Τρίτη, 25 Σεπτεμβρίου 2012

Ψηλά στον Αφέντη Χριστό... η πρώτη κορυφή



Το καταφύγιο  στο πρωινό φως 

Είμαστε στα 1330μ στη θέση Στροβίλι κι από την κουζίνα ξεχύνονται μοσχοβολιές ικανές να κολάσουν και τους πιο εγκρατείς πόσω μάλλον ξελιγωμένους ορειβάτες. Κατσίκι χρονιάρικο βραστό και τα μακαρόνια βρασμένα στο ζουμί και πασπαλισμένα με μπόλικη κρητική γραβιέρα. Λιχουδιά από τις λίγες που συνοδεύεται από εκλεκτό κόκκινο κρασί. Τύφλα να 'χουν οι χρυσοί σκούφοι των γκουρμέ εστιατορίων. Οι γλώσσες λύνονται και τα λόγια κυλούν ροδάνι. Η θεματολογία είναι η αναμενόμενη  σε μια συνάντηση ορειβατών. Αναμνήσεις από εξορμήσεις, περιπέτειες σε κορυφές,  ταλαιπωρίες σε φαράγγια, δυσκολίες σε κακοτοπιές, σχεδιασμοί για κοινές εξορμήσεις που συνήθως μένουν ασκήσεις επί χάρτου. Οι ψαράδες και οι κυνηγοί έχουν τ' όνομα μα κι οι ορειβάτες δεν πάνε πίσω στη χάρη. Λίγο πριν η κούραση βαρύνει τα βλέφαρα ο Γιώργος, που έχει το γενικό πρόσταγμα, δίνει λεπτομέρειες για το αυριανό πρόγραμμα.  Είναι καθησυχαστικός και  εμψυχωτικός, αλλά  ανυποχώρητος στο θέμα του νερού.
-Θα κουβαλάμε έξι μπουκάλια το λιγότερο - ο ευτραφής της παρέας ένα παραπάνω. Κάθε είκοσι λεπτά θα σταματάμε για τρεις ρουφιές. Δεν θα διακινδυνεύσουμε μια αφυδάτωση. Το νερό πρέπει να μας καλύψει για 36 θερμές ώρες.

Κάνω πρόχειρους υπολογισμούς: έξι μπουκάλια ίσον εννιά λίτρα, περίπου εννιά κιλά - δέκα αν υπολογίσεις και το  βάρος των πλαστικών μπουκαλιών - συν υπνόσακος συν υπόστρωμα συν χοντρό φλις για το κρύο συν αντιανεμικό για τον αέρα συν τροφή για 36 ώρες , δεν καθαρίζω με λιγότερο από δεκαοχτώ κιλά. Είναι πάνω από τις δυνάμεις μου. Παζαρεύω.
-Δεν μπορώ να πάρω πάνω από τρία μπουκάλια.
-Δεν σε παίρνω μαζί μου.
-Τέσσερα.
-Με δική σου ευθύνη.

Ο ύπνος είναι μονοκόμματος. Η μοσχοβολιά του δίκταμου που βράζει στην κουζίνα γλιστράει  στον κοιτώνα,  πλησιάζει την κουκέτα,  χαϊδεύει τα κοιμισμένα ρουθούνια, ξυπνάει την όσφρηση. Η πρώτη αίσθηση της ημέρας. Έχει ξημερώσει.  Πρωινό με κριθαροκούλουρο, θυμαρίσιο μέλι και τα κομάτια της γραβιέρας που περίσσεψε από χτες. Το ευωδιαστό ρόφημα, που αχνίζει στα ποτήρια, μπαίνει στο κέντρο της κουβέντας.
-Δίκτη… δίκταμο. Τυχαίο;
-Καθόλου. Εδώ  φυτρώνει. Στους απόκρημνους γκρεμούς, τα δέτια που λέμε εμείς. Το λέει  και η  μαντινάδα.

Ας ήμουνα στον Πέμπονα χαράκι χιονισμένο,
Και να ’χα  μια ραγισματιά μ’ έρωντα φυτρωμένο.

-Και γιατί έρωντα;
-Α, έχει την ιστορία του. Αφού η συλλογή είναι επικίνδυνη αποστολή, οι ερωτευμένοι κυριολεκτικά γκρεμοτσακίζονταν  στα δέτια για να φέρουν, σαν απόδειξη αγάπης, ένα μάτσο δίκταμο στην καλή τους πράγμα που δεν θα έμενε χωρίς καταγραφή.

Εσύ ’σαι μια αδικταμιά στο δέτι φυτρωμένη,
Κι είναι για το χατίρι σου ανθρώποι σκοτωμένοι.

-Α, εσείς οι Κρητικοί! Από την εποχή του Ερωτόκριτου, ανακατεύετε εκρηκτικά έρωτα και παλληκαριά.
Γελάνε καταφατικά και  προς επίρρωση να και το δίστιχο.

Με του Βαρσάμου το νερό, όσο μπελάς κι αν είναι,
θα φέρνω να ποτίζεσαι μελαχρινέ μου κρίνε.

Η λυρική αντίφαση του μελαχρινού κρίνου μας γαργαλάει ν' ακούσουμε κι άλλα,  μα καλό είναι να τελειώνουμε με το πρωινό. Μας περιμένουν τα δύσκολα και πρέπει να εκμεταλλευτούμε τη δροσιά της αυγής. Ο ένας βοηθάει τον άλλο να ζαλωθεί το βαρυφορτωμένο σακίδιο, λέμε αντίο στις ανέσεις ενός πολιτισμένου καταφυγίου και παίρνουμε το κακοτράχαλο μονοπάτι περπατώντας  πάνω σε γκρίζες πέτρες κι ανάμεσα σε γκρίζες πέτρες.






















Νιώθω το κορμί να παραπαίει στην προσπάθεια να ισοζυγιάσει το βάρος.
Δεν θα τα καταφέρω. Να γυρίσω πίσω στο καταφύγιο όσο είναι ακόμα καιρός, μετά  ο δρόμος είναι χωρίς επιστροφή.
Αργότερα έμαθα πως δεν ήμουν η μόνη που έκανα παρόμοιες σκέψεις.
Δεν λογαριάσαμε την απίστευτη ικανότητα προσαρμογής  και την τεράστια δύναμη του μυαλού που οδηγεί το σώμα. 
Να μη μας δώσει ο Θεός όσα μπορούμε να αντέξουμε. Ο ίσκιος του Καζαντζάκη  δεν θα μπορούσε παρά να βαραίνει πάνω μου. 
Χωρίς να γίνει ποτέ εύκολη, η πορεία γίνεται υποφερτή μετά την πρώτη ώρα.
Μπορώ πια να αποσπάσω ένα μέρος της προσοχής από την ισορροπία και να  αφοσιωθώ στην παρατήρηση.
Πέτρα… πέτρα… πέτρα.
Αγκάθια… αγκάθια… αγκάθια.

 


Χαμηλοί θάμνοι σκουροπράσινοι, σκονισμένοι, αγκαθεροί, είναι η μοναδική χλωρίδα που θα συναντήσουμε. Η πρόνοια  προσαρμογής στο άνυδρο περιβάλλον: τα  σκληρά και βελονωτά φύλλα ελαχιστοποιούν τα επίπεδα διαπνοής   εξοικονομώντας πολύτιμο νερό. Ακόμα και η παραλλαγή του θυμαριού μας ξενίζει. Μα είναι θυμάρι αυτό που αγκυλώνει; Ένα είδος θάμνου – αγριοκερασιά μας τον είπαν, κι όχι άδικα - είναι  κατάφορτο από μικρούς, ώριμους, στρογγυλούς, κόκκινους καρπούς.  Το κουκούτσι τεράστιο, η σάρκα, ελάχιστη  μα νόστιμη, γλυκόξινη και δροσιστική. Μετά την πρώτη διστακτική δοκιμή, τους τρυγάμε κανονικά. Αυτή η γαλαντόμα φύση! 

Έχουμε φτάσει στη διακλάδωση: αριστερά η ψηλότερη κορφή της Δίκτης - το Σπαθί - ευθεία η Ψαρή Μαδάρα αλλιώς Αφέντης Χριστός – ο τελικός μας προορισμός. Το πλάνο μας προβλέπει παράκαμψη για το Σπαθί. Μοιάζει ίσως ορειβατικός πλεονασμός, μια και το υψόμετρο των δύο κορυφών διαφέρει μόλις κατά 7 μέτρα, μα ο χρόνος το επιτρέπει και είναι πολύ δελεαστική η προοπτική να απολαύσουμε το περπάτημα χωρίς βάρος. Σωριάζουμε τα σακίδια  δίπλα στο μεγάλο βράχο και ανεβαίνουμε με αλαφροπάτητο βήμα κουβαλώντας μόνο νερό. Η παλιά, γνωστή, και σοφή ίσως, μέθοδος του Χότζα. Αν υποστείς το επώδυνο, εκείνο που κάποτε έβλεπες δύσκολο, φαντάζει απλό κι ας μην έχει διαφοροποιηθεί στο παραμικρό.

Η κορυφή δεν έχει μπει ακόμα στο οπτικό πεδίο. Θα αγκαλιάσουμε γύρο- γύρο το βουνό μέχρι να την προσεγγίσουμε. Καθώς τα αλτίμετρα δείχνουν να πλησιάζουμε τα δύο χιλιόμετρα, η μέρα προχωράει κι ο αέρας παίρνει να δυναμώνει.  Ευεργετικός επειδή κάνει τη θερμοκρασία που νιώθουμε αισθητά μικρότερη από την αντικειμενική, περιορίζει τα επίπεδα του ιδρώτα και μειώνει τις απαιτήσεις μας σε νερό. Ενοχλητικός γιατί αντιστέκεται στο περπάτημα - όταν είναι αντίθετος - ή απειλεί να μας παρασύρει, κυρίως όταν έρχεται ύπουλα από το πλάι. Πλησιάζοντας την κορυφή περπατάμε στο φρύδι του βουνού. Τα ψηλά βράχια που οχυρώνουν την  άκρη του μονοπατιού εμποδίζουν την οπτική επαφή με τον γκρεμό που χάσκει δίπλα μας, εκτός αν ηθελημένα πλησιάσουμε να πάρουμε γεύση από τον ίλιγγο του ύψους. Ο ήχος του ανέμου που ξεσπάει την ορμή του πάνω στα βράχια θυμίζει έντονα θάλασσα που λυσσομανάει πάνω στον κυματοθραύστη. Αν κλείσουμε τα μάτια και ξεχαστούμε μπορούμε να πάρουμε όρκο πως βρισκόμαστε σε Αιγαιοπελαγίτικο νησί σε ώρα θύελλας.


Θα ονόμαζα αδίστακτα την κορυφή ανεμοδαρμένα ύψη, μα πρόλαβε να το κατοχυρώσει η Έμιλι Μπροντέ, η θέα όμως από κει αποζημιώνει. Η Ιεράπετρα με τα θερμοκήπια να γυαλοκοπάνε στον ήλιο, το Ηράκλειο μια πελώρια τσιμεντούπολη, ο Άγιος Νικόλαος γραφικός και από ψηλά, δύο πέλαγα το Λιβυκό και το Κρητικό να συναγωνίζονται στο στραφτάλισμα, οι βουνοκορφές να υψώνονται αιώνιες ολόγυρα.  Το μεγαλύτερο κομμάτι της Κρήτης κυριολεκτικά στα πόδια μας. Σε μια κρύπτη στο κολονάκι του τριγωνομετρικού σημείου βρίσκουμε το βιβλίο εντυπώσεων. Καταγράφουμε το πέρασμά μας από δώ και βιαζόμαστε να πάρουμε τον κατήφορο.


4 σχόλια:

  1. Τα βουνά γυμνά όπως μ αρέσουν έλεγε ο Καζαντζάκης.
    "Τρεις ψυχές, τρεις προσευχές:
    Α΄ Δοξάρι είμαι στα χέρια σου, Κύριε
    Τέντωσέ με, αλλιώς θα σαπίσω.
    Β' Μη με παρατεντώσεις, Κύριε θα σπάσω.
    Γ' Παρατέντωσέ με, Κύριε, κι ας σπά
    σω!"
    " Φτάσε όπου δεν μπορείς"
    Από την "αναφορά στόν Γκρέκο" αγαπημένο ανάγνωσμα των εφηβικών μου χρόνων.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ομοίως.
    Κάποια στιγμή πρέπει να αποφασίσω να το ξαναδιαβάσω.
    Άλλη ηλικία, άλλη ανάγνωση.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Εγώ ξαναδιάβασα Καζαντζάκη πριν ένα χρόνο, μετά από παρότρυνση ενός φίλου δικού μου και του Καζαντζάκη,και δεν το μετάνιωσα καθόλου!
    Οι δε εκφράσεις, λέξεις,απόψεις,κοσμοθεωρίες του, με συντροφεύουν από τα δεκαπέντε μου!

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Οι κουβεντούλες μας