Τρίτη, 24 Ιανουαρίου 2012

Στο υπόγειο της Χριστουγεννιάτικης ιστορίας...άδικο




Τον κοίταξε από πάνω ως κάτω χαμογελαστός, ωστόσο δεν τού πρότεινε να καθίσει.
Όρθιος έμελλε ν' ακούσει  την ετυμηγορία του.
Δεν έχασε χρόνο με εισαγωγές, μπήκε βιαστικός στο θέμα - ήθελε να τελειώνει μια ώρα αρχύτερα.
- Οι προετοιμασίες για την παρέλαση της Εθνικής εορτής, της 28ης Οκτωβρίου, έχουν αρχίσει και θα έπρεπε να εκπροσωπήσεις την πρώτη τάξη ως παραστάτης της σημαίας του σχολείου. 
Θα έπρεπε;;; 
Κόμπιασε  πριν συνεχίσει, αλλά τελικά ξεπέρασε  τον στιγμιαίο δισταγμό του.
-Μια και το χαμηλό σου ανάστημα θα αποτελούσε μια ανορθογραφία – ναι, αυτό ακριβώς είπε! – θα σε πείραζε να σε αντικαταστήσω με τον επόμενο δικαιούχο;
Αν θα τον πείραζε; 
Γιατί οι μεγάλοι λένε ψέματα; 
Δεν έλεγε αλήθεια ούτε ο Παλαμάς; 
Γιατί τότε του  δίδαξαν τον στίχο;
 « η μεγαλοσύνη στα έθνη δεν μετριέται με το στρέμμα…» 
Στάθηκε αφελής και ευκολόπιστος  που τον υιοθέτησε άκριτα και τώρα ήρθαν τα ερωτηματικά να τον αφανίσουν.
Στα έθνη; 
Όχι και στους ανθρώπους;
Γιατί κάποιοι πόντοι ύψους τού στερούσαν την τιμητική διάκριση που είχε ονειρευτεί εκείνο το βράδυ όταν στην οθόνη έπαιζε ο «αρχισιδηρουργός»;

Η ματιά του θόλωσε μα το είδε πολύ ταπεινωτικό να επιτρέψει στα δάκρυα να κυλήσουν στο πρόσωπό του ή ν’ αναγκαστεί να χαμηλώσει το κεφάλι. Ούτε ο ίδιος δεν  μπορεί να καταλάβει πώς το κατάφερε! Γύρισε τα δάκρυά του πίσω, κυριολεκτικά τα κατάπιε. Η ματιά του ξελαμπικάρισε  ενώ ταυτόχρονα ένιωσε μια αλμυρή γεύση στον λαιμό. 
Τον μίσησε - θα τρόμαζε αν μπορούσε να φανταστεί πόσο τον μίσησε - αλλά γι αυτό ακριβώς δεν θα τού έδινε την χαρά να τον λυπηθεί. 
Δεν διανοήθηκε, ωστόσο, να φέρει αντίρρηση, δεν τόλμησε να διεκδικήσει εκείνο που τού ανήκε.
Κατάλαβε ότι η ερώτηση ήταν ρητορική και η απόφαση ειλημμένη;
Ή απλώς δεν ήταν αγωνιστής; 
Ή φταίει που δεν είχε κλείσει ακόμα τα δώδεκα;
Κούνησε αρνητικά το κεφάλι.

Τι θα είχε συμβεί αν;
...Αν είχε πει απλά: ναι, θα με πείραζε.
...Αν είχε πει αποφασιστικά:  μου ανήκει, το θέλω.
...Αν είχε πει εξοργισμένος: είναι άδικο, κανείς δεν είναι πάνω από τον νόμο.
...Αν, τέλος πάντων, είχε αφήσει τα δάκρυά του να κυλήσουν αντί γι απάντηση.
Δεν θα το μάθει ποτέ.
Και μαζί δεν θα το μάθουμε κι εμείς. 

Στο σπίτι, η είδηση έφερε αναταραχή στο μεσημεριανό τραπέζι. Οι μεγάλοι μιλούσαν μπροστά του, για το θέμα που τον αφορούσε άμεσα, σαν να μην ήταν παρών. 
Η μητέρα – πάντα παρορμητική – έκανε ψευτοπαλικαρισμούς ότι, τάχα μου, θα πάει να βρει τον Γυμνασιάρχη και να τού υποδείξει πως ήταν απαράδεκτο να μιλάει κατάμουτρα σε κάποιον για το μειονέκτημά του – ναι, έτσι ακριβώς το είπε! 
Τι την ενοχλούσε, άραγε, περισσότερο: η έλλειψη πολιτικής ορθότητας ή το άδικο;
Ο πατέρας κρατούσε μια ήπια καρτερική στάση – πώς να τα βάλεις με τους ισχυρούς; 
Κανείς δεν ζήτησε την δική του άποψη – όχι από αδιαφορία, αλλά γιατί κανείς δεν υποπτευόταν ότι ένα δωδεκάχρονο μπορούσε να έχει άποψη.

Έτσι με τον εαυτό του έκατσε και το κουβέντιασε. Πίστευε απόλυτα στην ειλικρίνεια του Γυμνασιάρχη. Ούτε για μια στιγμή δεν πήρε στα σοβαρά τις φήμες που κυκλοφόρησαν για τον αντικαταστάτη του  που έτυχε να είναι γιος μεγαλοδικηγόρου. Σύμπτωση. Καχυποψία υπήρχε πάντα, αλλά οι άνθρωποι δεν ήταν σε τέτοιο βαθμό διεφθαρμένοι, τότε.  
Είχε απλώς καταλάβει λάθος τον ρόλο του. Πίστευε ότι η πολιτεία τον είχε τάξει στο να διασφαλίζει το κύρος και τη μεγαλοπρέπεια του σχολείου αναδεικνύοντας την υπεραξία της μόρφωσης.  Η άψογη εμφάνιση του σχολείου στην παρέλαση ήταν θέμα ύψιστης σημασίας.  Δεν μπήκε καν στη διαδικασία να την βάλει σε σύγκριση με τη ζημιά που θα προκαλούσε σε μια παιδική ψυχούλα. Η παιδαγωγική ήταν στο βάθος της λίστας με τις προτεραιότητές του.  Πολύ περισσότερο που η κοινωνία δεν ήταν παιδοκεντρική και τα παιδικά δικαιώματα ήταν ανύπαρκτος όρος σε αντίθεση με τις παιδικές υποχρεώσεις.

Σαράντα χρόνια αργότερα η ελληνική κοινωνία διχάστηκε με την υπόθεση του Οδυσσέα Τσενάι. Ο Αλβανός μαθητής δεν έγινε σημαιοφόρος «οικειοθελώς», όπως δήλωσε ο ίδιος, στην πραγματικότητα όμως υποκύπτοντας σε πιέσεις. Ο ίδιος νόμος του ελληνικού κράτους που παραβιάστηκε στην περίπτωσή του μικρού πρωταγωνιστή μας, ο ίδιος ακριβώς καταπατήθηκε και στην δική του. Αν παραμερίσεις  διαφορές στις λεπτομέρειες, κοινή ήταν η αιτία: ένας φανερός ή καμουφλαρισμένος ρατσισμός. Που σημαίνει  έλλειψη σεβασμού στην διαφορετικότητα. Και κυρίως έλλειψη ευαισθησίας για πληγές που δημιουργούνται σε παιδιά που αγωνίζονται να καλύψουν το όποιο μειονέκτημα, αναπτύσσοντας αρετές που  στρέφουν τους προβολείς μακριά του.

Δεν έχει ξεκαθαρίσει μέσα του ποιος από τους δυο τους στάθηκε πιο τυχερός. 
Εκείνος που πέρασα τη μπόρα ολομόναχος ή εκείνος που είδε το πρόβλημά του να παίρνει διαστάσεις σε εφημερίδες , ραδιόφωνα, τηλεπαράθυρα; 
Εκείνος που είχε μπερδευτεί ποιος είναι σύμμαχος και ποιος αντίπαλος ή εκείνος που εκτός από ορκισμένους εχθρούς  βρήκε και φανατικούς  υποστηρικτές; 
Διαβάζοντας ωστόσο  συνεντεύξεις του Οδυσσέα,  όταν πια έβλεπε τα γεγονότα από – χρονική και τοπική – απόσταση, συμπεραίνει ότι μάλλον θα προσυπογράφει τα συναισθήματά του: πληγώθηκε, ωρίμασε, δοκιμάστηκε, συνειδητοποιήθηκε, βελτιώθηκε.


2 σχόλια:

  1. Τι μου θύμησες!Πόσες τέτοιες αδικίες είδαν τα ματάκια μας σαν μαθητές,σαν παιδιά!Και δεν φεύγουν από τα βάθη της μνήμης μας!Δοθείσης ευκαιρίας ξανάρχονται σέρνοντας μαζί τους την πικρή γεύση της υποτίμησης!Και δεν έχουν τελειωμό...
    Αργησα αλλά δεν σε ξέχασα.Αννα

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Αυτά,Άννα, να τα πεις στους ρομαντικούς που επιμένουν να θεωρούν τα παιδικά χρόνια ανέμελα και ξένοιαστα, χωρίς σκοτούρες και προβλήματα.
    Χαίρομαι πολύ που είσαι πάλι στη συντροφιά.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Οι κουβεντούλες μας