Σάββατο, 9 Ιουλίου 2011

Οι τέσσερεις αισθήσεις και η απαξιωμένη πέμπτη




Το νεογέννητο έχει αποκοιμηθεί αποκαμωμένο από την προσπάθεια να θηλάσει.
Νανουρισμένο, καθαρό, χορτασμένο πόσα λίγα θέλει για να είναι ευτυχισμένο!
Τότε, γιατί  η αναπνοή του χάνει κάπου-κάπου τον ρυθμό της, γιατί το μικρό κορμί τινάζεται σαν ξαφνιασμένο;
« Ονειρεύεται;» Αναρωτιέται η μάνα που το παρακολουθεί τρυφερά, μα δεν της επιτρέπεται να δει  τις πέντε κυράδες που έχουν σταθεί δίπλα στην κούνια του για να το μοιράνουν. Ούτε μπορεί να αντιληφθεί μια υπόγεια ένταση, έναν κρυμμένο ανταγωνισμό, ποιας το δώρο θα τού σταθεί πολυτιμότερο.

Η πρώτη μιλάει με την άνεση της πρωταγωνίστριας. Φοράει για ρούχο το ίδιο το φως  που την κάνει εκτυφλωτική.

- Είμαι εγώ εκείνη που θα σε κάνω να χαρείς την ομορφιά των χρωμάτων: το κάτασπρο της παιώνιας, το άλικο της παπαρούνας, το κίτρινο της μαργαρίτας αλλά και το άλλο κίτρινο του κρόκου, το μωβ της ανεμώνας αλλά και το μωβ που γειτονεύει με το μπλε του μενεξέ, το σκούρο ροζ του κυκλάμινου και το ανοιχτό ροζ του αγριοτριαντάφυλλου, το ροδί της μολόχας και το γαλάζιο του μη-με-λησμόνει …

Μαζί θα σταθούμε ένα ανοιξιάτικο πρωινό αντίκρυ σε μια δασωμένη βουνοπλαγιά. Όλοι οι τόνοι του πράσινου θα υποκλιθούν μπροστά μας. Κυρίαρχος το βαθύ, σχεδόν μαύρο,  του έλατου, που το πρασινοστριφώνουν στις άκρες οι φρέσκιες βελόνες. Κι ανάμεσα, φωτεινές πινελιές από το νωπό πράσινο των φυλλοβόλων: οξιές, σημύδες, δρυς, σφεντάμια… Καθένα με την δική του χρωματική παρέκκλιση ελάχιστα διαφορετική - μα οπωσδήποτε ξεχωριστή. Στο κάτω μέρος, εκεί που σχηματίζεται η ρεματιά, τα πλατάνια θα μονοπωλήσουν την προσοχή μας με την ιδιαίτερη χροιά των φρέσκων φύλλων τους. Κι αν είμαστε τυχεροί, μια ανοιξιάτικη βροχούλα θα δροσίσει  τη γη και τα φύλλα θα δακρύσουν, μα αμέσως μετά θα βγει ο ήλιος και τότε ένα ουράνιο τόξο θα αγκαλιάσει την πλαγιά κι εσύ θα θαμπωθείς βλέποντας την αποθήκη που προμηθεύει την φύση με χρωματικά υλικά – μια γιγάντια παλέτα.

Μερικούς μήνες μετά, το φθινόπωρο, η ίδια βουνοπλαγιά θα σου φανεί αγνώριστη, τυλιγμένη στα γήινα χρώματα. Τα έλατα : αναλλοίωτα – σταθερή αξία – μα τα υπόλοιπα εντελώς αλλαγμένα και οι αποχρώσεις τους, που ξεκινούν από το πρασινοκίτρινο για να καταλήξουν στο γλυκό καφετί περνώντας από το   κίτρινο, το κόκκινο, το κεραμιδί, θα σε κάνουν να πιστέψεις πως το βουνό θύμωσε ή ντράπηκε και αναψοκοκκίνισε και ίσως σκεφτείς: « τα όμορφα βουνά, όμορφα καίγονται.»

Το καλοκαίρι θα σού γνωρίσω τα χρώματα του νερού που είναι τόσα, όσοι οι κόκκοι της άμμου. Θάλασσες, ποτάμια, λίμνες, ρέματα, καταρράχτες, βάθρες. Θα σε γοητεύει η γκάμα του γαλάζιου, που ξεκινώντας από το ήρεμο γαλανό, φτάνει ως το θυμωμένο μπλε και το μελαγχολικό γκρι, από το εξωτικό τυρκουάζ ως το βασιλικό κυανό του ανοιχτού πελάγους και το αυτοκρατορικό μπλε του ωκεανού, από το διάφανο γλαυκό μιας αμόλυντης ρηχής ακρογιαλιάς ως το αφρισμένο θαλασσί μονοπάτι που αφήνει πίσω της η προπέλα του πλοίου σχίζει το νερό στα δύο.

Τον  χειμώνα θα σε μαγέψει η σονάτα  του λευκού, που εξαφανίζει κάθε ιδιαιτερότητα και όλα γίνονται κάτασπρα έτσι όπως καλύπτονται από το αφράτο πάπλωμα του φρέσκου χιονιού. Οι αθώες πατημασιές σου θα μοιάζουν με βάρβαρη επιδρομή που μολύνει την ομοιομορφία του τοπίου.


Θα μπορούσε να μιλάει για ώρες απαριθμώντας χρωματικούς παραδείσους, μα η δεύτερη την διέκοψε με μια απότομη κίνηση που υποδήλωνε ότι ο χρόνος που είχαν στην διάθεσή τους δεν ήταν απεριόριστος. Η φωνή της ακούστηκε σαν μελωδικό μουρμούρισμα:

- Τι θα ήταν η ομορφιά των λουλουδιών, χωρίς το βουητό των μελισσών που τα πολιορκούν; Πόσο φτωχή θα έμοιαζε μια δασωμένη βουνοπλαγιά στερημένη από τις τρίλιες του ερωτευμένου σπίνου; Πώς να απομονώσεις μια βαθύσκιωτη ρεματιά από τη συναυλία των αηδονιών το χάραμα; Τι νόημα θα είχε το ουράνιο τόξο, αν δεν έχει προηγηθεί ο ήχος του κεραυνού; Πόσο μίζερο θα ήταν το δάσος χωρίς το θρόισμα των φύλλων; Πόσο γυμνή θα έδειχνε η θάλασσα χωρίς τον ήχο του φλοίσβου ή το μουγκρητό των κυμάτων, το ρέμα χωρίς την βουή του καταρράχτη, το ρυάκι χωρίς το κελάρυσμα του νερού; Πόσο βουβά θα ηχούσαν τα καλοκαιρινά μεσημέρια χωρίς το παραλήρημα των τζιτζικιών, οι βραδιές του Σεπτέμβρη δίπλα στη θάλασσα, χωρίς το παραμιλητό των τριζονιών; Πώς να απολαύσεις το περπάτημα στο μονοπάτι αν δεν συνοδεύεται από τη μελαγχολία της  φωνής του κούκου ή το μονότονο ήχο του δρυοκολάπτη; Πώς να παθιαστείς με την άσπιλη λευκότητα μιας βουνοκορφής αν δεν συνοδεύεται από τον μαγευτικό ήχο της σιωπής του χιονιού; Πώς να καυχηθείς ότι έχεις ζήσει, αν δεν έχεις ακούσει την ποιμενική του Μπετόβεν, τον ήχο των τυμπάνων στο μπολερό του Ραβέλ, τις θεϊκές  ανάσες της Μαρίας Κάλλας στις παύσεις μέσα στις άριες, τις δοξαριές πάνω στο – τριακοσίων χρόνων στραντιβάριους - βιολί του Τζόσουα Μπελ; Οι ήχοι θα σού γίνουν αγαπημένοι σύντροφοι, χάρη σε μένα.

Η τρίτη βιάστηκε να πάρει τη σκυτάλη, ήθελε να μιλήσει για  οσμές: 

…Για μυρωδικά που συνθλίβονται κάτω από τα παπούτσια σου, καθώς περπατάς στα βουνίσια μονοπάτια , ελευθερώνοντας αρώματα εξαίσια.  Θυμάρι και δάφνη και ρίγανη και θρούμπι και χαμομήλι και μέντα και δίκταμο και δεντρολίβανο και σκίνο και μυρτιά και μάραθο και μελισσόχορτο κι αλιφασκιά…
…Για μεθυστικές μυρωδιές που ξεχύνονται από γλάστρες με βασιλικό και δυόσμο και μαντζουράνα και λουΐζα και μαϊντανό και άνηθο…
…Για μπαχαρικά της ανατολής: κανέλλα και μοσχοκάρφι και μπαχάρι και πιπέρι και κύμινο και γλυκάνισο και μοσχοκάρυδο…
…Για το λίγωμα από τη μυρωδιά της λεβάντας στις φυτείες της γαλλικής εξοχής που μπορεί να την συναγωνισθεί μόνο το άρωμα του γιασεμιού την αυγή ή του νυχτολούλουδου το βράδυ.
…Για τη μοσχοβολιά του σπιτικού ψωμιού καθώς βγαίνει από το φούρνο, για τη μυρωδιά του καφέ που ξυπνάει τις κοιμισμένες αισθήσεις…

Ακριβώς τότε η τέταρτη την παραμέρισε με βιασύνη, σαν να είχε προχωρήσει ανεπίτρεπτα στην δική της επικράτεια, και άρχισε να περιγράφει γεύσεις:

 Την θεϊκή του άγριου σπαραγγιού, τη ζουμερή του ώριμου ροδάκινου, την τραγανή του πράσινου μήλου, την αψάδα του πετροράδικου, την πικάντικη του αυγοτάραχου, την θαλασσινή της αχινοσαλάτας, την γλυκόξινη της άγριας φράουλας,  την έντονη της λαστιχωτής σκορδαλιάς, την υγρή του κόκκινου καρπουζιού, τη λιπαρή του καπνιστού σολομού, την απαλή της κρέμας, την διεγερτική της σοκολάτας, τη μεθυστική του κρασιού…

-Ο ουρανίσκος σου θα ευφραίνεται. Χάρη σε μένα το φαγητό δεν θα είναι μέσο επιβίωσης, θα είναι αισθητική απόλαυση.

Με τα τελευταία λόγια το βρέφος, σαν να λαχτάρησε τη μόνη γεύση που γνώριζε, άρχισε να την αποζητάει και η μάνα το τοποθέτησε στο στήθος.

Υπήρχε ελάχιστος χρόνος πριν παραδοθεί στην ηδονή του ρουφήγματος, πρόλαβε όμως ν’ ακούσει το σιγοψιθύρισμα στ’ αυτί του από την τελευταία κυρά. 

-Δεν έχω παραδείσους να σου υποσχεθώ, μα να το ξέρεις: θα είμαι η τελευταία που θα φύγω από κοντά σου.
Και πισωπλάτησε βιαστική για να προλάβει τις υπόλοιπες που είχαν ήδη απομακρυνθεί.


Φφφφ… όνειρο η ζωή και πάει.

 Το ροδαλό νεογέννητο είναι πια γέρος με ενενήντα τρία χρόνια βαριά στην πλάτη του, μόνος στον καναπέ, συντροφιά με μνήμες.

Δεν άκουσε το κλειδί στην πόρτα.
Είδε  μόνο μια σκιά να τον πλησιάζει.
Η μυρωδιά της αχνιστής σούπας δεν κατάφερε να διεγείρει την όσφρησή του.
Εξάλλου όλα τα φαγητά ήταν πια το ίδιο άνοστα.

Δυο χέρια του έβαλαν τον δίσκο στα γόνατα.
Τα χάιδεψε.
Νεανικά.
Οι ρώγες των δακτύλων  του ψαχούλεψαν τρυφερά τις μαλακές καμπύλες  του προσώπου, ανιχνεύοντας λεπτομέρειες, και ολοκλήρωσαν την περιήγηση  στον σγουρό καταρράχτη των μαλλιών της.
Αναγνώρισε  την εγγονή του.
Χαμογέλασε.
Η αφή είχε κρατήσει το λόγο της.

Συνεχίζεται...


3 σχόλια:

  1. Το απόλαυσα, το ρούφηξα ολοκληρωτικά.
    Με συγκίνησε βαθεια.
    Νάσαι καλά που μας αποκάλυψες αυτή την πενα

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Και είναι μόνο η μία όψη του νομίσματος.
    Περίμενε και την άλλη.
    Την επόμενη βδομάδα, ελπίζω...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Τυχερός όποιος μπορεί και βλέπει τον κόσμο καθε φορά σαν να τον βλέπει για πρώτη φορά, σαν μέσα από τα μάτια ενός νεογένητου μωρού!
    Τυχερός επίσης όποιος ρούφηξε τη ζωή μέσω όλων των αισθήσεων του και την απολαμβάνει, έστω και μόνο μέσω της αφής, μέχρι το τέλος!
    Τυχερή κι εγώ που βρίσκω φίλη που με ταξιδεύει έτσι!

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Οι κουβεντούλες μας