Τετάρτη, 8 Αυγούστου 2012

Από τον Ευβοϊκό στο Αιγαίο...Δημοσάρη


Στην είσοδο του φαραγγιού – όταν η κορυφή μοιάζει πια απόμακρη -  η ομάδα ανασυγκροτείται και ενώνεται με τους υπόλοιπους που, εναλλακτικά, προτίμησαν την άνεση ενός ξενοδοχείου στην Κάρυστο και θα περπατήσουν μαζί μας το Δημοσάρη.
Οι γύρο πλαγιές αντιλαλούν  ήχους από τροκάνια. Κατσίκια και πρόβατα, κοπαδιαστά, βόσκουν  με τη χαρά της πρώτης μέρας. Οι βοσκοί τήρησαν και φέτος την παράδοση που θέλει ν'  αφήνουν τα χειμαδιά και ν'ανεβαίνουν στα ψηλώματα  στην γιορτή του Αγίου Κωνσταντίνου. 
Κατεβαίνουμε την τσιμεντένια σκάλα. Η επένδυση των σκαλοπατιών με πλάκες Καρύστου είναι μια προσπάθεια να εξωραϊστεί η άθλια παρέμβαση στα πλαίσια της τουριστικής αξιοποίησης του φαραγγιού. Χάθηκε ένα ωραίο παραδοσιακό λιθόστρωτο; Δεν μπορώ να αποφύγω οργισμένες σκέψεις. Όσο περισσότερο μπετόν, τόσο περισσότερο κέρδος για εργολάβους, υπεργολάβους, μηχανικούς, αναδόχους… Αυτή είναι η Ελλάδα!  Πώς να βάλεις στη ζυγαριά τα πλεονεκτήματα, του οικόπεδου που μας έλαχε, με τα μειονεκτήματα του οικοδομήματος που στήσαμε; Βάζω φρένο στον θυμό μου! Δεν θέλω με τίποτα να χαλάσω τη φωτεινή μου διάθεση.
   
Πολύ περισσότερο που το άγριο, γυμνό, άνυδρο τοπίο, χωρίς να μας προειδοποιήσει με κάποιο μεταβατικό στάδιο, έχει μετατραπεί σ’ έναν καταπράσινο παράδεισο. 
Α, αυτό το πολυποίκιλο, εναλλασσόμενο, απρόβλεπτο ελληνικό τοπίο! 
Που δεν σε αφήνει να πλήξεις. 
Που ξετρελαίνει τους Ευρωπαίους πεζοπόρους, εξοικειωμένους με την βαρετή επανάληψη των πανέμορφων, κατά τα άλλα, τοπίων τους. 
Που σε κάνει ν' αναρωτιέσαι: μα πού πήγαν οι σάρες, πού χάθηκαν οι πέτρες, πώς φύτρωσε το χορτάρι, πώς πρασίνισε ο τόπος, πώς άλλαξε η βλάστηση; 
   
Ξεδιψάμε στην πηγή με τα πλατάνια που ναρκισσεύονται με το νωπό πράσινο φύλλωμα, που απέκτησαν πρόσφατα, σε πλήρη τονική αντίθεση με το εκρηκτικά σκούρο πράσινο του πυκνόφυλλου κισσού, που αγκαλιάζει τους κορμούς σαν δροσερή γούνα αντανακλώντας το φως με την εκτυφλωτική του στιλπνότητα. Εδώ συναντάμε και λάσπες. Ενοχλητικές και επικίνδυνες. Περπατάμε προσεχτικά αξιοποιώντας τα μπαστούνια και επιλέγοντας το καταλληλότερο σημείο για να πατήσουμε. Όχι για πολύ ευτυχώς.

Το μονοπάτι είναι καθαρό, φροντισμένο, ελαφρά κατηφορικό και τα πέλματα μας, που ταλαιπωρήθηκαν από τους κραδασμούς της πέτρας, ανακουφίζονται  πατώντας τη μαλακωσιά του φυσικού χλοοτάπητα. Δεξιά κι αριστερά άναρχη, οργιαστική βλάστηση – φτέρες κυρίως, σ’ όλη την ακμή της νιότης τους, με ύψος που συνήθως ξεπερνάει το γόνατο, αλλά κάποτε ψηλώνουν τόσο  που δημιουργούν μια αίσθηση ζούγκλας.



Περπατάμε χωμένοι στη βλάστηση, χωρίς ανοιχτό ορίζοντα  και μόνο σε κάποιο σημείο το τοπίο ξανοίγει κι απλώνονται μπροστά μας καταπράσινες οι απέναντι πλαγιές. Καταπράσινες ναι, αλλά όχι ενιαία μονοχρωματικές. Δεκάδες χρωματικοί τόνοι σε αρμονική αντίθεση, από τον πιο αχνό ως τον πιο σκούρο, από τον πιο φωτεινό ως τον πιο βαθύ, κάνουν τον πίνακα που βλέπουμε απέναντι μονόχρωμο, αλλά όχι μονότονο.


Κι ενώ,χωρίς αμφιβολία,  πρωταγωνιστεί το πράσινο, την παράσταση κλέβουν κάποιοι δεύτεροι ρόλοι.

Το κίτρινο των σπάρτων


Το λιλά του αγριομπίζελου



Το φωσφοριζέ φούξια του αγριογαρύφαλλου εκτυφλωτικό σαν μαρκαδόρος επισήμανσης, αλλά όχι φτηνό. 
Το μωβ μιας άγριας ορχιδέας. 
Το γαλάζιο της λιβελούλας που ακροβατεί πάνω στο νερό αφήνοντας ίχνη που έχουν την αρμονία γεωμετρικής καμπύλης.



 Το κίτρινο-πράσινο-γάλανο μιας σαύρας που λιάζεται πάνω στην πέτρα.




Έχω μείνει μόνη. Έτυχε, δεν το επεδίωξα. Η διαδρομή είναι εύκολη και η συνοχή της ομάδας δεν είναι αναγκαστικά σφιχτή. Είμαστε όλοι μέσα στο φαράγγι, δεν υπάρχει παρά μία έξοδος. Μια τεράστια καφέ πεταλούδα με πορτοκαλιές βούλες, που έχει στρογγυλοκαθίσει στο μωβ άνθος του βατόμουρου, δεν τρόμαξε από την διακριτική παρουσία μου και με εμπιστεύτηκε. Την παρακολουθώ καθώς ανεμίζει τα φτερά με αρμονικές κινήσεις μπαλαρίνας, κάνει μια αργή στροφή γύρο από τον άξονά της και πετάει στο διπλανό λουλούδι για να επαναλάβει την διαδικασία. Είναι βεντέτα και το ξέρει. Σπάνια λυπάμαι που αποφεύγω το βάρος της φωτογραφικής μηχανής.


  
Το μονοπάτι ακολουθεί την κατεύθυνση του ρέματος που είναι ο σταθερός πλοηγός της πορείας. Όχι πάντα δίπλα του, όμως. Άλλοτε αρκούμαστε ν’ ακούμε από ψηλά τη βουή του, κάποτε το προσεγγίζουμε. Ορμητικό  και θορυβώδες στα σημεία με μεγάλη κλίση, ράθυμο και νυσταγμένο λιμνάζει στα επίπεδα. Οι διαδοχικοί αφρισμένοι καταρράχτες που σχηματίζονται ανάμεσα στα άσπρα βράχια που έχει γλείψει και έχει λειάνει η ορμή του νερού καταλήγουν σε πρασινογάλαζες γούρνες προκλητικές για μια βουτιά. Κάποιοι τολμούν την ευεργετική ψυχρολουσία, για ν’ απολαύσουν μετά την θαλπωρή του ήλιου ξαπλωμένοι, με τα μάτια κλειστά, πάνω στις κατάλευκες πλάκες.






Γιατί όλα τα ωραία τελειώνουν γρήγορα; Δυόμιση ώρες μετά, στην έξοδο του φαραγγιού, αναλογίζομαι με τρόμο  το αντίτιμο της ηδονής: μια ώρα περπάτημα στον σκονισμένο χωματόδρομο, που προς το τέλος γίνεται άσφαλτος μέχρι να βγούμε στη θάλασσα. Και να 'ναι ντάλα μεσημέρι, ο ήλιος ψηλά και τα βαριά  μποτάκια εντελώς ακατάλληλα για αμαξιτό δρόμο. Μα έχουν γνώση οι φύλακες. Υπάρχει ήδη  σχέδιο αποφυγής της ταλαιπωρίας και μπαίνει άμεσα σε εφαρμογή. Στο μικρό συνοικισμό στην αρχή του χωματόδρομου, βλέπουμε το  παρκαρισμένο αυτοκίνητο. Ο ιδιοκτήτης του ασχολείται με το τάισμα των ζωντανών. Οι διαπραγματεύσεις είναι συνοπτικές. Το βασίλειό μου για ένα άλογο. Πολύ περισσότερο για τα εκατό άλογα του αγροτικού. Δεκαπέντε από μας πηδάμε στην καρότσα και ταξιδεύουμε με χλιδή. Οι σύντροφοι που περπατάνε κάτω από τον ήλιο μας κοροϊδεύουν: ορειβάτες της πεντάρας.  Εμείς αντιγυρίζουμε την κοροϊδία: ορειβάτες της ασφάλτου. Σε κάποια στροφή εμφανίζεται επιτέλους το γαλάζιο. Το ρέμα χύνεται μαλακά στην άκρη της παραλίας κι εμείς το μιμούμαστε.




Κολυμπάμε να σβήσουμε την κάψα, να καθαρίσουμε από τον ιδρώτα και τη σκόνη, να νιώσουμε την πληρότητα εκείνου που τα έχει καλά με το σώμα του. Το παγωμένο νερό τονώνει τους ταλαιπωρημένους μυς και η ευεξία διώχνει την κούραση. Ξεπλενόμαστε στο ποτάμι να φύγει και το αλάτι. Τώρα δικαιούμαστε ένα κανονικό γεύμα στο ταβερνάκι. Στη Νότια Εύβοια βρισκόμαστε πώς να μην στρώσουμε έναν καβοντορίτικο;  Η ταβερνιάρισσα απορεί.
-Πώς τον ξέρετε τον χορό μας;
Αντί γι απάντηση την βάζουμε στον κύκλο.

Στο ταξίδι της επιστροφής οι περισσότεροι το ρίχνουμε στον ύπνο. 
Είναι αργά όταν φτάνουμε. 
Βιαστικές καληνύχτες.
Αύριο  καθένας έχει ν’ αντιμετωπίσει την καθημερινότητά του. 



Οι φωτογραφίες είναι από το αρχείο του ορειβατικού συλλόγου Χαλκίδας  





2 σχόλια:

  1. Υπέροχη η διήγηση μου θύμισε μια ανάβαση στην Μονή του Αγ.Παντελεήμονα Θάσου στο Υψάρι. Ξεκινήσαμε από τον Σωτήρα και επιστρέψαμε πάλι εκεί, στο γραφικό ταβερνάκι με την ζεστή φασολάδα. Όλα στην Ελλάδα τελειώνουν σε κάποιο ταβερνάκι, ακόμη και το τελευταίο ταξίδι στο μακάριο.
    Ήταν μια υπέροχη ανά/κατάβαση μέσα σε ένα υπέροχο δάσος. Μόνο που την επόμενη χρονιά κάηκε το δάσος κι εγώ έμεινα μέσα στην λύπη μου να σκέφτομαι έντρομος τι θα γινόμασταν αν είμαστε την ώρα της πυρκαϊάς μέσα στο δάσος. Και είχα μαζί μου τα δυο μου αγγελούδια ,δέκα και δώδεκα χρονών τότε.
    Και οι φωτογραφίες όμορφες.
    Πασχάλης

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Εσύ τουλάχιστον το πρόλαβες
    το δάσος πριν καεί.
    Άκου τι συμβαίνει μ' εμένα:
    Το Σάββατο φεύγω για Χίο
    με σκοπό να περπατήσω
    τα πανέμορφα μονοπάτια στα Μαστιχοχώρια.
    Και η πυρκαγιά τα κάνει
    παρανάλωμα οχτώ μέρες πριν.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Οι κουβεντούλες μας