Τρίτη, 4 Φεβρουαρίου 2014

Φούγκα για δύο ασύμμετρες φωνές... το μυστικό



Φωτο Παναγιώτης Κούκης



Ρέκβιεμ  (εκκλησιαστικό όργανο)


Η βροχή έπεφτε ορμητικά στα τζάμια και οι υαλοκαθαριστήρες, αν και δούλευαν στη μεγάλη ταχύτητα, δεν προλάβαιναν να τη σαρώσουν. Το ταξίδι προβλεπόταν δύσκολο και οι περιστάσεις το έκαναν δυσκολότερο. Ο Μιχαλιός δίπλα μου άναβε αμίλητος το ένα τσιγάρο πίσω από το άλλο. Με είχε ρωτήσει αν μπορούσα να ανεχτώ τον καπνό -και πώς να του πω όχι;- κι αυτή ήταν η μοναδική κουβέντα που ανταλλάξαμε. Του έριχνα κλεφτές ματιές με την άκρη του ματιού φροντίζοντας να μην αποσπώ την προσοχή μου από το δρόμο. Ένας Μιχαλιός αγνώριστος! Δεν ήταν τόσο η φρικτή παραμόρφωση του προσώπου του –για την οποία, ευτυχώς, με είχε προϊδεάσει από το τηλέφωνο- όσο η συνολική κατάρρευση που τον έκανε να μοιάζει με γέρο εκατό χρονών. Δεν τολμούσα να διακόψω τη σιωπή του, πάτησα μόνο το κουμπί και το αυτοκίνητο πλημμύρισε από τους ήχους της Σαραμπάντ του Μπαχ. Ήξερα πόσο τον γοήτευε ο συνδυασμός της αυστηρής μαθηματικής δομής με την χαλαρή μουσική ευαισθησία αυτού του κομματιού. Γύρισε και με κοίταξε για πρώτη φορά από τη στιγμή που κάθισε στη θέση του συνοδηγού και στο βλέμμα του διέκρινα ευγνωμοσύνη. Χάθηκα κι εγώ στις αναμνήσεις μου. Παραδόξως δεν απλώνονταν πολύ. Για την ακρίβεια μια μόνο σκέψη είχε κολλήσει στο μυαλό μου που, όσο κι αν την απόδιωχνα θεωρώντας την γελοία, εκείνη επέμενε να ξαναγυρίζει σαν το δαρμένο σκυλί. Θυμόμουνα τον εκνευρισμό που έφερνε η βροχή στην Αίγλη. “Ούτε αιλουροειδές να ήσουν”, την τσιγκλούσα. Υπήρχε λόγος: η Αίγλη των νεανικών μας χρόνων δεν συμβιβαζόταν με τα σγουρά της μαλλιά που τα προτιμούσε ίσια και αγωνιζόταν να το πετύχει χρησιμοποιώντας κάθε τερτίπι της κομμωτικής τέχνης. Το αποτέλεσμα ήταν μια εντυπωσιακά πειθαρχημένη κόμη που την εχθρεύονταν η υγρασία και πολύ περισσότερο η βροχή τείνοντας να επαναφέρουν τα πράγματα στη φυσική τους κατάσταση.  Δεν άντεχα να σκέφτομαι μια Αίγλη χωμένη σε μια υγρή τρύπα στο έδαφος με τα μαλλιά της στο έλεος της ασταμάτητης βροχής. 

Είχαμε μόλις περάσει τα διόδια της Κορίνθου όταν ο Μιχαλιός- λες και πήρε κάποιο μυστικό σύνθημα- άρχισε να μιλάει, μάλλον μονολογώντας παρά απευθυνόμενος σε μένα. Η φωνή του χαμηλή σαν ψίθυρος, άτονη, άχρωμη, ουδέτερη, κουρασμένη, ήταν μια φωνή προσωποποίηση της απελπισίας.

«Χτες –πόσοι αιώνες έχουν περάσει από χτες!- βρισκόμουν μπροστά στην οθόνη του υπολογιστή μου απορροφημένος στην ρουτίνα της πρωινής ενημέρωσης από τις ηλεκτρονικές σελίδες. Ειδήσεις ουσιαστικά δεν υπήρχαν, οι δημοσιογράφοι αναμασούσαν τα ίδια και τα ίδια για να γεμίσουν τις σελίδες. No news, good news σου λένε. Πλήξη! Ένα ηλεκτρονικό ηχητικό σήμα με επανέφερε στην ατομική μου πραγματικότητα, ενώ ταυτόχρονα ένα λευκό φακελάκι εμφανίστηκε στο δεξί μέρος της μπάρας εργασίας. Ήταν  μια ειδοποίηση πως η Αίγλη είχε αφήσει ένα e-mail. Ήταν μια πρόχειρη δική μου ευρεσιτεχνία που υπαγορεύτηκε από την αδημονία μου. Την είχα εγκαταστήσει από την πρώτη κι όλας στιγμή. Ήθελα να παίρνω τα μηνύματα της χωρίς την παραμικρή καθυστέρηση. Δεν ήταν δύσκολη κατασκευή. Όχι πως είμαι κανένας σπουδαίος χάκερ όμως, τι διάολο, ασχολούμαι με τα ηλεκτρονικά από τα οκτώ μου και με τους υπολογιστές από τότε που  δούλευαν με διάτρητες κάρτες. Θυμάμαι σαν χθες την αναστάτωσή μου –την έξαψη πιο σωστά- τον πρώτο καιρό, κάθε φορά που άκουγα τον διακριτικό ήχο. Παρατούσα ακαριαία ό,τι κι αν έκανα για να την παρακολουθώ, να νιώθω στον ίδιο –ας είναι και εικονικό- χώρο μαζί της και να πάρω το μήνυμά  της την ίδια στιγμή που εκείνη πατούσε το “αποστολή”. Αργότερα μια εταιρία ενδιαφέρθηκε να αγοράσει το λογισμικό. Θα υπήρχαν, φαίνεται, κι άλλοι ανυπόμονοι σ’ αυτό τον κόσμο!

»Φαίνεται πως είχε ανακαλύψει την κατασκοπεία μου. Δεν ήταν δα και τόσο δύσκολο. Δεν ήμουν καθόλου διακριτικός. Σαν φάντης μπαστούνι παρουσιαζόμουν μπροστά της. Ξαφνικά η συσκευή μου έπαψε να αποκρίνεται. Ένα τείχος προστασίας  στον υπολογιστή της μου απαγόρευε την πρόσβαση. Προσπάθησα να το εκπορθήσω, αλλά μάταια. Ήταν πολύ ισχυρό. Δήλωνε χαριτωμένα ανήξερη για μια τεχνολογία που ξεπερνούσε την γενιά μας, φαίνεται όμως πως τον είχε τον τρόπο της. Δεν το κουβεντιάσαμε ποτέ. Ήταν ένα από τα μικρά ανώδυνα μυστικά μας. Όταν οι αναταράξεις κατά την απογείωση σταμάτησαν και η σχέση μας εξομαλύνθηκε, κάποια μέρα το τείχος εξαφανίστηκε, έτσι απλά όπως είχε εμφανιστεί. Έτσι κι αλλιώς αυτή η “υπηρεσία ενημέρωσης” δεν είχε νόημα πια, μα δεν την κατάργησα, την κράτησα να μου θυμίζει τα παλιά. Τα παλιά! Πότε πρόλαβαν κι έγιναν παλιά; Πότε πέρασαν κι όλας δυο χρόνια; Δυο χρόνια γεμάτα στιγμές, λέξεις, πολλές λέξεις, δυο χρόνια γεμάτα θόρυβο, ένταση, συναίσθημα, δυο χρόνια γεμάτα φιλιά ηλεκτρονικά και τηλεφωνικά. Δεν την φίλησα ποτέ ζωντανά. Μόνο στα όνειρά μου... Εκεί έσκαγε μύτη πότε σαν τρυφερό κορίτσι και πότε σαν φιλήδονη γυναίκα πάντα όμως "λυμένη" και χαλαρή σαν εύπλαστο ζυμαράκι αφημένο με εμπιστοσύνη στα χέρια μου κι εγώ την γέμιζα φιλιά χωρίς να την χορταίνω. Ο ύπνος μου γινόταν ένα παραμύθι κι όταν ξυπνούσα είχα την αίσθηση της αφής της πιο ζωντανή κι από ζωντανή. Το άλλο πρωί της διηγιόμουνα με κάθε λεπτομέρεια το όνειρό κι εκείνη μου 'λεγε πως ένιωθε πεταλούδες να φτερουγίζουν στο στομάχι της σαν να ζούσε τις στιγμές μας ετεροχρονισμένα. Μα ύστερα παραπονιόταν πως δεν είμαι εντάξει που την είχα αφήσει να κοιμάται ανύποπτη ενώ συνέβαιναν όλα αυτά τα μαγικά. "Εδώ σε θέλω, μάγκα μου," έλεγε παιχνιδιάρικα "μπορείς να επέμβεις στα όνειρα μας και να τα κάνεις να ταυτοχρονιστούν;" Α, ήταν μια άλλη Αίγλη! Είχε βάλει στη μπάντα κάθε ίχνος ορθολογισμού. Ήταν η δική μου Αίγλη!

»Ολοκλήρωσα  χωρίς βιασύνη το άρθρο που διάβαζα και μπήκα στα εισερχόμενα της αλληλογραφίας μου. Διπλό κλικ στο τελευταίο μήνυμα, στιγμιαία αναμονή και...
Σεισμός!
Τα αντικείμενα στο γραφείο μου πήραν να χοροπηδάνε δαιμονισμένα. Το δωμάτιο άρχισε να γυρίζει. Το ταβάνι ήλθε καταπάνω μου να με πλακώσει, απομακρύνθηκε και πάλι ξαναγύρισε. Τα σίδερα της οικοδομής έτριζαν μ’ έναν ανατριχιαστικό ήχο. Η πρώτη γραμμή με έφερε αντιμέτωπο με όλες τις υποχθόνιες δυνάμεις: 
Κύριε Εξωτικάκη…

»Ένιωσα ανίκανος να διαβάσω παρακάτω. Σηκώθηκα από την πολυθρόνα και περπάτησα προς το παράθυρο. Σκοπός μου ήταν να κοιτάξω έξω, μα η αναστάτωσή μου ήταν τέτοια που δεν λειτούργησαν τα αντανακλαστικά μου και δεν μπόρεσα να αποφύγω τη συνάντηση με το καθρέφτισμα του προσώπου μου  στο τζάμι. Το είδωλό μου, με το οποίο σαράντα  χρόνια τώρα δεν κατάφερα  να συμβιβαστώ, το είδωλο που αγνοούσα επιδεικτικά με κοιτούσε σαδιστικά παίρνοντας εκδίκηση για την αδιαφορία που του έδειχνα, αποφεύγοντας όπως ο διάολος το λιβάνι τους καθρέφτες! Α, και να μπορούσα να γίνω ο άνθρωπος χωρίς πρόσωπο μπροστά στον καθρέφτη στον υπέροχο πίνακα του Μαργκρίτ. Δεν θα 'βλεπα τότε τη σπασμένη γρυπή μύτη, την κομματιασμένη κάτω γνάθο, το παραμορφωμένο πρόσωπο, το φάντασμα της όπερας -το μεγάλο επώδυνο μυστικό μου. Της είχα κρύψει την εικόνα μου. Στην αρχή από δειλία ή από φιλαρέσκεια. Σκόπευα να το αποκαλύψω σήμερα...αύριο...

»Τότε ήταν που δημοσίευσε εκείνη τη φωτογραφία  από το γήπεδο του τένις. Τόσο κομψή, τόσο αεράτη, τόσο αγέρωχη. Μια οπτασία! Θαρρείς δεν πατούσε στο έδαφος. Δεν ήξερε ότι την φωτογραφίζουν. Δεν κοίταζε το φακό. Όλη της η προσοχή ήταν στον στόχο της. Αυτό το κορμί! Τόσο λεπτό, τόσο καλογυμνασμένο. Τι στην ευχή, όλη τη ζωή της στα γυμναστήρια  την πέρασε; Πόσους κοιλιακούς έκανε κάθε μέρα; Τι είδους πενηντάρα ήταν αυτή; Η σύγκριση ήταν συντριπτικά εναντίον μου. Μετά από αυτό, εγκλωβίστηκα στην αποσιώπηση. Έκανα, είναι αλήθεια, κάποιες αβέβαιες προσπάθειες, κάποιους θολούς υπαινιγμούς, θέλοντας να την προειδοποιήσω, εκείνη όμως δεν ανταποκρίθηκε, δεν απόρησε τι εννοώ, δεν νοιάστηκε να αποκωδικοποιήσει τα σήματα που εξέπεμψα. Α, πόσο καλά γνώριζα, την αναλλοίωτη από τον χρόνο, ιδιότητά της να φοράει τις παρωπίδες της και να μην βλέπει πέρα από την μύτη της. Μια ιδιότητα όμως που σ’ αυτή την περίπτωση με βόλευε. Είχα ένα καλό άλλοθι για τον εαυτό μου, με όλες τις αρνητικές συνέπειες. Γιατί στην αρχή μια ζυγαριά παλαντζάριζε μέσα μου: από τη μια η αρσενική μου επιθυμία να  νιώσω τη φυσική παρουσία της, να την έχω ζωντανή δίπλα μου, να χαϊδέψει η φωνή της τ' αυτιά μου, να λάμψει ο κόσμος από το χαμόγελό της, ν' ακούσω τον ακανόνιστο χτύπο της καρδιάς της, να φιλήσω τα χείλη της κι από τη άλλη ο ανθρώπινα δικαιολογημένος φόβος της πρώτης αντίδρασης. Δεν θα μπορούσα να αντέξω το στιγμιαίο ξάφνιασμα, την ενστικτώδη οπισθοχώρηση, το αποθαρρυντικό βλέμμα, το παγωμένο ψεύτικο χαμόγελο, την προσπάθεια να κρύψει την απογοήτευση της. Μια δειλή πλευρά του εαυτού μου πάσχιζε να καθυστερήσει εκείνη τη μοναδική στιγμούλα οδύνης της πρώτης συνάντησης. Με τον καιρό, μετά από αμέτρητες εξομολογήσεις που είχαμε ανταλλάξει είχα πειστεί πως οι φόβοι μου ήταν ολοκληρωτικά αβάσιμοι αφού εκείνο που την ερέθιζε σε μένα δεν ήταν η ομορφιά μου, αλλά κάτι που κατοικούσε στο κεφάλι μου κι αυτό είχε μείνει αλώβητο –κάτι περισσότερο: είχε βελτιωθεί με τον χρόνο σαν το καλό κρασί.

»Αφέθηκα στη δική της πρωτοβουλία. Δεν έπρεπε να είσαι μάντης για να καταλάβεις πώς κι εκείνη λαχταρούσε εξ ίσου μια συνάντηση (και αυτή δεν είχε κανένα λόγο να την αποφύγει). Βολεύτηκα περιμένοντας να ανταποκριθώ στο κάλεσμά της -ανυπόμονα στην αρχή, με ήρεμη αδημονία αργότερα.Το κάλεσμα καθυστερούσε αξιοσημείωτα. Η καθυστέρηση θα έπρεπε να με προβληματίσει, να με γεμίσει ερωτηματικά μα αυτό το περίεργο στάτους κβο δεν με χάλαγε, αντίθετα απομάκρυνε ό,τι ήθελα να αποφύγω χωρίς όμως να το ματαιώνει. Φαίνεται είχε μείνει και η δική μου ιδιότητα αναλλοίωτη να γίνομαι μονόφθαλμος και βαρήκοος όταν βρισκόμουν στο περιβάλλον της. Οι Φυσικοί υποψιάστηκαν αρκετά νωρίς ότι η παρουσία του παρατηρητή επηρεάζει το πείραμα. Να ισχύει άραγε και το αντίστροφο;

»Έχουμε καιρό, σκεφτόμουν αισιόδοξα, μα δεν μπορούσα να αποφύγω ένα πικρό χαμόγελο, γιατί πώς να ξεχάσω ότι την ίδια ακριβώς σκέψη είχε κάνει κι εκείνη στην πόρτα ενός πανεπιστημιακού αμφιθέατρου τριάντα χρόνια πριν; Ευελπιστούσα, πάντως, ότι δεν θα χρειάζονταν άλλα τόσα χρόνια μέχρι να γίνει πραγματικότητα η πολυπόθητη συνάντηση. 

Συνεχίζεται...

6 σχόλια:

  1. τι να πω, μεγάλες ανατροπές απρόβλεπτες που αφήνουν άφωνο τον αναγνώστη! συνήθως ο αναγνώστης μπορεί να προβλέψει περίπου την εξέλιξη του μύθου αλλά όχι την πλοκή του. εδώ ο θάνατος της Αίγλης και η παραμόρφωση του Μιχαλιού δίνουν προς το παρόν ένα τέλος αδιέξοδο, χωρίς κάθαρση και λύτρωση γι αυτό είμαι άφωνη, σοκαρισμένη κι αναμένω τη συνέχεια με περιέργεια. η αλήθεια είναι βέβαια ότι μας ταρακούνησες ψυχικά αλλά νομίζω πρέπει και να "φύγουμε" ανακουφισμένοι.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Όταν έγραφα το τελευταίο κομμάτι, που αναφέρεται στην Αίγλη, έκλαιγα μέσα από την καρδιά μου. Κι αυτό το θεωρώ μια ανακούφιση. Αναρωτιέμαι αν θα ισχύσει το ίδιο και για τους αναγνώστες.

      Διαγραφή
  2. Σ' αρέσει η περιπλάνηση, εξ ου και η ενασχόληση με την πεζοπορία/"ορειβασία". Η περιπλάνηση όμως ανάμεσα στον ψυχισμό είναι κακοτράχαλη και επικίνδυνη. Άβυσσος!
    Κινδυνεύει ο Μιχαλιός να γίνει Μοιραλιός της πέννας σου.
    Πασχάλης

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ο Μιχαλιός δεν θα γίνει ποτέ μοιρολάτρης. Αφού αποδεχτεί τις καινούργιες συνθήκες της εμφάνισής του, θα πορευτεί μαζί τους σαν να μην έχει αλλάξει τίποτα.

      Διαγραφή
  3. Ίσως άσχετο, αλλά μου έκανε εντύπωση η άποψη ότι η παρουσία του παρατηρητή επηρεάζει την εξέλιξη του πειράματος. Είναι ακόμα υποψία ή τεκμηριώθηκε; Μου θύμισε την άποψη ενός τεχνοκριτικού, που ισχυρίζεται ότι το έργο σύγχρονης τέχνης, για να λειτουργήσει, απαιτεί την παρουσία του φιλότεχνου παρατηρητή (Leo Steinberg, ''The philosophical brothel'' Δημήτρης Κ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Είναι απόλυτα τεκμηριωμένο. Φυσικά πρέπει να τοδιευκρινίσω πως η επίδραση του παρατηρητή πάνω στο πείραμα είναι αμελητέα όταν αναφερόμαστε σε πειράματα στον μακρόκοσμο. Όταν όμως βρισκόμαστε στον μικρόκοσμο, τα μικροσωματίδια πώς να μείνουν ανεπηρέαστα από τον παρατηρητή που για να τα εντοπίσει πρέπει τουλάχιστον να τα φωτίσει. Και τα φωτόνια του φωτός που θα ρίξει θα αλληλεπιδράσουν μαζί του. Έτσι ο παρατηρητής ποτέ δεν θα τα "δει" όπως ήταν πριν από την "βίαιη" επέμβασή του.

      Στην τέχνη, βέβαια, η επίδραση είναι και μακροσκοπική. Δεν μπορώ να πω για τις εικαστικές τέχνες αφού εκεί το έργο έχει ήδη ολοκληρωθεί όταν φτάνει στο κοινό, αλλά θυμάμαι μια συνέντευξη της Μελίνας όπου έλεγε πως, αν ανάμεσα στο κοινό υπήρχε κάποιος που την ενδιέφερε και δη ερωτικά, έπαιζε μόνο για κείνον κι αυτό έδινε στο παίξιμό της μια άλλη διάσταση που την εισέπραττε, βέβαια, όλο το κοινό.

      Διαγραφή

Οι κουβεντούλες μας