Τρίτη, 17 Απριλίου 2012

Η μουσταλευριά... ο έρωτας.



Vincent van Gogh ΧΡΥΣΆΝΘΕΜΑ 

Ο τίτλος του χρονογραφήματος της επομένης ήταν: 
«Πώς η Δήμητρα κατάντησε Ρούλα»
Ο δημοσιογράφος φαινόταν να βρίσκεται σε μεγάλα κέφια. Κριτικάριζε, καλοπροαίρετα πάντως, την τάση των Νεοελλήνων να χρησιμοποιούν υποκοριστικά που αλλοιώνουν  και την γλωσσική και την ιστορική ταυτότητα.   Ο λόγος του είχε τη σωστή δόση γλυκόπικρου χιούμορ, έτσι που ενώ έλεγε σκληρές αλήθειες δημιουργούσε ανάλαφρη διάθεση. 

Ξαφνιάστηκε ευχάριστα. Είχε τώρα μια πρώτη απάντηση στο ερώτημα: "πώς βρίσκει θέμα κάθε μέρα;" Από την άλλη κολακεύτηκε. Η συνάντησή τους αποτέλεσε πηγή έμπνευσης. Κάλεσε το τηλεφωνικό κέντρο.

-Είμαι η… Δήμητρα, είπε όταν της τον έδωσαν. Το " καινούργιο" όνομα έφτασε με κάποια δυσκολία στην άκρη της γλώσσας της και ήχησε παράξενα στ' αυτιά της.
-Και σας σκεφτόμουν. Πώς σας φάνηκε η εκπομπή;
-Εξαιρετική, όπως πάντα.
-Σήμερα όμως ήταν αφιερωμένη σε σας, υπήρξατε η μούσα μου.
-Δεν μου έχει ξανασυμβεί, είπε αυθόρμητα, με αφοπλιστική ειλικρίνεια και μια χροιά  ευγνωμοσύνης.
-Να το συνηθίσετε, μπορεί να ξανασυμβεί. Αλήθεια, έχω το πιάτο σας στο αυτοκίνητο – η μουσταλευριά καταβροχθίστηκε στη στιγμή. Το σπίτι σας είναι στο δρόμο μου. Να περάσω να το αφήσω;


Έριξε μια απελπισμένη ματιά στο ταχτοποιημένο διαμέρισμα. Της φάνηκε μίζερο και άχρωμο. Έτρεξε στο ανθοπωλείο και πήρε κίτρινα αγιοδημητριάτικα χρυσάνθεμα . Άνοιξε διάπλατα τα στόρια να μπει το φθινοπωρινό φως. Ήταν καλύτερα έτσι. Όταν χτύπησε το κουδούνι κοιτάχτηκε ασυναίσθητα στον καθρέφτη του χολ. Διόρθωσε μηχανικά ένα τσουλούφι. 
Δεν πρόλαβα να βάλω κραγιόν. 
Στεκόταν στην πόρτα μισοκρυμμένος πίσω από ένα μπουκέτο κίτρινα  χρυσάνθεμα.
-Βλέπω, συμπίπτουν τα γούστα μας, είπε κοιτάζοντας το βάζο.
Κουβέντιασαν για λουλούδια και για σταφύλια, για μουσταλευριές και σύκα, για παστέλια και χαλβάδες, για τις ατάκες των εγγονιών τους  και η ώρα κύλισε χωρίς να καταλάβει το πώς.
Δεν της έδωσε το χέρι για αποχαιρετισμό, την τράβηξε απαλά κοντά του και την φίλησε στο στόμα. 
Έφυγε χωρίς να πει λέξη. Ήξερε καλά την τέχνη της σαγήνης. Την άφησε να τσουρουφλίζεται με την γεύση του φιλιού. Και τι γεύση! Με τη γλύκα και το άρωμα του περγαμόντου που τον είχε φιλέψει. Αν στο παραμύθι ένα φιλί ξυπνάει την κοιμωμένη βασιλοπούλα από τον πολύχρονο ύπνο της , το δικό του φιλί ξύπνησε τη σάρκα κι αναστάτωσε τις αισθήσεις.
 Ήθελε… ήθελε κι άλλο… το ήθελε πολύ… τον ήθελε πολύ.

Ύστερα, η ζωή έγινε παραμύθι.
Το σώμα και το πνεύμα της ανταποκρίθηκαν σε κάθε του επιθυμία, που γινόταν αυτόματα και δική της.
-Με καταθλίβουν τα μαύρα ρούχα... εκτός κι αν είναι  εσώρουχα. Τόσο διεγερτικά!
Όσο ανέβαινε το ασανσέρ, εκείνη μισάνοιγε την  πόρτα και κρυβόταν πίσω της. Φορούσε μια μακριά βελούδινη τυρκουάζ ρόμπα κάτω από την οποία υπήρχαν μόνο μαύρα εσώρουχα. Εκείνος έκλεινε μαλακά με την πλάτη  την πόρτα, έλυνε τον φιόγκο της ζώνης, άφηνε τη ρόμπα να  γλιστρήσει στο πάτωμα και την έκλεινε στην αγκαλιά του. Περπατούσαν παραπατώντας ανάμεσα σε φιλιά και χάδια προς το κρεβάτι. Εκείνη ήταν άπειρη, αλλά ο έρωτας την έκανε δεκτική. Εκείνος ήταν ξεσκολισμένος και φιλήδονος και ακόρεστος. Η ηλικία δεν στάθηκε ούτε για μια στιγμή εμπόδιο. Δεν διέφεραν από ένα νεαρό ερωτευμένο ζευγάρι. Τίποτα δεν έλειπε. Ούτε ψιλοζηλοτυπίες, ούτε μικροπαράπονα - δικαιολογημένα ή όχι - ούτε καυγαδάκια που αλατοπιπερώνουν τη σχέση και ζαχαρώνουν το φιλί της συμφιλίωσης . 
Όπως εκείνη τη φορά που θύμωσε – μα θύμωσε στ’ αλήθεια δεν έκανε νάζια – και της έβαλε τις φωνές.
-Δεν θέλω να το ξανακάνεις ποτέ αυτό! Ακούς;  Ποτέ! 
-Μα...
-Φιλί στα μάτια σημαίνει χωρισμό.
Κι εκείνη ζάρωσε για μια στιγμή – η λεκτική βία δεν είναι ήσσονος μορφής βία – μα μετά γλύκανε. Γιατί αν ένας  τόσο μορφωμένος άνθρωπος γαντζώνεται σε μια πρόληψη, μία μόνο εξήγηση υπάρχει: η αγάπη του δεν είναι μόνο λόγια.

Το  μόνο που τους διαφοροποιούσε από τους υπόλοιπους ερωτευμένους ήταν το δικαίωμα στο όνειρο.   Μια απαγορευμένη πολυτέλεια.  Ο ορίζοντας του μέλλοντος, βλέπεις,  εντελώς  περιορισμένος. Πώς  να κάνεις σχέδια; Με τι κουράγιο να ξεστομίσει η γλώσσα την κλασσική ερώτηση των νεαρών ζευγαριών: "Πώς φαντάζεσαι τη ζωή σου δέκα χρόνια μετά;" Μα ακριβώς αυτό  είχε και την θετική του πλευρά γιατί τους έσπρωχνε να ζουν το παρόν  στο φουλ της έντασης. Το «τώρα» ήταν η μόνη σιγουριά τους και το εκμεταλλεύονταν άπληστα οδηγώντας την απόλαυση του  στο μη περαιτέρω, στραγγίζοντας και την τελευταία σταγόνα του. Κάθε τους συνάντηση χρωματιζόταν από την απελπισμένη  μαγεία της εν δυνάμει τελευταίας.

Την έκανε να αισθανθεί όσα είχε στερηθεί. 
-Είσαι μητέρα και γιαγιά, της ψιθύριζε, αλλά είναι σαν να κρατάω στην αγκαλιά μου μια παρθένα. Εκείνη έλιωνε χορταίνοντας λόγια και αγγίγματα. Οι μαραμένες αισθήσεις άρχισαν να οξύνονται, μια ακατανίκητη ορμή διαχεόταν μέσα της να εξερευνήσει το ξένο σώμα και ταυτόχρονα το παραγνωρισμένο δικό της , γιατί εκείνη την ώρα τα κορμιά δεν ήταν δύο, ένα αξεδιάλυτο σύνολο ήταν. Ανατρίχιαζε με την ανατριχίλα του, ίδρωνε από τον ιδρώτα του, άγγιζε για να αγγιχτεί, έδινε για να πάρει και παίρνοντας να δώσει, φλογιζόταν από το άναμμά του, μύριζε αχόρταγα το ενιαίο άρωμα των πυρπολημένων σωμάτων και ξεψυχούσε αποκαμωμένη νιώθοντας την χαλάρωσή του.


2 σχόλια:

  1. Σήμερα μαζεύτηκα...μήπως διαβάζω Βαμβουνάκη???

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Τυχερή!!!

    Η σύγκριση μου ακούγεται ιερόσυλη.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Οι κουβεντούλες μας