Τρίτη 19 Νοεμβρίου 2013

Φούγκα για δύο ασύμμετρες φωνές...μια μαντολινάτα

Φωτο Παναγιώτης Κούκης





Θέμα
(Μαντολίνα, Κιθάρες, Μαντόλες κι ένα Κοντραμπάσο)



Από πού να πιάσει την κλωστή για να πλέξει την ιστορία της πρώτης της αγάπης; Σε ποιο σημείο του χωροχρόνου ήταν θαμμένες οι ρίζες της; Ποιες συγκυρίες δούλεψαν υπόγεια για να ’ρθει το μαγικό αντάμωμα που, κάτω από άλλες συνθήκες, μπορεί να μην είχε συμβεί ποτέ; Πότε δρομολογήθηκαν οι διεργασίες που την έμαθαν να κοκκινίζει, να καρδιοχτυπά, να μελαγχολεί -κι εκεί που δακρύζει, μ’ ένα ελαφρό σκούντημα ν’ απογειώνεται στους εφτά ουρανούς;

Ίσως όλα να ξεκίνησαν όταν ακόμα ήταν νήπιο. Τότε που το νησί ισοπεδώθηκε από τον μεγάλο σεισμό. Ανάμεσα σε σκρίνια, βιβλιοθήκες, καρυδένια τραπέζια, βελούδινους καναπέδες και λινοθήκες με κεντημένα προικιά καταπλακώθηκαν κι εκατοντάδες μαντολίνα και κιθάρες. Μουσικά όργανα που μέχρι τότε κελαηδούσαν στα επιδέξια χέρια αυτοδίδακτων μουσικών σε κάθε οικογενειακό ή φιλικό γλέντι θάφτηκαν κάτω απ’ τα χαλάσματα. Μια ανατριχιαστική μουσική σιωπή απλώθηκε στο νησί που κράτησε μέχρι που «το χάσμα π’ άνοιξε ο σεισμός, εγέμισ' άνθη».
Η στραπατσαρισμένη κοινωνία λύγισε, έπεσε κάτω, θρήνησε, μα ύστερα ανασυγκροτήθηκε, πάτησε στα πόδια της, η ζωή πήρε τ’ απάνω της και το τραγούδι ανέβηκε στα χείλη. Μα ήταν τραγούδι λειψό χωρίς μουσική συνοδεία. Κάτι έπρεπε να γίνει γι αυτό. Μέχρι τότε η δεξιοτεχνία περνούσε από τη γενιά που έπαιζε στη γενιά που παρακολουθούσε. Με την ευκαιρία της ανασυγκρότησης θα μπορούσε να υπάρξει οργανωμένη μουσική παιδεία. Ένας δημοδιδάσκαλος με καλλιτεχνικές ευαισθησίες κι έγνοια για την παράδοση τοποθέτησε τα πράγματα στη σωστή βάση· το φυτώριο θα γίνονταν τα μικρά παιδιά. Μια παιδική μαντολινάτα ήταν δύσκολο εγχείρημα μα είχε όρεξη να το επιχειρήσει.
Η ιδέα κυκλοφόρησε από στόμα σε στόμα, οι συνάδελφοί του την προπαγάνδισαν με θέρμη στους μαθητές τους και η τοπική κοινωνία την αγκάλιασε. Το έδαφος ήταν γόνιμο και πολλοί γονείς του εμπιστεύτηκαν τη μουσική ευαισθησία των νεαρών βλαστών τους. Το σχολείο τ' απογεύματα άλλαζε όψη και, αντί να ξεκουράζεται για ν’ αντέξει την παιδική ενέργεια της επομένης, γινόταν χώρος μεταλαμπάδευσης της μουσικής παράδοσης. Έτσι έγινε και μπήκαν στη ζωή της δεκάχρονης Αίγλης οι τόνοι και τα ημιτόνια, τα τέταρτα και τα όγδοα, τα κρεσέντα και τα ντιμινουέντα, οι οκτάβες και τα κλειδιά, οι παύσεις και οι κορώνες. Μετά από μια σύντομη θεωρητική κατάρτιση, έφτασε η μεγάλη στιγμή που έσφιξε στην αγκαλιά της το δικό της ολοκαίνουργιο μαντολίνο. Δεν χόρταινε να καμαρώνει το λουστραρισμένο, αχλαδόσχημο αντηχείο με το σκοτεινό στόμιο που το περιέβαλε διακοσμητικά μια φιλντισένια μαργαρίτα. Κοίταζε με περιέργεια τα τέσσερα ζευγάρια χορδών τυλιγμένα στη μια άκρη γύρο από οχτώ λευκά κοκάλινα κουμπιά κουρδίσματος και στερεωμένα στην άλλη άκρη στον ξύλινο «καβαλάρη. Ψαχούλευε το μπράτσο με τα τάστα που ακόμα δεν ήξερε τη χρήση τους.
Ακόμα μεγαλύτερη ήταν η στιγμή που άρχισε να χτυπάει τις χορδές με μια τριγωνική πένα από ταρταρούγα πασχίζοντας να παράγει ένα ηχητικά ομογενές «τρέμολο». Οι νότες, που μέχρι τότε ήταν σημάδια πάνω στο πεντάγραμμο, έγιναν ήχοι που έβγαιναν όταν πατούσε τα αντίστοιχα τάστα. Κι όταν κάποιος συνδυασμός από νότες έκανε το μαντολίνο της να κελαηδήσει τη γνώριμη μελωδία της «Ξανθούλας» του Σολωμού, ο ενθουσιασμός της έγινε οίστρος.
Σύντομα η παιδική μαντολινάτα έγινε η μασκότ της μικρής κοινωνίας πλαισιώνοντας κάθε τοπική εκδήλωση. Στις Απόκριες, το άρμα που έκλεβε την παράσταση στην παρέλαση του Καρνάβαλου ήταν τα «καναρινάκια». Ένα γιγάντιο κλουβί έκλεινε μέσα τα, μεταμφιεσμένα στα κίτρινα πουλιά, παιδιά που έπαιζαν μαντολίνα, κιθάρες και μαντόλες.
Της άρεσε της Αίγλης η μουσική μα ποτέ δεν έγινε εμπνευσμένη μουσικός. Περιορίστηκε στην τεχνική, καταφέρνοντας να πατάει καθαρά τις νότες, να μετράει σωστά τους χρόνους, να κρατάει το τέμπο, να μην φαλτσάρει. Μα δεν κατάφερε να παίζει χωρίς παρτιτούρα, δεν δοκίμασε να αυτοσχεδιάσει, δεν πειραματίστηκε «πειράζοντας» νότες, δεν προσπάθησε να βγάλει από το μαντολίνο τα τραγουδάκια της μόδας, δεν τόλμησε να ξεφύγει από το ρεπερτόριο που είχε διδαχτεί. Παραδέχτηκε πως δεν είχε ταλέντο. Ο τρόπος που αναπαρήγαγε τις νότες είχε αυστηρότητα αλλά όχι ευαισθησία, είχε τεχνική αλλά όχι τέχνη. Μα, βρε αδελφέ, δεν ήταν ανάγκη να είναι παντού πρώτη!
Το μαντάτο, που έφτασε στη γειτονιά εκείνο το ανοιξιάτικο απόγευμα, ήταν κεραυνός εν αιθρία. Ο μαέστρος, ο εμπνευστής, ο εμψυχωτής, ο δάσκαλος, είχε πεθάνει από ανακοπή. Η πρώτη της γνωριμία με τον θάνατο ήρθε ανακόλουθα. Θύμα του δεν ήταν ένας υπερήλικας παππούς ή έστω ένας μακρινός συγγενής. Ήταν ένας αγαπημένος άνθρωπος, ένα αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητάς της. Έτσι πεθαίνουν οι άνθρωποι; Απροειδοποίητα; Χθες μόλις είχαν μάθημα! Και τώρα μαθαίνει πως δεν θα τον ξαναδεί ποτέ, δεν θα ακούσει ποτέ ξανά από το στόμα του: «πάμε πάλι από την αρχή», δεν θα στυλώσει ποτέ το βλέμμα στις ρυθμικές κινήσεις της μπαγκέτας του, δεν θα νιώσει ποτέ τα μαγικά του χέρια, να τους μετατρέπουν σε αρμονικό σύνολο. Αυτή η συνεχής επανάληψη του «ποτέ»… αυτό είναι ο θάνατος;
Πρώτη της αντίδραση ήταν η άρνηση. Στο αυτοκίνητο που τους μετέφερε στο νεκροταφείο έσφιγγε το μαντολίνο και σκεφτόταν πως όλα ήταν ένα ψέμα και πως τώρα να… από στιγμή σε στιγμή, κάποιος θα ’λεγε πως έγινε λάθος… πως δεν ήταν ο δάσκαλος που πέθανε, αλλά κάποιος άγνωστος σε μια μακρινή χώρα, που δεν την είχε ούτε ο χάρτης… και πως τίποτα δεν θ’ άλλαζε στη ζωή της. Δεν πείστηκε ούτε όταν το μουσικό κομμάτι, που έπαιξαν πάνω στον φρεσκοσκαμμένο τάφο, προκάλεσε κύματα συγκίνησης στο μαυροφορεμένο πλήθος. Δεν πείστηκε ούτε από τις αντιδράσεις θλίψης που κυμαίνονταν από το ξεφύσημα μύτης ως το σκούπισμα θολωμένων γυαλιών, από το ήρεμο ποτιστικό κλάμα μέχρι τα επιφωνήματα οδύνης και τους ασυγκράτητους λυγμούς. Δεν την έπεισε ούτε ο επικήδειος που κατέληγε στην ανώφελη επίκληση: «σήκω ν’ ακούσεις τα μαντολίνα των παιδιών σου! Πώς μπορείς και μένεις ασυγκίνητος από την ορφάνια τους; Το τελευταίο κομμάτι έχει μείνει ατελείωτο. Ποιος θα το ολοκληρώσει;»
Μόνο όταν ξαναπήγε εκεί, σαράντα μέρες αργότερα, είχε συνειδητοποιήσει πως θάνατος σημαίνει απώλεια τελεσίδικη που δεν σηκώνει έφεση. Κατάλαβε όμως επίσης πως η ζωή τον αντιμάχεται με σθένος. Στο μεταξύ είχαν συμβεί καινούργια γεγονότα και η τραγική απώλεια δεν ήταν πια πρωτοσέλιδο στη σκέψη της. Ήταν παιδική αφέλεια που πίστεψε πως θα μονοπωλούσε την προσοχή της εφ' όρου ζωής.

Το καλοκαίρι πέρασε με ζυμώσεις για το μέλλον της μαντολινάτας. Οι επίδοξοι διάδοχοι του εμπνευστή δεν τα βρήκαν, η μαντολινάτα πολυδιασπάστηκε και κάθε οικογένεια διάλεξε το κομμάτι εκείνο που θεωρούσε πιο αξιόπιστο. Κάπως έτσι βρέθηκε η Αίγλη, μήνα Σεπτέμβρη αμέσως μετά το άνοιγμα των σχολείων, στο νεοσύστατο ωδείο. Πήγε ελαφρά καθυστερημένη στο πρώτο μάθημα και η πρόβα είχε ήδη αρχίσει. Το κομμάτι που παιζόταν της ήταν εξαιρετικά οικείο και βιάστηκε να ενταχθεί εδώ και τώρα. Είδε ένα ελεύθερο κάθισμα σε μια άκρη και, πατώντας στις μύτες των δαχτύλων, το τράβηξε διακριτικά προσπαθώντας να μην ενοχλήσει. Μα ό,τι ακολούθησε ήταν πολύ πέρα από τις καλές της προθέσεις. Για την ακρίβεια, τα γεγονότα εξελίχθηκαν ως εξής: πρώτα αισθάνθηκε μια αντίσταση (που δεν είχε υπολογίσει) κι άκουσε (μαζί με όλους τους υπόλοιπους) τον στριγκό ήχο από το σύρσιμο της καρέκλας στο πάτωμα. Αμέσως μετά, το άγνωστο αγόρι -που ως εκείνη τη στιγμή στήριζε το πόδι του στην ίδια καρέκλα κρατώντας την κιθάρα του- σταμάτησε να παίζει. Ταυτόχρονα σήκωσε το κεφάλι του και τα βλέμματά τους διασταυρώθηκαν. Τρίτον, η πρόβα διακόπηκε για προφανείς λόγους, ο δάσκαλος χτύπησε τα χέρια, ανακοίνωσε πως μια νέα μαθήτρια είχε έλθει, τη ρώτησε το όνομά της και τη σύστησε σε όσους δεν την γνώριζαν. Τέλος, η Αίγλη έγινε κατακόκκινη ως τις ρίζες των μαλλιών.

14 σχόλια:

  1. τι μου θύμησες βρε Ρένα! το Λευτάκη και τη μαντολινάτα του, που χαρη σ' αυτόν έγινε πράγματι μια προσπάθεια να αποκτήσουν οι μαθητές κάποια μουσική παιδεία αντάξια της μουσικής παράδοσης του νησιού μας! αλλά ατυχήσαμε με τον ξαφνικό θάνατο του. πολλές φορές έρχεται στο μυαλό μου η σκηνή των μικρών μαθητών με τα μαντολίνα στο χέρι που πήγαμε να αποχαιρετήσουμε το δάσκαλο μας. όσο για το μαντολίνο τότε το θεωρούσα ντεμοντέ αλλά σήμερα άναγνωρίζω το γλυκό ήχο του κι έχω μετανοιώσει που δεν το αγάπησα και δεν έμαθα περισσότερα. με είχε κουράσει κι εκείνη η Santa Lucia που επέμενε ο επόμενος δάσκαλος μου ο Αρβανιτάκης να μάθω αν και σήμερα μου αρέσει πολύ αυτό το κομμάτι. όσο για το μαντολίνο το περιγράφεις άριστα μαζί με τα "νοσταλγικά" σχόλια σου για την πρώτη αγάπη!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Έχεις κρατήσει το μαντολίνο σου; Και κυρίως: έχεις κρατήσει τις χειρόγραφες παρτιτούρες;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. τις παρτιτούρες τις έχω κρατήσει αλλά δυστυχώς το μαντολίνο μου το έσπασαν οι κόρες μου στην προσπάθεια τους να "μάθουν" να παίζουν κι έχω στενοχωρηθεί γι αυτό. το μαντολίνο είναι ένα από τα καλά που πήραμε από τη βενετσιάνικη μουσική σχολή, που ανέδειξε τον Βιβάλντι και τόσους άλλους.

      Διαγραφή
  3. ΡΑΨΟΜΑΝΙΚΗΣ ΓΙΑΝΝΗΣ21 Νοεμβρίου 2013 στις 6:50 π.μ.

    Αν και μισός αιώνας εκείνο το ανοιξιάτικο απόγευμα είναι ριζωμένο στην θύμηση μου (ποιος να ξέρει αν ο λόγος είναι μόνο η πρώτη γνωριμία με τον θάνατο ενός τόσο οικείου Ανθρώπου)..............

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Τι περίεργοι που είμαστε! Σ' αυτά τα πενήντα χρόνια δεν άκουσα ποτέ να γίνεται η παραμικρή αναφορά στα γεγονότα. Αποφασίζω να τα περιγράψω εντάσσοντάς τα σε ένα φανταστικό κείμενο και μαθαίνω πως δεν ήμουν η μόνη που είχα συγκλονιστεί. Έκπληξη ήσουν εσύ, επειδή ήσουν και αρκετά μικρός. Ίσως αξίζει να βάλεις μια ανάρτηση στο fb και να διερευνήσεις πόσοι τον θυμούνται και τι ακριβώς θυμούνται.

      Διαγραφή
  4. Τι να πω ! Μας παίζεις στο γήπεδό σου και μας πλημύρισες επτανησιακές νότες βγαλμένες από ορχήστρες νυκτών εγχόρδων διαβασμένες από αισθηματικές παρτιτούρες παιγμένες με πένες ταρταρούγας. Γέμισες τον αιθέρα Ιόνια μουσική.
    Κάποτε, πιτσιρίκος, δούλευα σε ένα επιπλάδικο. Εκεί, ανάμεσα σε άβαφα καρεκλοπόδαρα σκεπασμένα με κείνη την ιδιαίτερη ξυλόσκονη ανακάλυψα ένα μαντολίνο τυλιγμένο σε ένα μουσαμά. Το πήρα και άρχισα να το γρατσουνώ με μια γαλάζια πέννα που είχε πάνω του. Ξεχάστηκα σ' ένα κόσμο που με μάγευε ώσπου...έφαγα μια σφαλιάρα τόσο δυνατή που χώθηκα με το οργανάκι κάτω από ένα τραπέζι. Ήταν ο ιδιοκτήτης του μαντολίνο και του επιπλάδικου. Την συνέχεια την ξέρεις. Μακάρι να δινόταν και σε μένα, όπως την Αίγλη, η ευκαιρία να μάθω την μουσική στα παιδικά χρόνια.
    Πασχάλης

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Παίζεις όμως κιθάρα. Τελικά άμα το 'χεις κάπου θα το βρεις ή θα σε βρει.

      Διαγραφή
  5. Καλησπερα στη ομορφη πνευματικη παρεα...Τι ομορφο και γλυκο κειμενο...νοσταλγικο , τρυφερο....γιατι μου εφερες αγαπημενες αναμνησεις απο το αγαπημενο μου δασκαλο που παντα τις εχω στη καρδια μου κι εχω μιλησει γι αυτες ατελειωτα στα παιδια μου.... .Εναν ανθρωπο μοναδικο κι υπεροχο , ευγενικο, με παιδεια, με πολλα ταλεντα και βαθια ψυχη... Ηταν μουσικος, επαιζε πιανο και ακορντεον, ειχε σωστη καλλιεργημενη φωνη, ηταν ζωγραφος και σκηνογραφος, γνωριζε χορους, δημιουργικες χειροτεχνικες δημιουργιες, και πανω απ ολα ηταν προοδευτικος, νεωτεριστης κι επαναστατης,, Τα χρονια εκεινα τα θυμαμαι με μουσικη, τραγουδια, χορωδια, παραδοσιακους χορους, εκθεσεις καλλιτεχνικες, θεατρικα εργα ανεβασμενα και σκηνογραφημενα απ αυτον, λογοτεχνικες αναλυσεις και ατελειωτες φιλοσοφικες συζητησεις..... Ηταν και ειναι ο ηρωας μου και νιωθω ευλογημενη που βρεθηκε στη ζωη μου..Εχω μια φωτο που ημασταν μαζι και την φυλαω ευλαβικα,,,Πριν χρονια ειχα διαβασει σε εφημεριδα το ονομα του κι οτι ηταν ο προεδρος της ενωσης διδασκαλων και χαρηκα και το θεωρησα ευνοητο ... Να φανταστεις Ρενα οτι ακομα και προσφατα ειχα τη αναγκη να τον δω, τον εψαξα να του πω "ευχαριστω' αλλα δε το καταφερα ..ισως και να μη ζει πια..
    Αργησα πολυ αλλα τη αξια του την καταλαβαινα ακομα περισσοτερο, οσο μεγαλωνα..
    Τελικα δε πρεπει να αναβαλουμε το να πουμε ενα "σε ευχαριστω" και ενα ''σαγαπω" σε αυτους που θελουμε...
    Κι αυτο το εχω συνειδητοποιησει πια καλα απο τοτε που εχασα τη μανα μου, και το μονο που θα ηθελα αν ζουσε τωρα , ειναι να την αγκαλιαζα πιο συχνα και να της ελεγα πιο συχνα ποσο την αγαπαω(αν και το ηξερε )..
    Ομως τωρα αφηνομαι και το κανω σε αυτους που αγαπω, γιατι η ζωη δε περιμενει..

    Μου θυμησες λοιπον Ρενα πολλα αποψε...και μονολογησα..



    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Και τι ωραίος μονόλογος! Κυριολεκτικά από την καρδιά σου.
      Όσο κι αν κάθε άνθρωπος είναι διαφορετικός υπάρχουν πολλά κοινά σημεία μεταξύ μας. Οι δάσκαλοι που μας σημάδεψαν είναι ένα από αυτά. Και τα σημάδια τους μένουν ανεξίτηλα.
      Το θέμα "χάσιμο μάνας" δεν θα το σχολιάσω. Πονάει αυτή την εποχή.

      Διαγραφή
  6. Τα σχόλια σήμερα μας κάνουν νοσταλγούς μίας εποχής, άσχετα αν την έχουμε ζήσει ή όχι. Πώς καταφέρνεις Ρένα και ανοίγεις το κουτί των αναμνήσεων κι από μέσα βγαίνουν αρώματα μίας άλλης εποχής και κατακλύζουν το διαδίκτυο!
    Όσο για το κείμενο: Ο θάνατος, μετά η πρώτη αγάπη. Σε εμένα ήρθαν συγχρόνως και τα δύο και ευτυχώς δεν αφορούσαν τον ίδιο άνθρωπο. Έτσι, πιάστηκα για να κολυμπήσω από την αγάπη κι ακόμη κρατιέμαι.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Έρωτας και θάνατος: ένα πολυσυζητημένο θέμα και ένα αγαπημένο θέμα του Δημήτρη Κατσαρού. Μέσα από τις συζητήσεις μου μαζί του μου ήλθε η ιδέα να γράψω αυτό το κομμάτι ( αλλά κυρίως το επόμενο) με τον τρόπο που το έγραψα εστιάζοντας στις δύο έννοιες που είναι συγγενικές για κάποιους ή αλληλοβοηθητικές για κάποιους τυχερούς όπως είσαι εσύ.

      Διαγραφή
  7. Η Μαθητική Μαντολινάτα – Χορωδία Ζακύνθου είναι η παλαιότερη παιδική – εφηβική χορωδία και μαντολινάτα στο νησί. Ιδρύθηκε το 1960 από το δάσκαλο και μουσικό Τάση Λευτάκη, γνώρισε μέρες ακμής με τον κορυφαίο μουσικοδιδάσκαλο Στάθη Αρβανιτάκη και συνεχίζει τα τελευταία πενήντα χρόνια την επιτυχημένη πολιτιστική της πορεία, έχοντας θρέψει γενιές και γενιές ζακυνθινών. Μαθητές της υπήρξαν ο αείμνηστος Δημήτρης Λάγιος, ο Δημήτρης Μαρίνος που διαπρέπει στην Αμερική με το μαντολίνο και άλλοι περιώνυμοι ζακυνθινοί

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  8. H Aλήθεια είναι ότι για το ""ένα κοντραμπάσο "" θα περίμενα περισσότερα....................................

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Οι κουβεντούλες μας