε άλλο έκανε. 
Το πρόβλημα της βίαιης και μονόπλευρης διακοπής της επικοινωνίας διογκώθηκε υπέρμετρα έτσι που ό,τι άλλο συνέβαινε γύρο της φάνταζε ασήμαντο.
Νύχτες αγρύπνιας ταλαιπωρούσαν το κορμί της. Η διαδικασία επαναλαμβανόταν σταθερά με τον ίδιο τρόπο: ξυπνούσε μετά από ένα δίωρο ταραγμένο ύπνο. Το ξύπνημα ήταν απότομο, χωρίς εκείνο το ασαφές μεσοδιάστημα μεταξύ ύπνου και εγρήγορσης. Ακαριαία στην οθόνη του μυαλού της άναβαν έντονοι ανακριτικοί προβολείς που έλουζαν στο ενοχλητικό τους φως τις ίδιες  χιλιοεπεξεργασμένες  σκέψεις, τα επίμονα «γιατί», τα αναιμικά «διότι».
Τα επινεφρίδια έχυναν ποτάμια αδρεναλίνης που κρατούσαν το κορμί τσιτωμένο και απομάκρυναν κάθε ιδέα για συνέχιση του ύπνου.
Στριφογύριζε στο ιδρωμένο μαξιλάρι σαν κολασμένη. 
Κοιτούσε τις κόκκινες  λυχνίες στο ψηφιακό ρολόι του κομοδίνου και ευχόταν να ξημερώσει, να τελειώσει το νυχτερινό μαρτύριο, εν γνώσει της ότι το ημερήσιο δεν θα ήταν λιγότερο επώδυνο.

Το πρωινό ύπτιο κολύμπι, με τα μάτια κλειστά, στην πισίνα, της χάριζε μια πρόσκαιρη αναζωογόνηση.  Η άνωση εξουδετέρωνε την βαρύτητα και η «αβάσταχτη ελαφρότητα» του κορμιού ήταν μια χαλάρωση, απαραίτητη για να συνεχίσει τη ζωή  στους γνώριμους ρυθμούς. Στο  τραπέζι του πρωινού, όμως, έπινε ένα σκέτο καφέ γιατί ένιωθε πως μια μπουκιά και μόνο αν έβαζε στο στόμα, θα ξερνούσε όλη τη χολή που δηλητηρίαζε  τον οισοφάγο της.

Λες να ήταν η εκδίκηση του Γκέντελ;

Από άποψη δεν θα κατέφευγε ποτέ στην βοήθεια χαπιών . Πίστευε ότι μπορούσε – όπως πάντα – να κουμαντάρει την κατάσταση χωρίς χημική υποστήριξη. Η    αυτοκυριαρχία ήταν μια αποσκευή που κουβαλούσε από τα γεννοφάσκια της. Μα δεν είχε αντιληφθεί τις αλλαγές που είχαν συντελεστεί μέσα της, δεν είχε πάρει είδηση ότι δεν ήταν παρά η σκιά του εαυτού της. Απορούσε, ωστόσο, πώς κανείς γύρο της δεν έδειχνε να έχει αντιληφθεί τον καταστροφικό πόλεμο που συνέβαινε στο σώμα της.

Κανείς;

Ίσως και όχι!

Συνεχίζεται...

Μην ξεχάσετε να κοιτάξετε το βράδυ βορειοανατολικά.
Θα βρέξει πεφταστέρια.



1 σχόλιο:

  1. Πώς περιγράφεται τόσο ποιητικά γλαφυρά κάτι που πονάει τόσο;
    Σέβομαι και υποκλίνομαι...στο γράψιμο...

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Οι κουβεντούλες μας