Τετάρτη, 3 Οκτωβρίου 2012

Ψηλά στον Αφέντη Χριστό...αγγίζοντας τον στόχο



Κατεβαίνουμε τρέχοντας να συναντήσουμε τα σακίδια που – ευτυχώς και δυστυχώς – μας περιμένουν υπομονετικά.

Ο αέρας έχει γίνει απειλητικός. Κι αυτό ακόμα το βαρύ φορτίο αποδεικνύεται ανεπαρκές να με κρατήσει σταθερά στο έδαφος. Είμαι σε ετοιμότητα να σταματήσω στιγμιαία και να χαμηλώσω το κέντρο βάρους μέχρι να περάσει η μανία μιας ριπής. Όταν με βρίσκει αφηρημένη ή απροετοίμαστη δεν το ’χει σε τίποτα να με πετάξει  στις πέτρες ή τ’ αγκάθια. Στον απολογισμό θα μετρήσω αμυχές, γρατζουνιές και ξεγδάρματα. Κι ενώ όλη η προσοχή είναι στην ευστάθεια, δεν θέλω να χάσω και το παραμικρό από την μεγαλόπρεπη αγριάδα του τοπίου. Να μετρήσω με το βλέμμα το βάθος της κωνικής χοάνης που σχηματίζεται στ’ αριστερά και που πολλαπλασιάζει τον ήχο του ανέμου μέσα από διαδοχικές ανακλάσεις λειτουργώντας σαν υπερμέγεθες αντηχείο. Να χαϊδέψω τη γυαλιστερή επιφάνεια του λευκού κρυσταλλιζέ πετρώματος που ξεφύτρωσε αναπάντεχα και που δείχνει ηφαιστειακό, τόσο ξένο προς τα γκρίζα  σχιστολιθικά πετρώματα που μας συντροφεύουν από το πρωί.


Μονοπάτι παίρνουμε… μονοπάτι αφήνουμε, βουνοκορφή ανεβαίνουμε… πλαγιά κατεβαίνουμε, από το ένα βουνό περνάμε στο επόμενο… μια αλληλουχία κορυφών που μας οδηγεί όλο και πιο ψηλά λες και προορισμός μας είναι ο ουρανός. Ο ήλιος δεν κάνει σκαμπανεβάσματα.  Ανέβηκε και τώρα έχει πάρει τον κατήφορο. Είναι πέντε το απόγευμα όταν συναντάμε τον παπά-Γιώργη. Αθλητικά παπούτσια, πολιτική περιβολή, βαρύ σακίδιο στους ώμους. Δεν τον ξεχωρίζεις από ένα συνηθισμένο ορειβάτη μα οι σύντροφοι κρητικοί τον αναγνωρίζουν και στήνουν σύντομη κουβέντα μαζί του. Χαιρετάει και μας προσπερνάει. Βιάζεται να είναι στην ώρα του για τον εσπερινό.
Στην απέναντι κορυφή σκάει μύτη η σκεπή από το εκκλησάκι. Όταν βλέπεις τον στόχο  είναι σαν να τον έχεις πιάσει κι ας χρειάζεται ένα τελευταίο κατέβασμα πριν μπούμε στην τελική ανηφορική ευθεία.
Πλησιάζοντας, κι ενώ επιστρατεύω ό,τι εφεδρικές δυνάμεις έχουν απομείνει, μια ύπουλη σκέψη κάνει δυναμικά την εμφάνισή της.
Που στην ευχή θα κοιμηθούμε;
Το εκκλησάκι είναι ακριβώς στην κορυφή, εμείς προφανώς θα στρώσουμε πιο χαμηλά μα το έδαφος είναι επικλινές και σπαρμένο πέτρες. Είναι αδύνατο ν’ απλώσεις υπνόσακο πάνω τους εκτός αν έχεις κάνει φακίρης.



Άδικα αγωνιώ. Δεν υπολόγισα πως έχουμε φίλους. Και οι φίλοι μας έχουν φίλους. Και οι φίλοι των φίλων σου είναι και δικοί σου φίλοι. Με δυο λόγια υπάρχουν στοιχειώδεις υποδομές  κι εμείς είμαστε φιλοξενούμενοι. Λίγο πριν προσεγγίσουμε το εκκλησάκι, μας καλωσορίζουν και μας ταχτοποιούν. Τι προτιμάμε; Μονόκλινο κατάλυμα… δίκλινο; Κάποιοι έχουν φροντίσει να ξεπετρώσουν μικρά, σχεδόν επίπεδα κομμάτια γης  ίσα-ίσα να χωράνε ένας ή δύο υπνόσακοι. Οι πέτρες που βγήκαν τοποθετήθηκαν με τάξη περιμετρικά έτσι που να οριοθετείται το ατομικό κατάλυμα. Για το ασθενές φύλο υπήρξε ιδιαίτερη φροντίδα. Κάπου βρέθηκε παραχωμένο, από προηγούμενες χρονιές, ένα χοντρό διαφανές νάιλον. Το στρώνουμε κατάχαμα να εμποδίσει την υγρασία να μας περονιάσει, το στερεώνουμε με βαριές πέτρες να μη το σηκώνει ο αέρας, από πάνω το υπόστρωμα και τέλος ο υπνόσακος. Πολυτελές κατάλυμα πεντάστερου ξενοδοχείου! 




Πάνω που οργανώνουμε την διανυκτέρευση έρχονται και τα κεράσματα. Ρακές με συνοδευτικό ντόπιο αγγουράκι. Νηστεία, βλέπεις. Οι προσκυνητές θα κοινωνήσουν το πρωί και το φαγητό είναι λιτό. Οι ρακές όμως άφθονες. Αρνιόμαστε τον δεύτερο γύρο.
-Μία ρακή δεν φτάνει, επιμένουν.
-Δεν φτάνει, ε; Έχε χάρη που δεν υπάρχει λύρα. Να κελαηδήσει ένα πεντοζάλη  να στήσουμε τον κύκλο, να δεις πως φτάνει και περισσεύει.

Ένα λευκό αραχνοΰφαντο χαμηλό σύννεφο ορμάει καταπάνω μας σπρωγμένο από τον αέρα. Μας προσπερνάει και απομακρύνεται παραχωρώντας την θέση του σε άλλο. Έρχονται απανωτά σε αλλεπάλληλα  κύματα κι ενώ πλησιάζουν μονοκόμματα στη συνέχεια σπάνε σε αέρινα κομμάτια φτιάχνοντας ποικιλία σχηματισμών που μεταπλάθονται και μεταλλάσσονται ερεθίζοντας ανεξέλεγκτα τη φαντασία.
-Μια τίγρης!
-Ένα πλατύγυρο καπέλο!
-Η Εύβοια!




Η καμπάνα σημαίνει πανηγυρικά ειδοποιώντας πως ο εσπερινός αρχίζει. Φοράμε  ζεστά μπουφάν με κουκούλα και ανηφορίζουμε. Στο εσωτερικό, που φωτίζεται από το μανουάλι με τα κεριά, ίσα που χωράνε δέκα άτομα: ο παπάς, οι ψαλτάδες, πεντ’-έξι ακόμα. Οι υπόλοιποι συνωστιζόμαστε στον περίβολο. Η συντριπτική πλειονότητα, ντόπιοι από τα γειτονικά χωριά της Βιάννου που ήλθαν από την άλλη πλευρά του βουνού, αυτήν που εμείς θα κατεβούμε αύριο. Η αρτοκλασία, που ακολουθεί τον εσπερινό θα γίνει στον περίβολο.  Ένας τραπέζι, φτιαγμένο από πέτρες, επιμελώς τοποθετημένες σε επίπεδες στρώσεις, έχει σκεπαστεί με λευκό κεντημένο κοφτό τραπεζομάντηλο και πάνω έχει απλωθεί με τάξη πλήθος άρτων. Ο παπάς ψέλνει θυμιατίζοντας και δέεται υπέρ των δωρητών διαβάζοντας τα ονόματά  πάνω σε χαρτάκια πρόχειρα καρφιτσωμένα στο διαφανές περιτύλιγμα των άρτων. Τα αθλητικά παπούτσια, που προβάλλουν κάτω από το ράσο, είναι όσο να πεις μια ανορθογραφία μα ποιος νοιάζεται;




Ο άρτος είναι πεντανόστιμος, δεν τρώω όμως παρά μια μπουκιά. Ο υπόλοιπος θα είναι το αυριανό πρωινό μου. Ελαχιστοποίηση αναγκών. 
Με το τέλος της αρτοκλασίας ανακοινώνεται πως ο παπάς θα διαβάσει τη συγχωρετική ευχή για όσους πρόκειται να κοινωνήσουν αύριο. Τι είναι τούτο πάλι; Στην είσοδο της εκκλησίας οι ενδιαφερόμενοι περιμένουν υπομονετικά τη σειρά τους. Με ενθαρρύνουν να  πάρω θέση πράγμα που κάνω κι ας νιώθω κάπως παρείσακτη. Η σκηνή, που βλέπω όταν φτάνω στην πόρτα, είναι κατανυκτική. Οι πιστοί στέκονται ο ένας πίσω από τον άλλο, έχοντας σχηματίσει μια καμπουρωτή ουρά. Ο ένας ακουμπάει το χέρι στον ώμο του άλλου και ο παπάς έχει σκεπάσει με το πετραχήλι το κεφάλι του πρώτου έτσι που η ευλογία να περνάει από τον ένα στον άλλο. Μια ολιγόλεπτη, συνοπτική και ομαδική άφεση αμαρτιών. Η πρώτη ομάδα αποχωρεί ευλαβικά και δίνει  θέση στην επόμενη.  

Ο ήλιος πάει να δύσει πίσω από τον Ψηλορείτη που, καθώς φωτίζεται και χρωματίζεται ,γίνεται πιο επιβλητικός ίσα-ίσα για να μας κοροϊδέψει θυμίζοντας πως για κάθε μία κορυφή που πατάμε υπάρχει μια ψηλότερη που μας περιμένει.

 




Το κρύο γίνεται τσουχτερό - πρέπει να έχουμε 30 βαθμούς διαφορά από το μεσημέρι - ο αέρας λυσσομανάει και πριν ακόμα οι αποχρώσεις της δύσης σβήσουν στον ορίζοντα έχω ήδη τυλιχτεί και πέσει για ύπνο που με παίρνει πριν προλάβω να κλείσω τα μάτια.

1 σχόλιο:

Οι κουβεντούλες μας