Παρασκευή, 1 Ιουλίου 2011

Ορθολογισμός και μαγεία: ένα μίγμα εκρηκτικό




Οι φωτεινές του μπούκλες ξάνθαιναν το πλάνο της κάθε φορά που η μνήμη την γύριζε στα παιδικά της χρόνια. Μεγάλωναν σε γειτονικά σπίτια και τον θυμάται πάντα σαν  σκιά της: στα παιχνίδια, στον δρόμο για το σχολείο, στην παρατήρηση του νυχτερινού ουρανού, όταν ανακάλυπταν τους αστερισμούς, στις αγωνιώδεις προσπάθειές του να προφέρει σωστά το «ρο» - του έμεινε μια χαριτωμένη ιδιαιτερότητα. Εντελώς διαφορετικοί, ωστόσο! Ανυπάκουη, πεισματάρα, φωνακλού, επαναστάτρια, διεκδικητική, παρορμητική, πάντα αρχηγός, αληθινό  αγοροκόριτσο. Ήσυχος,  μετρημένος, πειθαρχικός ,έτρεχε πάντα ξωπίσω της, χωρίς ποτέ ν’  αρνιέται  όποιο ρόλο του ανέθετε.  Τα δυο χρόνια που τούς χώριζαν ήταν αρκετά για να την κάνουν να τού συμπεριφέρεται προστατευτικά κι εκείνος ένιωθε όμορφα μέσα σ’ αυτόν τον κύκλο προστασίας. Κανένας δεν τολμούσε να τον πειράξει χωρίς να αντιμετωπίσει την οργισμένη της αντίδραση, μα εκείνη δεν είχε τον παραμικρό δισταγμό να του συμπεριφέρεται  με το αυταρχικό ύφος βασίλισσας που προστάζει τον αυλικό της.


Τα καλοκαίρια τον φιλοξενούσαν, μαζί με την αδελφή του, στο χωριό του πατέρα της. Ένας αλησμόνητος παράδεισος εκείνες οι καυτές μέρες όταν  κάποιος μαγεμένος αυλός λες και οδηγούσε όλα τα παιδιά της περιοχής στο κτήμα τους, στον οριοθετημένο από τους ευκάλυπτους χώρο που - εντελώς πρώιμα - αποκαλούσαν παιδική χαρά.   Πάνω στις σχοινένιες κούνιες, τις δεμένες στα κλαδιά της μουριάς, γνώριζαν τον  ίλιγγο του ύψους. Ένας λειασμένος κορμός κυπαρισσιού ακουμπισμένος στην καμπύλη της ξύλινης  κατασκευής σχήματος  «Π»  αποτελούσε την αυτοσχέδια τραμπάλα προορισμένη  να φιλοξενεί πολλά παιδιά – αρκεί να υπολόγιζαν σωστά τις ισορροπίες. Μα  πάνω απ’ όλα η δική τους «μπαράκα». Οι γονείς δεν είχαν γκρεμίσει την ξύλινη  πατρογονική κατοικία, που βρισκόταν δίπλα στο καινούργιο σπίτι.  Και τα παιδιά βρήκαν την ευκαιρία να την οικειοποιηθούν  και να της δώσουν, με την φαντασία τους,  διαστάσεις φρούριου στο οποίο δεν έφτανε η δικαιοδοσία των μεγάλων.

 Έγινε το αρχηγείο της αστυνομίας  όταν έπαιζαν «κλέφτες και αστυνόμους», η καλύτερη κρυψώνα στο «κρυφτό», το ιδανικό άσυλο μέχρι να περάσει η οργή των γονιών μετά από κάποια σκανταλιά, το ησυχαστήριο όπου διάβαζαν με μανία τον απαγορευμένο «μικρό ήρωα»,   το ορμητήριο για τις νυχτερινές επιδρομές σε γειτονικά μποστάνια με λεία κάποιο λαχταριστό καρπούζι, το καταφύγιο των λάβρων μεσημεριανών ωρών - όταν νυχοπατώντας το έσκαγαν από το σπίτι αφού σιγουρεύονταν ότι οι γονείς είχαν αποκοιμηθεί …

Εκείνο το καλοκαίρι η «μπαράκα» φιλοξένησε το «νοσοκομείο». Κόκκινοι σταυροί ζωγραφίστηκαν στην είσοδο, άδεια μπουκαλάκια από φάρμακα τοποθετήθηκαν σε ράφια από σπασμένα κομμάτια γυαλιού, μια άχρηστη θερμοφόρα, παλιά ποτήρια για βεντούζες, κουρέλια σαν επίδεσμοι, ένα αυτοσχέδιο στηθοσκόπιο… Γιατροί, νοσοκόμες, ασθενείς, εγχειρήσεις, εξετάσεις, μικροβιολογικές αναλύσεις, αποκατάσταση τραυματιών, ιατρικά συμβούλια… η παιδική φαντασία σε οργασμό. Οι δυο τους αποτελούσαν αποκλειστικό δίδυμο: εκείνος γιατρός, εκείνη άρρωστη ή το αντίστροφο. Σε κανέναν άλλον δεν θα επέτρεπε να εξερευνήσει το σώμα της.

Στις πρώτες γυμνασιακές τάξεις, δοκίμασε μαζί του – τον είχε πρόχειρο και πάντα διαθέσιμο - την υγρή αίσθηση του φιλιού στο στόμα. Αθώοι πειραματισμοί παιδιών που έπαιζαν με τα παιχνίδια των μεγάλων, μα το λίγωμα ήταν αληθινό.


Ύστερα η ζωή τούς χώρισε, όπως μόνο αυτή ξέρει. Στα δεκάξι της έφυγε για την Αθήνα και μετά για σπουδές στο εξωτερικό: Λονδίνο, Νέα Υόρκη, Λος Άντζελες, στέλεχος επιχείρησης στο Βερολίνο. Η εταιρεία άνοιξε υποκατάστημα στην Αθήνα και βρέθηκε στα τριάντα της διευθύνουσα σύμβουλος της μεγάλης πολυεθνικής. Όμορφη δεν θα την έλεγες, είχε όμως έναν αέρα στην κίνηση και κυρίως είχε ένα εκρηκτικό ταμπεραμέντο που ξετρέλαινε τους άντρες. Έζησε θυελλώδεις έρωτες, πάντα με σύντομη διάρκεια. Έτσι κι αλλιώς ποτέ δεν υπήρξε το «καλό κορίτσι για σπίτι».

Εκείνος σπούδασε Νομικά στην Αθήνα και έγινε ένας αδέκαστος εισαγγελέας που περνούσε μεγάλο μέρος της ζωής του χωμένος σε δικογραφίες, στο γραφείο του στα δικαστήρια της Ευελπίδων. Παντρεύτηκε τη συμφοιτήτριά του, που νόμισε πως ερωτεύτηκε, μα ο γάμος δεν στέριωσε. Διαλύθηκε μετά από άκαρπες  προσπάθειες δύο χρόνων.

Στα σαράντα της, υπακούοντας σε μια στιγμιαία  παρόρμηση τον αναζήτησε  στο facebook. Ας είναι ευλογημένος ο Μαρκ Ζούκερμπεργκ. Δεν έχασαν πολύ χρόνο στην εικονική πραγματικότητα. Επιθυμούσαν και οι δυο μια ζωντανή συνάντηση. Κανόνισαν να δειπνήσουν  σ’ ένα εστιατόριο της παραλίας.

Έφτασε λαχανιασμένη με μικρή καθυστέρηση.
-Περίμενες πολύ;
-Μια ζωή.
Θυμόταν την παιδική ομορφιά του, τώρα μαγεύτηκε από την εικόνα του άντρα που αντίκριζε.
Εκείνος δεν είχε ποτέ ξεφύγει από τα μάγια της.
-Τι απέγιναν οι μπούκλες σου;
-Απόμειναν στις φωτογραφίες.
Σε δυο ώρες είχαν γεφυρώσει τα εικοσιτέσσερα  χρόνια που έζησαν χωριστά και μιλούσαν με την οικειότητα παιδικών φίλων – μπορεί να βοήθησε και το μοσχοφίλερο, ήταν από χρονιά με καλή σοδειά. Δεν έκρυψε την έκπληξή της για την σύμπτωση: η  τωρινή του κατοικία είχε χτιστεί στο οικόπεδο, δίπλα στο σπίτι που είχε ζήσει με τους γονείς της όταν είχαν πρωτοέλθει στην Αθήνα. Ένα οικόπεδο που κάθε άνοιξη γέμιζε κίτρινες μαργαρίτες κι εκείνη, όχι λίγες φορές, τις είχε μαδήσει για την αγάπη κάποιου αγοριού.
- Για φαντάσου, λες και η μοίρα έκανε ό,τι μπορούσε για να είμαστε πάντα γείτονες…
-Σε ήξερα ορθολογίστρια…
-Και εξακολουθώ να είμαι. Μα λίγες σταγόνες μαγείας μέσα στον ορθολογισμό κάνουν το κοκτέιλ εκρηκτικό.

  Λίγο πριν χωρίσουν, έβγαλε από την τσέπη του ένα μικρό  κουτί κοσμηματοπωλείου και της το έδωσε χωρίς να πει λέξη. Το ξετύλιξε προσεκτικά, ενώ η έξαψή  της χτυπούσε κόκκινο. Ένα μονόπετρο έλαμψε στο διακριτικό φως  της αίθουσας.
-Αυτό δεν είναι ένα απλό δώρο, έχει μια σημειολογία…
-Ήσουν πάντα έξυπνο κορίτσι…
-Μα… δεν ήξερες καν αν είμαι παντρεμένη ή έστω δεσμευμένη…
-Σε κάθε περίπτωση  η απόφαση θα ήταν δική σου…
-Μήπως είμαστε βιαστικοί;
-Είμαστε απελπιστικά αργοπορημένοι.


Ο γάμος ξάφνιασε τους πάντες γύρο τους. «Κούκλος και μικρότερός της…» είπαν με μια δόση κακεντρέχειας οι φίλες της. « Πόσο θα αντέξει τον αυταρχισμό της;» μουρμούριζαν μέσα από τα δόντια τους οι δικοί του.

Γαμήλιο  ταξίδι στην Αίγυπτό: η κρουαζιέρα στο Νείλο, η απίστευτη καινούργια βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας, οι Πυραμίδες, το Σινά, η έρημος… ένας πανάρχαιος πολιτισμός. Με το «τότε» και το «τώρα» του. Πέρασαν πολλές ώρες στην πλατεία Ταχρίρ στο Κάιρο αναλύοντας την κατάσταση με τους οργισμένους διαδηλωτές. Μαζί τους πανηγύρισαν την ανατροπή του καθεστώτος Μουμπάρακ. Εκείνοι τους έδωσαν πληροφορίες για την πόλη που απευθύνονταν σε ταξιδευτές και όχι τουρίστες.

 Έτσι βρέθηκαν να περπατούν σε σοκάκια αδιέξοδα, ψάχνοντας στέκια μοναδικά, ανακαλύπτοντας παλαιοπωλεία με κρυμμένους θησαυρούς, για να καταλήξουν στο υπόγειο του γέρου. Εκείνη  έπιασε μια, ανέλπιστα  εγκάρδια,  κουβέντα μαζί του – ναυτικός στα νιάτα του, μιλούσε αρκετά καλά τα αγγλικά. Το πρόσωπό του, σκαμμένο από τον χρόνο, έμοιαζε με την άνυδρη γη της ερήμου και ο λόγος του, μεστός από τη σοφία της ηλικίας και της Ανατολής  αποκάλυπτε συμπαντικές αλήθειες που ίσως κάποτε τις είχε προσεγγίσει στις αναζητήσεις της, αλλά ποτέ δεν τις είχε δει να ξεδιπλώνονται μπροστά της με τόση αμεσότητα. Καθώς οι αύρες τους ακούμπησαν, ο χρόνος έχασε την αντικειμενική του υπόσταση, διευρύνθηκε, και την οδήγησε στο άπειρο σύμπαν. Ήταν μια μυσταγωγία! Είχε την αίσθηση ότι ο συνομιλητής της ήταν δραπέτης από σελίδες του Ναγκίμπ  Μαχφούζ.

Ο  άντρας της, όλη αυτή την ώρα, έψαχνε στα σκονισμένα ράφια με την μεθοδικότητα του φυσιοδίφη και ξεδιάλεγε αντικείμενα. Εκεί, παραχωμένο σε μια κόχη, ανακάλυψε ένα μικρό μπακιρένιο λυχνάρι και αυτόματα οτιδήποτε άλλο χλόμιασε μπροστά  του. Τι έργο τέχνης!  Κομψοτέχνημα από κάθε άποψη! Περίτεχνες ανάγλυφες μικρογραφίες, πάνω στην επιφάνειά του, απεικόνιζαν σαύρες να μπλέκουν αρμονικά τις ουρές τους και φίδια να ανοίγουν  το στόμα έτσι που να προβάλλει η διχαλωτή γλώσσα τους. Η καμπύλη της λαβής του είχε την ακρίβεια γεωμετρικής κατασκευής και έμοιαζε να είχε φτιαχτεί με χάρακα και διαβήτη. Το φαντάστηκε, λουστραρισμένο, γυαλιστερό, να διακοσμεί το γραφείο του.
-Πόσο;
Το μελαψό πρόσωπο του γέρου έγινε πιο χλωμό κι από την αυγή, καθώς διέκοψε τον ειρμό της κουβέντας του για να κοιτάξει τον άντρα. Με μια ενστικτώδη κίνηση το άρπαξε από το χέρι του.
-Δεν είναι για πούλημα.
-Γιατί;
Κοίταξε τη γυναίκα εκλιπαρώντας την με τα μάτια να τον κάνει ν’ αλλάξει γνώμη. Μα εκείνη πήρε στα χέρια το αντικείμενο, το περιεργάστηκε, παθιάστηκε μαζί του και δήλωσε αποφασισμένη να το αποκτήσουν με κάθε τρόπο.
-Έχει αλλόκοτη ιστορία. Ο θρύλος λέει πως είναι μαγεμένο.
Το ενδιαφέρον του ζευγαριού απογειώθηκε. Ρωτούσαν απανωτά λεπτομέρειες και εξηγήσεις, τόσο που ανάγκασαν τον γέρο να επιβάλλει επιτακτικά σιωπή κουνώντας ζωηρά τα χέρια του.
-Όλοι όσοι κατά καιρούς το απέκτησαν θέλησαν, για κάποιο λόγο, να το ξεφορτωθούν κι έτσι χέρι με χέρι έφτασε στο μαγαζί μου. Λένε πως μπορεί να εκπληρώσει άμεσα, για μία και μοναδική φορά, ό,τι επιθυμήσει ο κύριός του. Η μαγεία μεταβιβάζεται στον επόμενο που θα πληρώσει για να το αποκτήσει.
Μια στιγμιαία ανατριχίλα διαπέρασε το κορμί της, καθώς την συνεπήρε η μαγεία , μα αμέσως ξεκαρδίστηκε στα γέλια ταυτόχρονα με τον άντρα της – ο ορθολογισμός πάνω απ' όλα.
-Ένας λόγος παραπάνω για να μας το πουλήσεις.
Έγινε σκληρό παζάρι. Όχι για την τιμή. Ο γέρος πάλεψε να τους αποτρέψει, χωρίς ωστόσο επιχειρήματα, διαισθητικά μόνο, μα  εκείνοι ήταν ανένδοτοι. Στο τέλος  σήκωσε τους ώμους:
-Εσείς οι Ευρωπαίοι ποτέ δεν θα καταλάβετε την Αφρική.
Το τύλιξε σε μια εφημερίδα και καθώς του το έδινε τον κοίταξε τόσο βαθειά στα μάτια που νόμισε ότι είδε γυμνή την ψυχή του.
-Να την προσέχεις. Μεγάλη φωτιά, μικρό κερί.


Αφήνοντας τη ράθυμη Αφρική, η ζωή στην Αθήνα μπήκε στους γνωστούς φρενήρεις ρυθμούς. Ένα Σαββατόβραδο είχαν την ιδέα να αναβιώσουν μια αιγυπτιακή βραδιά. Άναψαν  κεριά, έλουσαν ο ένας τον άλλο στη μεγάλη μπανιέρα με αιθέρια έλαια, έκαψαν αρωματικά χόρτα, παράγγειλαν αραβικό φαγητό, ήπιαν το αγαπημένο τους κρασί, είδαν φωτογραφίες και συνειρμικά μπήκαν στο κλειστοφοβικό υπόγειο παλαιοπωλείο και θυμήθηκαν το περίεργο λυχνάρι. Το κλίμα που είχε δημιουργηθεί ήταν ήδη μαγικό, δεν θα μπορούσαν να βρουν πιο κατάλληλη στιγμή. Του το έβαλε, σκονισμένο ακόμα, στα χέρια.
-Ευχήσου.
-Δεν ξέρω τι. Όλες μου οι επιθυμίες είναι ήδη εκπληρωμένες.
-Έλα τώρα, ας παίξουμε, ζήτα πεντακόσιες χιλιάδες. Αν έλθουν αυτά τα λεφτά, το καλοκαίρι θα κάνουμε τον γύρο του κόσμου.
-Ας το δυσκολέψουμε, είπε μπαίνοντας με παιδικό ενθουσιασμό στο παιχνίδι που εκείνη είχε αρχίσει.
Σήκωσε τελετουργικά το λυχνάρι ψηλά, το έσφιξε δυνατά και είπε με στόμφο:
-Επιθυμώ να αποκτήσω τετρακόσιες εβδομήντα τρεις χιλιάδες οχτακόσια πενήντα έξι ευρώ.

Φ
ιλήθηκαν με πάθος και έκαναν έρωτα πάνω στο χαλί, με την ένταση της πρώτης φοράς, ή με την απελπισία της τελευταίας. Τα φίδια και οι σαύρες απόμειναν να τους κοιτάζουν.


 Τη Δευτέρα έφυγε πολύ νωρίς, εκείνος κοιμόταν ακόμα. Του άφησε ένα βιαστικό σημείωμα: θα γυρνούσε αργά το βράδυ… την περίμενε ένα δύσκολο μίτινγκ στην Πάτρα… τον αγαπάει.

Τ
ο κόκκινο, σπορ, διθέσιο αυτοκίνητό της έγινε λιώμα ανάμεσα σε δύο νταλίκες.
Ψυχρή η αναφορά της τροχαίας: δρόμος χωρίς διαχωριστική νησίδα, ολισθηρό οδόστρωμα, αντικανονικό προσπέρασμα,  δεν βρέθηκαν ίχνη αλκοόλ στο αίμα, υπερβολική ταχύτητα.
 Τη  λάτρευε την ταχύτητα!

Το μαξιλάρι της είχε ποτίσει από τη μυρωδιά της. Ορκίστηκε να μην το πλύνει ποτέ.
Στο μπάνιο είχαν πέσει τρίχες από τα μαλλιά της. Τις μάζεψε προσεκτικά και τις έβαλε ανάμεσα στις σελίδες ενός βιβλίου.
Στην κουζίνα ο καφές της είχε μείνει ατελείωτος. Ρούφηξε με ηδονή δυο γουλιές και φαντάστηκε ότι ρουφούσε τα χείλη της.
Σήκωσε από το πάτωμα το μεταξωτό νυχτικό της και το έφερε στο πρόσωπό του. Ποτέ πια δεν θα ακουμπούσε μετάξι χωρίς να θυμηθεί τη μαλακή υφή του δέρματός της.
 Ημίμετρα!

Πέρασαν καμιά δεκαριά μέρες. Τότε έλαβε το τηλεφώνημα. Ο υπάλληλος της ασφαλιστικής, τον συλλυπήθηκε σε τόνο τυπικό, διακριτικό και άκρως επαγγελματικό και συνέχισε:
« Η σύζυγός σας είχε κάνει ασφάλεια ατυχήματος και είστε ο μόνος δικαιούχος.  Η  επιταγή είναι στην διάθεσή σας.»
-Πόσα;
-Πεντακόσιες χιλιάδες περίπου.
-Πόσα ακριβώς;
Μικρή  παύση στα σύρματα. Ο υπάλληλος είχε ξαφνιαστεί ή έψαχνε στα αρχεία του.
-Το ακριβές ποσό μετά την αφαίρεση κάποιων εισφορών προς τρίτους είναι: τετρακόσιες εβδομήντα τρεις χιλιάδες οχτακόσια πενήντα έξι ευρώ.

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Οι κουβεντούλες μας