Τρίτη, 10 Σεπτεμβρίου 2013

Φούγκα για δύο ασύμμετρες φωνές... ΕΚΙΝ



Φωτο Παναγιώτης Κούκης

Εκεί κατά τα μέσα του ’70  το αντιστασιακό κίνημα έμοιαζε να βυθίζεται σε τέλμα καθώς η χούντα έπαιρνε το πάνω χέρι έχοντας εξαρθρώσει τη μια μετά την άλλη τις αντιδικτατορικές οργανώσεις. Οι αριστεροί, μπροστάρηδες από συνήθεια σε κάθε αγώνα, τσακισμένοι από την ήττα στον εμφύλιο, καταπτοημένοι από τις διώξεις του παρακράτους που ακολούθησε, συνήθεις ύποπτοι για τις διωκτικές αρχές της χούντας έδειχναν κουρασμένοι, ανίκανοι να συνεχίσουν να κρατούν ψηλά τη σημαία του αγώνα. Τότε ακριβώς μια ομάδα φοιτητών από διάφορες σχολές ποντάρισε στη νόμιμη πάλη κατά του καθεστώτος και ίδρυσε την Ελληνοευρωπαϊκή Κίνηση Νέων. Η ΕΚΙΝ δεν ήταν πολιτική-κομματική οργάνωση, αλλά κοινωνική-πολιτιστική καθ' όλα νόμιμη κι αυτό συσπείρωνε στις εκδηλώσεις της τον φοιτητόκοσμο χωρίς φόβο και πάθος. Ο Μιχαλιός τους είδε με πολύ σκεπτικισμό· δεν του γέμισαν το μάτι από την αρχή. Ήταν άκαπνοι, άμαθοι από αγώνες, καλομαθημένα βουτυρόπαιδα, γόνοι μεγαλοαστικών οικογενειών –με γονείς εφοπλιστές, υψηλόβαθμους αξιωματικούς με κάπως πιο φιλελεύθερες αντιλήψεις, αυλικούς... Όχι πως συμφωνούσε με τους υπεραριστερούς που  τους κατηγορούσαν για  προδότες και πως έπαιζαν το παιχνίδι του δικτάτορα ενισχύοντας το δημοκρατικό προσωπείο που ήθελε να παρουσιάζει στο εσωτερικό και στο εξωτερικό. Δεν αμφισβητούσε τις καθαρές προθέσεις τους, ήταν καλά παιδιά φανερά επηρεασμένα από τα φοιτητικά κινήματα της Δύσης –τα απόνερα του Γαλλικού Μάη έφτασαν με καθυστέρηση στα ελληνικά Πανεπιστήμια– αλλά δεν είχε κάτι να περιμένει από αυτούς. Ήταν ολοφάνερο πως η χούντα, που τους θεωρούσε σάρκα από τη  σάρκα της, θα τους άφηνε να παίξουν το παιχνιδάκι της αντιπαράθεσης, σίγουρη πως δεν θα ξεπερνούσαν κάποιες κόκκινες γραμμές και στην αντίθετη περίπτωση, αν γίνονταν ενοχλητικοί, δεν θα είχε δυσκολία να  τους καπελώσει.

Ο Ανέστης όμως –που ήταν από τα ιδρυτικά στελέχη- υπεράσπιζε με ανυπόκριτο ενθουσιασμό την αξιοπιστία τους, τους θεωρούσε άσπιλους κι αμόλυντους, και στοιχημάτιζε για την αποτελεσματικότητα της κίνησης, αρκεί να στελεχωνόταν σωστά. Γι αυτό ήταν πιεστικός στην προσπάθεια να διαλύσει τις αμφιβολίες  του Μιχαλιού, να ξεπεράσει τις αντιρρήσεις του και να τον πείσει πως δεν είχε πια την πολυτέλεια να μένει ανένταχτος. Ο Ανέστης ήταν καλός φίλος και μαζί εξασκούσαν με επιτυχία το σπορ της απαλλοτρίωσης βιβλίων από τα ράφια του Ελευθερουδάκη. Είχαν γίνει ένα ικανότατο δίδυμο που εκτελούσε την επιχείρηση με χειρουργική επιδεξιότητα. Συνήθως το πράγμα εξελισσόταν αθόρυβα, χωρίς παρατράγουδα. Εκείνη τη φορά κάτι στράβωσε, κάποιο μάτι τους είδε ή κάποιο στόμα άνοιξε κι έπρεπε να ξεφορτωθούν επειγόντως τα πειστήρια του εγκλήματος σε μέρος υπεράνω υποψίας. Ο Ανέστης τον παρέσυρε τρέχοντας προς το Κολωνάκι, στο σπίτι της μάνας του. 

Η κυρία ανήκε σε μια από τις παλιότερες Αθηναϊκές οικογένειες και ανάμεσα στο σόι συγκαταλέγονταν πρέσβεις, πολιτικοί και στρατιωτικοί. Ήταν έτοιμη να βγει, ντυμένη στην τρίχα με το καπελάκι ήδη φορεμένο. Τους κοίταξε από πάνω μέχρι κάτω ατημέλητους, λαχανιασμένους, αναψοκοκκινισμένους, ιδρωμένους  τόσο παράταιρους μέσα στο, προσεγμένο μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια, περιβάλλον του σπιτιού. Έριξε μια βιαστική και απαξιωτική ματιά στα παραφουσκωμένα τζάκετ, που έκρυβαν τη λεία και που τους έδειχναν αφύσικα παχύσαρκους, κατάλαβε μονομιάς τι συνέβαινε και είπε με επίσημη αυστηρότητα και μια χροιά αυταρχικότητας: “ Ανέστη, ήσουν και θα παραμείνεις αδιόρθωτος…”! Κι ενώ εκείνοι περίμεναν τους κρουνούς της ηθικολογίας να τους περιλούσουν και την κατηγορηματική άρνηση της συνενοχής –ο Μιχαλιός είχε ήδη αρχίσει να επεξεργάζεται εναλλακτικό σχέδιο- η παμπόνηρη Κολωνακιώτισσα συνέχισε χωρίς ν’ αλλάξει τόνο: “… πόσες φορές πρέπει να σου πω ότι το σπίτι είναι ανοιχτό για επισκέψεις μόνο τις Πέμπτες; Τέλος πάντων... Μπορείτε να χρησιμοποιήσετε με τον φίλο σου το γραφείο, μα να ξέρεις είναι η τελευταία φορά που κάνω εξαίρεση.” Έδωσε το χέρι στον Μιχαλιό για χειροφίλημα, που εκείνος εκτέλεσε σαν να είχε γεννηθεί στα σαλόνια, κι έφυγε βιαστική. Με το κλείσιμο της πόρτας οι δυο νέοι ξέσπασαν σε νευρικά, μέχρι δακρύων, χάχανα που με κόπο συγκρατούσαν τόση ώρα. Στο όνομα τέτοιων στιγμών ο Ανέστης πίεζε τον Μιχαλιό ν' αλλάξει γνώμη και να ενταχθεί στην κίνηση.

Ο Μιχαλιός αναγνώριζε πως  κάθε πέτρα που κυλούσε και δεν περίμενε να χορταριάσει ήταν μια κάποια λύση. Για την ώρα ήταν μια νόμιμη κίνηση, χωρίς σπουδαία οργάνωση, χωρίς ιεραρχία, μια μη προσωποπαγής ομάδα που τα μέλη της δεν είχαν αρχηγικές φιλοδοξίες, που  έμπαιναν στην αρένα, αγνοί και άφθαρτοι, χωρίς συγκροτημένο σχέδιο, πέρα από μια γενική διάθεση να διεκδικήσουν πολιτικές ελευθερίες. Ξεκίνησαν διοργανώνοντας διαλέξεις με εξαιρετικούς ομιλητές τη Ρέα Γαλανάκη, τον Κώστα Κουλουφάκο, τον Πέτρο Μάρκαρη, τον Ζαν Ζενέ… Ο Μιχαλιός δεν εντάχθηκε ποτέ ήταν όμως πάντα παρών σε κάθε εκδήλωσή τους. Παρόντες, άλλωστε, ήταν και οι μπάτσοι που έκαναν έλεγχο ταυτοτήτων στην είσοδο και την έξοδο μπερδεμένοι με τις διαταγές των ανωτέρων τους να είναι διακριτικοί. Η θέση τους ήταν εξαιρετικά άβολη όταν διάβαζαν πάνω στις ταυτότητες επώνυμο και πατρώνυμο. Ο επιφανής πατέρας θα μπορούσε να τους μεταθέσει στο Διδυμότειχο, με μισό τηλεφώνημα, στην πρώτη αστόχαστη κίνηση. 

Οι εκδηλώσεις της ΕΚΙΝ δεν άργησαν να γίνουν το θερμοκήπιο όπου επωάζονταν καινούργιες ιδέες και προτάσεις. Κάπως έτσι ερασιτεχνικά και διστακτικά έπεσε η ιδέα, που διαδόθηκε από στόμα σε στόμα, για το υποτυπώδες συλλαλητήριο στα Προπύλαια με αφορμή την τέταρτη επέτειο του πραξικοπήματος στις 21 Απριλίου του 71. Συλλαλητήριο της συφοράς δηλαδή, αλλά πάντως πιο αξιοπρεπές από εκείνο το πρώτο, τρία χρόνια πριν. Ένα “τεράστιο” πλήθος που συγκροτούσαν καμιά σαρανταριά μουδιασμένοι φοιτητές επιδόθηκαν στην τρομερά επαναστατική πράξη να καθίσουν στα σκαλάκια τραγουδώντας τον εθνικό ύμνο και το “πότε θα κάνει ξαστεριά” εναλλάξ και απανωτά. Όσο πρόλαβαν δηλαδή μέχρι να εξαντληθεί η υπομονή της αστυνομίας που όρμησε, τους έσπασε στο ξύλο και έκανε και τις απαραίτητες συλλήψεις. Είχε γίνει όμως μια αρχή που τόνωσε το ηθικό των άβγαλτων επαναστατών. Ένα συλλαλητήριο είναι ένα συλλαλητήριο, δεν είναι το τέλος του κόσμου ακόμα κι αν έχει για τίμημα ένα γερό μπερντάχι... Να το ξανακάνουμε... Στο αρχαιολογικό Μουσείο... Και να είμαστε περισσότεροι... Τα συλλαλητήρια έγιναν συνήθεια και η συγκρατημένη έως ανεκτική στάση των αρχών ασφαλείας έκανε τους φοιτητές να ξεθαρρεύουν. Μα όταν αναγγέλθηκε το συλλαλητήριο της πρωτομαγιάς στην πλατεία Κοτζιά και τα προγνωστικά έδειχναν πως θα ήταν πάνδημο, η χούντα κατάλαβε πως είχαν πάει πιο μακριά απ’ ό,τι περίμενε κι αποφάσισε να δείξει το σκληρό της πρόσωπο. Εκατοντάδες αστυνομικοί περικύκλωσαν την πλατεία και απαγόρευαν την είσοδο. Το συλλαλητήριο δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ και αυτή η ματαιωμένη δράση ήταν και το κύκνειο άσμα της ΕΚΙΝ. Η οργάνωση διαλύθηκε αμέσως μετά με δικαστική απόφαση και με αιτιολογικό πως είχε απομακρυνθεί από την ιδρυτική της διακήρυξη. 

Όχι όμως προτού προλάβει να δώσει τη σκυτάλη στο φοιτητικό κίνημα που αφυπνίστηκε επιτέλους και διεκδικούσε δυναμικά το αυτονόητο: τη διενέργεια φοιτητικών εκλογών. Το αίτημα έμοιαζε αθώο μα για να κινηθούν οι διαδικασίες έπρεπε να συγκεντρωθούν υπογραφές και οι περισσότεροι φοιτητές έδειχναν εντελώς απρόθυμοι να βάλουν τ’ όνομά τους σε μια λίστα η οποία θα κατέληγε με μαθηματική ακρίβεια στην Ασφάλεια –και την τύχη της θα ακολουθούσαν και οι ίδιοι. Οι φοιτητές που ανέλαβαν τη συγκέντρωση των υπογραφών έφτυσαν αίμα να πείσουν τους συμφοιτητές τους να ρισκάρουν και, πάνω που ο αριθμός άρχισε να γίνεται αξιοπρεπής, κάποιοι το ξανασκέφτονταν και απέσυραν την τελευταία στιγμή την υπογραφή τους. Ο Μιχαλιός δεν περίμενε να τον αναζητήσουν. Παρουσιάστηκε αυθόρμητα κι έβαλε το όνομά του στην πρώτη δεκάδα των 42 υπογραφών που μαζεύτηκαν τελικά με χίλια ζόρια. 

Όταν η λίστα δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα όλοι κράτησαν την αναπνοή τους. Δεν κουνήθηκε φύλλο. Η χούντα, για τους δικούς της λόγους, αποφάσισε να μην το κάνει θέμα. Χαμόγελα άνθισαν στα χείλη. Χαμόγελα ανακούφισης για όσους είχαν υπογράψει, χαμόγελα ενθάρρυνσης για όσους ήθελαν να υπογράψουν αλλά δεν τόλμησαν. Μετά ήλθε το ντόμινο. Κάθε σχολή έφτιαχνε  λίστα  συμπαράστασης στο αίτημα των 42. Τον Νοέμβριο του ’72 στήθηκαν επιτέλους οι κάλπες στις σχολές με πολλά παρατράγουδα, χωρίς καμιά εγγύηση νομιμότητας διαδικασιών, με νοθεία του κερατά, αλλά, όπως και να το δεις, ήταν μια νίκη. Που έκανε το φοιτητικό κίνημα να πάρει τα πάνω του και τα Πανεπιστήμια να βρίσκονται σε συνεχή αναβρασμό. Η μία σχολή μετά την άλλη έπαιρνε συλλογικές αποφάσεις για  αποχή από τα μαθήματα και τα τεράστια πολύχρωμα πανό στις εισόδους των  σχολών διατυμπάνιζαν το γεγονός δίνοντας τέλος στην ηρεμία νεκροταφείου που επικρατούσε μέχρι τότε στα Πανεπιστήμια. Η Χούντα κατάλαβε, κάπως αργά, πως είχε δώσει πολύ χώρο και αποφάσισε να σκληρύνει τη στάση της.

Συνεχίζεται...




4 σχόλια:

  1. Καλημέρα! Διαβάζω τις αράδες για τη συλλογή υπογραφών και χαμογελώ αμήχανα. Ξέρεις, το συνονθύλευμα των ανθρώπων που συμμετέχουν έχουν κατά νουν ο καθένας και διαφορετικό λόγο.
    Με το πέρασμα του χρόνου και μετά την ροή των γεγονότων όταν κατακαθίσουν όλα και "διευθετηθούν" τότε εκ των υστέρων ανακαλύπτεις πόσο λίγοι ήσασταν τελικά στο ξεκίνημα.
    Μοιάζει λίγο μ' αυτό που λέει ο Μακρυγιάννης για την συμμετοχή κλεφτοκοτάδων στην επανάσταση του 21. "... και χωρίς αυτούς επανάσταση δε θα γίνονταν"
    Νάσαι καλά θυμητάρι, μας ξεναγείς στο γνωστό αναμνηστικό μας νευρώνα.
    Πασχάλης

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Φαίνεται πως έχεις πολλές ιστορίες αποθηκευμένες.
      Πού και πότε θα τις βγάλεις;

      Διαγραφή
  2. Εκείνο που με γεμίζει αυτή τη στιγμή είναι το τρίχρονο αιθέριο πλάσμα που ακούει στο όνομα Ελενίτσα. Όλα τα άλλα σκεπάστηκαν με χρυσή άμμο από το πέρασμα του Σιμούν.
    Χαρά μου να μιλώ μαζί σου.
    Πασχάλης

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Οι κουβεντούλες μας