Τρίτη, 31 Δεκεμβρίου 2013

Φούγκα για δύο ασύμμετρες φωνές... ο γκουρού


Φωτο Παναγιώτης Κούκης

ΑΝΤΙΘΕΜΑ (Φαγκότα, Γαλλικά Κόρνα, Τρομπέτες, Τρομπόνια, κρουστά)

Τον Μάρτη του ’73 –όταν έφτασε στην Αθήνα ο Μαχαρίσι Μάχες Γιόγκι  αυτοπροσώπως- η ζωή μου έμοιαζε μπερδεμένο κουβάρι. Λένε πως είναι συχνό φαινόμενο για κάποιον που βρίσκεται στο τελευταίο έτος σπουδών. Η αίσθηση πως η, λίγο-πολύ, ανέμελη φοιτητική ζωή παίρνει τέλος και στην άκρη σε περιμένουν καθοριστικές αποφάσεις είναι, το λιγότερο, αγχωτική. Αν μάλιστα τα επαγγελματικά μπλέκονται με τα προσωπικά, τότε η όλη υπόθεση γίνεται δεσμός κι άντε να βρεις ξίφος να τον διαρρήξεις. Με την έναρξη της ακαδημαϊκής χρονιάς είχα βρει μια άμισθη θέση απογευματινής απασχόλησης σ’ ένα μεγάλο γραφείο τεχνικών μελετών στοχεύοντας στην απόκτηση κάποιας επαγγελματικής εμπειρίας. Ο Αργύρης, ο σαρανταπεντάρης άμεσος προϊστάμενός μου, παντρεμένος και πατέρας δύο παιδιών, δήλωνε ενθουσιασμένος με τις ικανότητές μου και άφηνε να εννοηθεί πως σκόπευε να προτείνει στην διοίκηση της εταιρείας την άμεση πρόσληψή μου, σε έμμισθη πια θέση,  μόλις θα έπαιρνα πτυχίο.

Δεν ξεκαθάριζε όμως αν την θέση αυτή θα την έπαιρνα υπό προϋποθέσεις. Γιατί, παράλληλα, με φλερτάριζε επίμονα -χωρίς να ξεφεύγει από τα πλαίσια της κοσμιότητας πάντως. Ο Αργύρης ήταν πανέξυπνος μηχανικός και ικανότατος καθοδηγητής και δίπλα του μάθαινα να εφαρμόζω στην πράξη όσες θεωρητικές γνώσεις είχα αποκτήσει πέντε χρόνια στο Μετσόβιο. Ήταν επίσης ευγενικός, υπομονετικός με την απειρία των μαθητευόμενων, πνευματώδης, με ιδιαίτερη αίσθηση του χιούμορ, καλλιεργημένος, με πολλαπλά ενδιαφέροντα, αθλητικός τύπος και εξαιρετικός χορευτής -απ’ ότι έλεγαν. Ήταν, από την άλλη, ένας πολύ άσχημος άντρας, κάτι που δεν κατάφερνε να απαλύνει το καλόγουστο και ιδιαίτερα προσεγμένο ντύσιμό του. Υπερβολικά αδύνατος και άχαρος, κρεμανταλάς, αποστεωμένος και αφυδατωμένος. Το εξαιρετικά σκούρο χρώμα του προσώπου του δεν είχε τη γοητεία των μελαχρινών ίσως γιατί ήταν βλογιοκομμένο –εκ γενετής ή από κάποια παιδική αρρώστια κανείς δεν ήξερε. Τα χοντρά μυωπικά γυαλιά έκρυβαν δυο μάτια που έτσι κι αλλιώς ήταν αδιάφορα. 

Η όλη υπόθεση με έκανε να αισθάνομαι συγχυσμένη και ανασφαλής. Αν σ’ όλα αυτά προσθέσεις την περιρρέουσα ατμόσφαιρα εκείνης της ιδιαίτερης χρονιάς θα έλεγα πως ήταν κάτι παραπάνω από ανασφάλεια και αναστάτωση. Ήταν μια παραζάλη που με έβγαζε κυριολεκτικά από τα νερά μου. Το ωστικό κύμα από τα γεγονότα του Γαλλικού Μάη είχε φτάσει με καθυστέρηση πενταετίας στην Ελλάδα. Το εγχώριο φοιτητικό κίνημα αποφάσισε να βγει από την βαθειά του ύπνωση. Τον περασμένο μήνα η κατάληψη της Νομικής είχε ταρακουνήσει πολλούς από μας. Δεν ήμουν μέσα, μα δεν θα έχανα με τίποτα το πανηγύρι. Γιατί ήμουν σίγουρη πως η Νομική ήταν μόνο η πρόβα. Πήρα στάση αναμονής και εγρήγορσης αποφασισμένη να πάρω μέρος την παράσταση. 

Όλα αυτά, πάντως, επιτάχυναν το ξεκαθάρισμα της σχέσης μου με τον Γιάννη. Ο Γιάννης ήταν αυτό που λέμε παιδικός έρωτας. Μεγαλώσαμε στην ίδια γειτονιά και μαζί περάσαμε χωρίς να το καλοκαταλάβουμε από τα παιδικά παιχνίδια στα παιχνίδια των μεγάλων. Οι οικογένειες μας έβλεπαν με καλό μάτι τη σχέση που εμείς μάταια προσπαθούσαμε να κρατήσουμε κρυφή με αφελείς τρόπους: δεν γυρίζαμε ποτέ, για παράδειγμα, το βράδυ στη γειτονιά με το ίδιο αστικό. Εγώ γύριζα πρώτη κι ο Γιάννης περίμενε το επόμενο ή αντίστροφα σε μια προσπάθεια να θολώσουμε τα νερά. Μετά από δεκατρία χρόνια γνωριμίας και πέντε χρόνια τρυφερής ερωτικής σχέσης, ο δεσμός είχε αρχίσει να ξεφτάει και να εμφανίζει σημάδια κόπωσης. Ήμουν μόλις είκοσι τριών χρόνων κι ένιωθα κι όλας την πλήξη των παντρεμένων. Η πρώτη αντίδραση του Γιάννη στην πρωτοβουλία μου για ένα συναινετικό διαζύγιο ήταν έντονο ξάφνιασμα, μα σε δεύτερη προσέγγιση έδειξε ολοφάνερα ανακουφισμένος. Αποδείχτηκε πως ασφυκτιούσε εξ ίσου με μένα, μα δεν το ’χε πάρει χαμπάρι, εγκλωβισμένος στη συνήθεια, σε κάποιο αίσθημα ευθύνης, σε μια υποταγή στη βούληση των οικογενειών –κι ας μην ήταν εκπεφρασμένη. Παραδέχτηκε πως, στην ηλικία μας, ο συμβιβασμός και ο φόβος των αλλαγών δεν είναι οι καλύτεροι σύμβουλοι για επιλογές ζωής.

Αποδεχτήκαμε το γεγονός πως η σχέση μας είχε ατυχήσει, μα δεν θα την αφήναμε βορά στο μίσος και τον αλληλοσπαραγμό ούτε θα υποδυόμαστε τους ανήξερους παγιδευμένοι σε υποκριτικές συμπεριφορές. Συμφωνήσαμε πως θα μείνουμε οι καλύτεροι φίλοι ποντάροντας στο γεγονός πως αν υπάρχει μία και μοναδική περίπτωση για δύο ετερόφυλα άτομα να διατηρούν αληθινή φιλία αυτή είναι η περίπτωση που έχει προϋπάρξει ερωτική σχέση η οποία ετελεύτησε ομαλά τον βίο της. Η υπόθεση έληξε χωρίς μελοδραματισμούς και συναισθηματικές υπερβολές. Όχι πως ήταν ανώδυνο. Μια  μακρόχρονη σχέση που παίρνει τέλος δεν γίνεται παρά να αφήσει κενό. Εδώ η ίδια η φύση απεχθάνεται το κενό, πόσω μάλλον μια κοπέλα που είχε γνωρίσει αποκλειστικά έναν ερωτικό σύντροφο. Αισθανόμουνα κάτι να λείπει: τέρμα οι γνώριμες συνήθειες, τέρμα ο μόνιμος συνοδός, τέρμα η ασφάλεια της παρουσίας ενός ανθρώπου που δηλώνει δικός σου και δηλώνεις δική του, τέρμα το στήριγμα πάνω σ' ένα συναισθηματικό αποκούμπι. Από την άλλη ήταν εκείνο το πρωτόγνωρο αίσθημα ελευθερίας, τόσο ταιριαστό με τα καλέσματα της εποχής, που με συνέπαιρνε. Είχα όλη την ευχέρεια πια να διαθέσω τον εαυτό μου όπως γούσταρα χωρίς να πρέπει να δώσω λογαριασμό σε κανένα και χωρίς να με φρενάρουν οι απόψεις κάποιου που είχα συνηθίσει να υπολογίζω από τότε που είχα συνειδητές αναμνήσεις. Όχι πως είχα πού να διαθέσω τον εαυτό μου.

Σ’ αυτή τη φάση με βρήκε η είδηση της άφιξης του Ινδού γκουρού. Η φήμη του -πατέρας του υπερβατικού διαλογισμού βλέπεις- είχε κάνει το γύρο του κόσμου. Είχαν, βέβαια, συμβάλει σ’ αυτό και οι διάσημοι μαθητές του. Ποιος συνομήλικός μου θα έμενε αδιάφορος βλέποντας φωτογραφίες των πασίγνωστων μελών του συγκροτήματος των Μπίτλς  που, καθισμένοι  στη στάση του λωτού, λευκοντυμένοι, με ξέπλεκα τα μακριά τους μαλλιά, στολισμένα με στεφάνια από λευκά λουλούδια, περιστοιχίζουν με σεβασμό τον δάσκαλο ατενίζοντας με ονειροπόλο βλέμμα προς το άπειρο; Πέρα όμως από διαφημιστικά τρικ, το κήρυγμα του αυτό καθ’ εαυτό με κεντρικό άξονα την εσωτερική ειρήνη και γαλήνη, την αγάπη και συναδέλφωση  ήταν απόλυτα εναρμονισμένο με τις ιδέες του κινήματος των παιδιών των λουλουδιών που βρίσκονταν στο προσκήνιο της επικαιρότητας επηρεάζοντας όλους τους νέους του δυτικού κόσμου. Προσωπικά είμαι καχύποπτη με τους τύπους που ευαγγελίζονται την εσωτερική ειρήνη και ταυτόχρονα χειρίζονται άριστα τις δημόσιες σχέσεις και διαχειρίζονται με ικανότητα μάνατζερ τα τεράστια κονδύλια που φθάνουν στα χέρια τους. Μα τούτον δεν θα μπορούσα εύκολα να τον αποκαλέσω τσαρλατάνο. Στο κάτω-κάτω είχε σπουδάσει Φυσική, είχε ιδρύσει δύο ερευνητικά κέντρα με πληθώρα δραστηριοτήτων κι αυτή η προσπάθεια να παντρέψει την εσωτερική θεώρηση με την επιστήμη του έδινε κύρος που δεν μπορούσα να αμφισβητήσω. 

Το μεγάλο αμφιθέατρο του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών ήταν κατάμεστο. Ο μέσος όρος της ηλικίας του ακροατήριου δεν ξεπερνούσε τα είκοσι πέντε χρόνια. Το σόου ήταν πολύ καλά στημένο. Το τελετουργικό της εμφάνισης του γενειοφόρου γκουρού δημιούργησε μια υποβλητική ατμόσφαιρα και το χειροκρότημα ήρθε αυθόρμητο, ενθουσιώδες και αβίαστο. Ο Δάσκαλος έμεινε ανέκφραστος και ακίνητος μέχρι που η θύελλα των ήχων κόπασε και η ανάσα της σιγής κατέκλυσε την αίθουσα. Ήταν μια μαγική στιγμή προσμονής που προοιωνιζόταν πνευματική μέθεξη. Είχα την αίσθηση πως τα μάτια του εστίαζαν μόνο σ’ εμένα χωρίς να παραγνωρίζω πως ίδια πρέπει να ήταν η αίσθηση και των υπόλοιπων παρισταμένων. Έγινε μια σύντομη και κατανυκτική προσευχή στη διάρκεια της οποίας μας κάλεσε να στρέψουμε την προσοχή στο Είναι, το πιο εκλεπτυσμένο κι από εκλεπτυσμένο, και να νιώσουμε τη  δύναμη της αλαφράδας και την ελαφρότητα της δύναμης. Αν μη τι άλλο η παρουσία του ήταν ικανή να υποβάλει. Στη μια ώρα που έμεινα καθισμένη στο έδρανο του αμφιθέατρου δεν άλλαξα στάση, έμεινα προσηλωμένη στον λόγο του χωρίς περισπασμούς, ο νους μου ξεπλύθηκε από κάθε παράσιτο που θα εμπόδιζε τις λέξεις του να μπαίνουν ατόφιες μέσα μου, τα προβλήματά μου πήραν τις σωστές διαστάσεις κι ένιωσα όντως ανάλαφρη όπως το ευαγγελιζόταν. Μια χαρισματική προσωπικότητα, χωρίς αμφιβολία.

6 σχόλια:

  1. Χρόνια πολλά και καλά.
    Λες "...σε κάποιο αίσθημα ευθύνης, σε μια υποταγή στη βούληση των οικογενειών..." Καλά δεν ήταν αυθόρμητος έρωτας; Γιατί το κάνεις υποταγή; Άλλο το πνιγηρό της ρουτίνας και άλλο η υποταγή στη βούληση...
    Όσο για τον Μαχαρίσι Μαχές τον θεωρούσα τέλειο επαγγελματία, σε όλα του, όπως σωστά επισημαίνεις. Όσο για τα μπητλάκια, έ... άλλος έκανε τις δημόσιες σχέσεις τους. Όταν διαλύθηκαν έδειξαν το αληθινό τους πρόσωπο. Το θέμα βέβαια ήταν η παρακαταθήκη τους. Τι άλλαξαν, τι έδωσαν. Και ήταν πολλά αυτά που άλλαξαν στην νεολαία της εποχής, μέρος της κι εγώ.
    Πασχάλης

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Δεν γνωρίζεις κανένα που να έμεινε σε μια σχέση από υποταγή και ευθύνη; Εγώ αντίθετα νομίζω πως εκείνα τα χρόνια ήταν η κυρίαρχη άποψη. Δεν σου έτυχε να ακούσεις για τον "ανέντιμο" που εγκατέλειψε την κοπέλα με την οποία έβγαινε; Ο μαυρόασπρος ελληνικός κινηματογράφος του 60-70 είναι γεμάτος από τέτοιες δακρύβρεχτες ιστορίες. Έβαλα λοιπόν κι εγώ τον Γιάννη στα χνάρια του έντιμου παλικαριού. Ευτυχώς η Κάτια βλέπει καθαρότερα κι έτσι απεφεύχθη ένας αποτυχημένος γάμος (και μπόρεσε και η ιστορία μου να έχει συνέχεια).

      Όσο για τους Μπίτλς: είναι μεγάλος πειρασμός να έχεις τεράστια επιρροή, να μπορείς να χειραγωγείς τα πλήθη με μια λέξη ή μια εικόνα σου και να έχεις το σθένος να μην κάνεις χρήση. Προσωπικά είμαι πρόθυμη να δώσω μια καλλιτεχνική άφεση γιατί δεν μπορώ να κρίνω τους καλλιτέχνες με τα μέτρα που ισχύουν για τους υπόλοιπους. (Και δεν αναφέρομαι αποκλειστικά στο συγκεκριμένο συγκρότημα).

      Διαγραφή
  2. Καλή Χρονιά με υγεία και ειρήνη και ειδικότερα για τα "Γιούλια Ολόμπλαβα" εύχομαι να συνεχίσει το δημιουργικό του έργο.
    Το αντίθεμα που παίζεται με τα φαγκότα, τα γαλλικά κόρνα, τις τρομπέτες, τα τρομπόνια και τα κρουστά, μας υπόσχονται μια νέα σύνθεση ήχων και επεισοδίων αφήνοντας τον αναγνώστη-ακροατή προς το παρόν με την περιέργεια για τη συνέχεια του έργου που δεν μπορεί εύκολα να μαντεύσει!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Διακρίνω μια αμηχανία, που είναι ευεξήγητη μια και το μυθιστόρημα διαβάζεται σε συνέχειες με αποτέλεσμα να χάνεται το ενιαίο της αφήγησης. Να βοηθήσω λίγο λοιπόν: Στα εννέα πρώτα κεφάλαια η αφηγήτρια περιγράφει σε τρίτο πρόσωπο την ιστορία του Μιχαλιού και της Αίγλης. Στο δέκατο αποφασίζει να μπει μέσα στη δράση και να εμπλακεί στην ιστορία των πρωταγωνιστών και γι αυτό η αφήγηση γίνεται σε πρώτο πρόσωπο. Έχει βέβαια αυτή τη δυνατότητα αφού γνωρίζει και τους δύο πολύ καλά όπως μας έχει δηλώσει ήδη από το πρώτο κεφάλαιο.
      Για όσους θέλουν να θυμηθούν: http://wwwrapanaki.blogspot.gr/2012/12/blog-post_18.html

      Διαγραφή
    2. Πάντως ο ηπιότερος και πιο ανώδυνος τρόπος αφήγησης είναι μέσω τρίτου προσώπου για το οποίο φροντίζεις από την αρχή να κερδίσει την εμπιστοσύνη του αναγνώστη.
      Πασχάλης

      Διαγραφή
    3. Προτιμάς το ήπιο και το ανώδυνο από το άμεσο και ζωντανό που χαρίζει η πρωτοπρόσωπη αφήγηση;
      Και σε κάθε περίπτωση πώς να στερήσω από την αφηγήτρια, που μας κράτησε συντροφιά τόσα κεφάλαια, το δικαίωμα να πει τα δικά της; (Πολύ περισσότερο που θα φωτίσουν τους χαρακτήρες των πρωταγωνιστών, πράγμα που είναι και το ζητούμενο)

      Διαγραφή

Οι κουβεντούλες μας