Τρίτη, 3 Σεπτεμβρίου 2013

Φούγκα για δύο ασύμμετρες φωνές... ο συγγραφέας



Φωτο Παναγιώτης Κούκης

Εκείνο το βραδάκι ο Μιχαλιός ανηφόριζε τη Μασσαλίας με προορισμό το κτίριο της Ελληνοαμερικανικής Ένωσης στο νούμερο 22. Οι αντιστασιακοί είχαν χίλιους μύριους λόγους να βλέπουν την Αμερικανική εξωτερική πολιτική σαν κόκκινο πανί,  πρώτιστα για την πολιτική κάλυψη που πρόσφερε στη χούντα, μα η Ένωση ήταν νεανικό στέκι για τους ψαγμένους φοιτητές που είχαν ανακαλύψει στο ζεστό, καθαρό, πολιτισμένο περιβάλλον του αναγνωστήριου ένα χώρο πολύ φιλικότερο από τις αντίστοιχες απρόσωπες, άχρωμες αίθουσες της πανεπιστημιακής Λέσχης στην Ιπποκράτους. Η Ένωση ήταν πόλος έλξης και για άλλους λόγους καθώς συχνά-πυκνά διοργανώνονταν εκεί πολιτιστικά δρώμενα που ήταν πραγματική όαση  για το πνευματικά άνυδρο  τοπίο της εποχής μια και οι εκπρόσωποι της διανόησης, που θα είχαν κάτι να πουν, και οι καλλιτέχνες, που θα μπορούσαν να εμπνεύσουν, βρίσκονταν υπό διωγμόν. 


Τον τελευταίο μήνα γίνονταν καθημερινά προβολές ταινιών μικρού μήκους απ’ όλο τον κόσμο. Μετά από κάθε προβολή ακολουθούσε σύντομη συζήτηση στη διάρκεια της οποίας πλανιόταν στην κατάμεστη αίθουσα η ελπίδα ν’ ακουστεί κάτι που θα ταράξει τα νερά. Ένας υπαινιγμός, ένα υπονοούμενο, μια νύξη ... κάτι, τέλος πάντων, που θα έφερνε σε αμηχανία τους χαφιέδες, που καραδοκούσαν στημένοι ανάμεσα στο ακροατήριο. Οι φοιτητές διασκέδαζαν να τους βλέπουν να ανταλλάσσουν ερωτηματικές ματιές καθώς ήταν τόσο άσχετοι που θα μπορούσαν να περάσουν τον Σολωμό για ψάρι. Μα ακόμα καλύτερα ήταν όταν τους έβλεπαν να αφηνιάζουν χωρίς να μπορούν να κάνουν άμεσα κάτι -οι διαταγές ήταν να περιορίζονται στην παρακολούθηση και την αναφορά. Το φιλμ που άνοιξε τη βραδιά δεν προσφερόταν για εκμετάλλευση. Μια  βουβαμάρα έπεσε στην αίθουσα καθώς τα φώτα άναψαν. Οι φοιτητές κοιτάζονταν διστακτικοί. Η ταινία δεν είχε πολιτικά μηνύματα. 

Ο συντονιστής προσπάθησε να κρύψει ένα χασμουρητό και ετοιμάστηκε να προλογίσει το επόμενο φιλμάκι, όταν πρόσεξε το σηκωμένο χέρι του  Μιχαλιού και του έδωσε τον λόγο.
-Η σύγκριση του άλλοτε με το τώρα μου θύμισε το διήγημα του Σαμαράκη “Αρνούμαι”.
Το σχόλιο ήταν προσχηματικό, δεν είχε καμιά ουσιαστική σχέση με την ταινία, μα και μόνο το άκουσμα του ονόματος του συγγραφέα έκανε την αίθουσα να σειστεί από το χειροκρότημα. Ο συντονιστής προσπάθησε να επιβάλει την τάξη, μα τα σηκωμένα χέρια που διεκδικούσαν τον λόγο ήταν δάσος τώρα πια. Στη μισή ώρα που ακολούθησε έγινε διεξοδική ανάλυση του διηγήματος -λες κι αυτό ήταν το θέμα της συζήτησης- ενώ η ταινία αγνοήθηκε παντελώς. Ο μικρομηκάς σκηνοθέτης, αν τύχαινε να ήταν παρών, θα τραβούσε τα μαλλιά του. 

Με το τέλος της εκδήλωσης, και καθώς το πλήθος διαλυόταν, ένα μικρόσωμος άνδρας πλησίασε τον Μιχαλιό και αυτοσυστήθηκε απλώνοντας το χέρι σε μια ζεστή χειραψία. 
-Σαμαράκης, είπε με απλή επισημότητα. Θα μου επιτρέψεις να σε συνοδέψω.
Ο Μιχαλιός ξαφνιάστηκε. Τα βιβλία του είχαν μια μικρή φωτογραφία στο οπισθόφυλλο, αλλά δεν θα τον αναγνώριζε αν τον έβλεπε στον δρόμο κι ας ήταν συγγραφέας-είδωλο κι ας είχε διαβάσει ό,τι είχε εκδώσει ρουφώντας αχόρταγα  και την τελευταία άνω τελεία. Καθόλου παράξενο. Εκείνη την εποχή η τηλεόραση δεν είχε στρογγυλοκαθίσει στα σαλόνια μας,  η εικόνα δεν είχε επιβάλλει την κυριαρχία της, η λέξη "πάνελ" δεν είχε μπει στο λεξιλόγιό μας και οι πνευματικοί άνθρωποι δεν ήταν αναγνωρίσιμοι ως φιγούρες από το πλατύ κοινό αφήνοντας το έργο να μιλάει για λογαριασμό τους.   Το άλλοτε και το τώρα.

Κατηφόρισαν τη Μασσαλίας συζητώντας περί ανέμων και υδάτων –ο Σαμαράκης είχε το ταλέντο να καταργεί τις αποστάσεις ειδικά με τους νέους- και κατευθύνθηκαν προς το σταθμό του ηλεκτρικού στην Ομόνοια νιώθοντας στη ράχη τους τις σκιές που τους ακολουθούσαν και που δεν έχαναν λέξη από τις κουβέντες τους. Ο Μιχαλιός μπόρεσε να πάρει ανενόχλητος το τρένο για το Μοσχάτο. Ο συγγραφέας είχε την πρόνοια να τον προστατέψει. Η παρουσία του ίσως τον είχε απαλλάξει από μια βραδιά στο ανακριτικό γραφείο. Πριν χωρίσουν τον κάλεσε στο σπίτι του. Ήθελε να δει τα ποιήματά του. Το ραντεβού κλείστηκε για το απόγευμα της επομένης.

Χτύπησε το κουδούνι στο νούμερο 53 της οδού Ταϋγέτου στα Πατήσια. Την πόρτα άνοιξε μια χαμογελαστή γυναίκα που του έδωσε την εντύπωση οπτασίας. Ίσως δεν ήταν η πιο όμορφη γυναίκα που είχε συναντήσει, ήταν όμως σίγουρα η πιο σικάτη. Πολύ αμπέχονο, αδελφάκι μου κυκλοφορεί στους κύκλους μας, σκέφτηκε. Η διαπίστωση δεν απείχε από την πραγματικότητα. Οι γυναίκες που συναναστρεφόταν το είχαν κάνει άποψη να αποποιούνται την θηλυκότητά τους, λες κι ήταν κάτι που τις μείωνε, και να την καλύπτουν κάτω από φαρδυμάνικα πουκάμισα, χαχόλικα παντελόνια και άνετα αλλά άκομψα μποτάκια. Την εμφάνιζαν μόνο στο κρεβάτι όπου απαλλάσσονταν χωρίς δισταγμό από τα ρούχα και έμεναν με την άδολη γύμνια του ζώου που ερεθίζει τα αρχέγονα ένστικτα. Δεν είχαν πάρει μαθήματα από τις γιαγιάδες τους που είχαν κάνει τέχνη τα κεντητά μεσοφόρια με τους φραμπαλάδες, τις δαντέλες, και τα φεστόνια στο τέλειωμα. Δεν είχαν διδαχτεί ούτε από κείνη την παλιά γιαγιά μας τη Σαλώμη που αφαιρούσε μεθοδικά ένα-ένα τα εφτά αέρινα πέπλα ως εισαγωγή πριν φτάσει στην ολοκληρωτική γύμνια. Στερούσαν έτσι τον εαυτό τους και τους συντρόφους τους από το ενδιάμεσο εκλεπτυσμένο στάδιο όπου ρούχα, αρώματα, μετάξια, αποκαλυπτικά νεγκλιζέ, αξεσουάρ αποσκοπούν να εξάψουν τη φαντασία και πετυχαίνουν να θέσουν σε εγρήγορση την παθιασμένη αναζήτηση. Μια αναζήτηση που αργά ή γρήγορα -και καλύτερα αργά- θα φέρει στο προσκήνιο τη μαγική στιγμή της αποκάλυψης του περιεχόμενου που βρίσκεται κρυμμένο κάτω από το περίτεχνο περιτύλιγμα.  

-Μη τον καθυστερήσετε πάνω από μισή ώρα. Το πρόγραμμά του είναι υπερβολικά επιβαρυμένο, είπε η νεαρή σύζυγος με ελαφρά συνωμοτικό ύφος.
Ο Μιχαλιός χαμογέλασε άθελά του. Η κυρία δεν ήταν μόνο μια αιθέρια ύπαρξη στο πλευρό του συγγραφέα αλλά και ένας φύλακας άγγελος που τον φρόντιζε και τον προστάτευε.
-Δεν φοράω ποτέ ρολόι. Μόλις ο χρόνος μου λήξει κάντε μου ένα σήμα, είπε ευγενικά κρύβοντας την ενόχλησή του. Τι είναι η κουβέντα; Εμπορικό κατάστημα για να την στριμώξεις σ' ένα προκαθορισμένο ωράριο;
Την ακολούθησε  υπνωτισμένος από την αύρα της, τυλιγμένος στη δίνη μιας διακριτικής μυρωδιάς που δεν μπορούσε να πει αν ήταν αυθεντικά δική της ή είχε την υποστήριξη κάποιου σαπουνιού, αποσμητικού ή αρώματος. Ο συγγραφέας τον υποδέχτηκε ζεστά, τον έβαλε να καθίσει απέναντί του και έκανε νόημα στη γυναίκα να μείνει μαζί τους στη διπλανή του πολυθρόνα. Εκείνη αποδείχτηκε πολύ έξυπνη για να διακόψει μια πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση που διήρκεσε γύρο στις δυόμιση ώρες.

Ο συγγραφέας ξεφύλλισε με την άνεση του εμπειρογνώμονα το τετράδιο με τα ποιήματα του Μιχαλιού. Στάθηκε με προσοχή σε ένα από αυτά και του ζήτησε να το διαβάσει ο ίδιος. Ο Μιχαλιός έκανε την απαγγελία με ορθοφωνία και συναισθηματική φόρτιση που κορυφώθηκε στον τελευταίο στίχο:  
"Λοιπόν, σε λίγα χρόνια, να μου το θυμηθείς, θα δακρύσεις· σίγουρα"
Ο συνομιλητής του το πρόσεξε.
-Είναι αφιερωμένο σε κάποια γυναίκα;
Τα βλέφαρα του Μιχαλιού πετάρισαν και οι βλεφαρίδες κινήθηκαν πέρα-δώθε σαν να τις φύσηξε ένα ελαφρό μελτεμάκι. ( Αυτή η ενστικτώδης κίνηση γινόταν ερήμην του κάθε φορά που η Αίγλη περνούσε από το μυαλό του). Συνήλθε ακαριαία. 
-Όπως όλοι μου οι στίχοι.
-Τι σε κάνει τόσο σίγουρο για την πρόβλεψη;
-Οι λάθος επιλογές.
-Πώς μπορούμε να αναγνωρίσουμε τις λάθος επιλογές των άλλων;

Από κει και πέρα η συζήτηση προχώρησε κελαρυστά σαν το νεράκι στο ρυάκι, μαλακά, αβίαστα, φυσικά και οι όποιες πέτρες έμπαιναν εμπόδιο στο διάβα της ξεπερνιόνταν από την ορμή  της αντιπαράθεσης. Ο Μιχαλιός ξεδίπλωσε τις ακραίες επιλογές της ζωής του και ο συγγραφέας τον άκουγε προσεχτικά και ήταν φανερό πως κατέγραφε κάθε λεπτομέρεια. Λες να με βλέπει σαν υλικό; Λες να  ξεφυτρώσει κάποιο μυθιστόρημα και να γίνω ήρωάς του; Η σκέψη τον  διασκέδαζε, μα η κουβέντα δεν περιορίστηκε εκεί. Τα ρυάκια πλήθαιναν και ενώνονταν με το αρχικό και η κουβέντα έγινε ένας ορμητικός χείμαρρος που μέσα του πάλευαν κι οι δυο να βγουν αλώβητοι και καθαρμένοι.

Αν υπήρχε όργανο αντικειμενικής βαθμολόγησης της πνευματικότητας μιας επικοινωνίας, ο δείκτης του θα εκτινασσόταν να βγει από τα όρια της κλίμακας στη διάρκεια της συζήτησης. Ο Μιχαλιός συμμετείχε σε έναν υψηλού επιπέδου διάλογο που έλουζε το πνεύμα του στα νάματα της ευφυΐας έχοντας απέναντί του έναν σπινθηροβόλο συνομιλητή. Είχε, από την άλλη, μια διεγερτική αίσθηση πως έπαιρνε μέρος σε μια παρτίδα πινγκ-πονγκ ή μάλλον σε έναν αγώνα ξιφασκίας  που διεξαγόταν, κι από τις δύο πλευρές, με αυξημένη προσοχή με τερματισμένη στο όριο την ικανότητα συγκέντρωσης, με ταχύτατη σκέψη και  μειωμένο στο έπακρο τον χρόνο αντίδρασης. Και το αξιοσημείωτο είναι πως όλη αυτή η διαδικασία  είχε απόκρυφο στόχο να γοητεύσει τη γυναίκα. Ο αιώνιος έφηβος συγγραφέας είχε το πάνω χέρι: έπαιζε σε δικό του γήπεδο και ήταν φανερά ερωτευμένος. Ο Μιχαλιός είχε το πλεονέκτημα της ηλικίας και της ομορφιάς που θα ήταν άχρηστα όμως αν δεν έβαζε σε συναγερμό όλες τις νοητικές του δεξιότητες να μην δειχτεί κατώτερος των περιστάσεων. Η θέα της γυναίκας, που τους παρακολουθούσε σοβαρή χωρίς να παρεμβαίνει, έτερπε όλες τις αισθήσεις του. Παρόλο που συζητούσε με τον συγγραφέα και απευθυνόταν αποκλειστικά σ’ εκείνον, ολότελα αφοσιωμένος στη συζήτηση, απορροφημένος να πιάνει ό,τι βαθυστόχαστο λεγόταν και να το στέλνει με μαεστρία πίσω, η έξαψή του οφειλόταν στο ότι ήταν ολόψυχα εστιασμένος σ’ εκείνη. Πρέπει να είσαι τυχερός και έτοιμος να ζήσεις μια τέτοια εμπειρία! 
Γιατί σπάνια παρουσιάζεται δεύτερη φορά!

-Πήγαινε παιδί μου και να προσέχεις. Τον αποχαιρέτησε με τρυφερή έγνοια ο συγγραφέας.
Καθώς η γυναίκα τον ξεπροβόδιζε μάταια έψαχνε στα μάτια της ένα πετάρισμα που θα έδειχνε πως είχε πάρει είδηση τη “μονομαχία” που είχε μόλις διεξαχθεί για χατίρι της. 

7 σχόλια:

  1. Παντού υπάρχει μια ''Μαλλένα'' να αναστατώσει ένα χωριό ,μιά Πόλη,μια ομάδα η ακόμα και ένα τσούρμο Άνδρες...........και δή λανθάνουσας μορφής επαναστάτες πάντα ήταν επιρρεπείς σε λογής-λογής Μαλλένες που κατά έναν περίεργο λόγο πάντα είχαν και έχουν τα ίδια εξωτερικά και εσωτερικά χαρακτηριστικά.....
    Νάσαι πάντα καλά Ρένα εσύ και η χρονομηχανή σου...........

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Έχω την εντύπωση πως η "Μαλένα" σε έχει σημαδέψει.
    Είναι η δεύτερη φορά που κάνεις αναφορά.
    Μήπως είσαι κι εσύ ένας,λανθάνουσας μορφής επαναστάτης πάντα επιρρεπής σε λογής-λογής Μαλένες;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Η Μαλενα εχει σημαδεψει πολλους ! Αλλα αν ειναι για να εμπνεονται, αντε..., δε πειραζει !

    Με συγκινησες με τη αναμιξη του Σαμαρακη, Τον λατρευω!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Τον λατρεύω κι εγώ και σαν συγγραφέα και σαν άνθρωπο.
      Γι αυτό κι έβαλα τον φανταστικό μου Μιχαλιό να αλληλεπιδράσει μαζί του.
      Είναι γνωστό, εξάλλου, πως το σπίτι του Σαμαράκη ήταν ανοιχτό για νέους με λογοτεχνικές ανησυχίες.
      Ο Πέτρος Τατσόπουλος περιγράφει τη δική του επίσκεψη στο σπίτι της Ταϋγέτου 53 στο αυτοβιογραφικό του μυθιστόρημα με τίτλο: η καλοσύνη των ξένων.

      Διαγραφή
  4. Αν και το περιεχόμενο κάτω από τέτοιο περίτεχνο περιτύλιγμα είναι πάντα το ίδιο (με σβησμένη λυχνία)η αντρική (και όχι μόνο) φαντασία ξυπνάει το αρχέγονο, το ζωώδες. Αν όχι τότε κάπου υπάρχει πρόβλημα και όχι στην Μαλένα που τα πέπλα της καθώς περπατούσε σε κείνη την αργή σκηνή τα έβγαζε ένα ένα η αδηφάγος τεστοστερόνη.
    Κακά τα ψέματα αν δεν λυθεί το λίμπιντο κι αν δεν καθαρίσουν όλα τα άσχημα συναισθήματα οι ενδορφίνες σκέψεις καθαρές δεν βγαίνουν.
    Γι αυτούς που περάσαν κάποιες καταστάσεις είσαι το θυμητάρι γι αυτούς που τα ακούν πρώτη φορά μια καλή βάση για επεξεργασία.
    Νάσαι καλά...
    Πασχάλης

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Τη θυμάσαι, βλέπω, κι εσύ την ταινία σκηνή προς σκηνή.
      Μου αρέσει πολύ που με αποκαλείς θυμητάρι.

      Διαγραφή

Οι κουβεντούλες μας