Σάββατο, 25 Ιουνίου 2011

Στο ντιβάνι

Ζάκυνθος. Ερείπια μιας εκκλησίας στο ψήλωμα μετά τον σεισμό του '53.



Ο Κουροσάβα ξεκινάει την αυτοβιογραφία του με τη διήγηση της πρώτης αίσθησης που έχει για τον εαυτό του. Μιλάει για τη ζωηρή ανάμνηση του σοκ και της αβεβαιότητας μετά από την πτώση της βρεφικής του μπανιέρας, μέσα στην οποία κολυμπούσε αμέριμνος και περιγράφει τη ζωντανή αίσθηση του υγρού και γλιστερού χώρου στον οποίο απρόσμενα βρέθηκε.  Κι όλα αυτά στην ηλικία  ενός χρόνου πάνω- κάτω.
Εντυπωσιακό!!!
Του έγινε εμμονή να βρει μια άμεση σχέση ανάμεσα στην ευφυΐα και την πρώιμη ανάπτυξη της μνήμης.
 Ξεκίνησε μια, εντελώς ερασιτεχνική, έρευνα ρωτώντας γνωστούς του για την προσωπική τους πρώτη ανάμνηση. Κάποιοι έδειχναν ξαφνιασμένοι - το θέμα δεν τούς είχε απασχολήσει ποτέ – και άρχισαν να ψάχνονται στα βιαστικά. Άλλοι, περισσότερο υποψιασμένοι, απαντούσαν σαν έτοιμοι - προφανώς το είχαν ανασκαλέψει από μόνοι τους. Όλοι, όμως, συμφωνούσαν ότι η πρώτη τους ανάμνηση βρισκόταν εκεί ανάμεσα στα τρία με τέσσερα χρόνια. Δυστυχώς το δείγμα του δεν περιελάμβανε ιδιοφυίες.

   Ψάχνοντας στις δικές του αποθήκες, βρίσκει την πρώτη αίσθηση της ύπαρξής του κάποιο καλοκαιρινό απομεσήμερο στην πλακόστρωτη αυλή στο σπίτι του παππού. Πρέπει να είναι Κυριακή. Βλέπει μια μεγάλη οικογενειακή συγκέντρωση: θείοι, γείτονες, αδέλφια, ξαδέλφια - μεγάλη γκάμα ηλικιών και βαθμών συγγένειας - απολαμβάνουν τον καφέ, συζητώντας χαλαρά. Η μητέρα ετοιμάζει για κάθε παιδί ένα πιάτο με ψωμί βουτηγμένο στο λάδι και ένα κομμάτι από το περίφημο λαδοτύρι του νησιού. Εκείνος είναι ένα ανάφαγο παιδί τριάμισι χρόνων  και δέχεται να φάει το ψωμί όχι όμως και το τυρί, μια και σιχαίνεται την έντονη μυρωδιά του. Η μητέρα επιμένει για το πακέτο, κι εκείνος– που έτσι κι αλλιώς δεν καίγεται για να φάει – ξαναγυρίζει αδιάφορος στα παιχνίδια του.
Το πιάτο μένει χωρίς επιτήρηση πάνω στο χτιστό πεζούλι, που χρησιμοποιείται σαν παγκάκι. Ένας κόκορας βρίσκει ευκαιρία να πηδήσει και να τσιμπήσει το – λαχταριστό για τα γούστα του – τυρί.
Αναστάτωση!
Κάποιοι διώχνουν το πουλί με δυνατές φωνές κι εκείνο, τρομαγμένο, αφήνει το τυρί να πέσει κάτω από το πιάτο, όμως πάνω στο πεζούλι.
Ένταση!
Η μητέρα δηλώνει ότι παραιτείται από την προσπάθεια να τον πείσει και στο παιχνίδι μπαίνει ο πατέρας ο οποίος, φανερά εξοργισμένος, τον προστάζει να φάει « αμέσως τώρα» το ψωμί και το τυρί. Εκείνος - που δεν θα το έτρωγε σε ομαλές συνθήκες - σιγά μην δεχτεί να το φάει τώρα, πεταμένο και κοκοροτσιμπημένο! Αρνείται κατηγορηματικά.
Ακούει με περιέργεια τα σχόλια της ομήγυρης: «Τι πείσμα, Θεέ μου, ακόμα δεν βγήκε από το αυγό του!»  Δεν καταλαβαίνει ακριβώς το νόημα της φράσης, είναι σίγουρος, όμως, ότι έχει δίκιο, ότι είναι δικαίωμά του να μη φάει κάτι που δεν του αρέσει, και απορεί πώς δεν το καταλαβαίνουν οι μεγάλοι.
Ο πατέρας δεν είναι βίαιος άνθρωπος, κάθε άλλο μάλιστα, είναι εξαιρετικά ήπιος. Εδώ, όμως, διακυβεύεται η υπόστασή του ως αρχηγού της οικογένειας. Μπαίνει στον πειρασμό να έλθει σε αντιπαράθεση με ένα τρίχρονο. Κι όπου δεν πίπτει λόγος, πίπτει ράβδος. Έφαγε της χρονιάς του  και έκλαιγε για ώρα με αναφιλητά. Η αλμυρή αίσθηση των δακρύων μπερδεύτηκε στη μνήμη του με την έννοια του άδικου.
Το  τυρί, βέβαια, δεν το έφαγε.

Του φαίνεται πολύ περίεργο το γεγονός ότι δεν έχει διατηρήσει πρωιμότερες μνήμες καθώς, το προηγούμενο καλοκαίρι, στα δυόμιση του χρόνια, το νησί συγκλονίστηκε από τον μεγάλο σεισμό, το σπίτι τους γκρεμίστηκε μαζί με όλα τα σπίτια της Χώρας και η οικογένεια διανυκτέρευε για πολύ καιρό  στο ύπαιθρο μέσα σε σκηνές. Όλο εκείνο το δραματικό πρώτο βράδυ, η γη κουνιόταν στον ρυθμό των απανωτών μετασεισμών. Και σαν να μην έφτανε αυτό, η μεγάλη πυρκαγιά που ξέσπασε αμέσως μετά  ολοκλήρωνε το έργο του εγκέλαδου κατακαίγοντας ό,τι είχε μείνει όρθιο. Οι ανταύγειες της φωτιάς ήταν ορατές από το καταφύγιό τους καθώς πύρωναν  τον ορίζοντα δίνοντάς του ένα ανατριχιαστικά κατακόκκινο χρώμα.
 Μα εκείνος είχε τον προσωπικό του καημό που τον έκανε να κλαίει σπαραχτικά, δυσκολεύοντας ακόμα περισσότερο την κατάσταση για τους μεγάλους. Μέσα  στην αναμπουμπούλα είχε χαθεί η πιπίλα του με την οποία είχε μια ισχυρή σχέση εξάρτησης, αφού χωρίς αυτήν ήταν αδύνατο να κοιμηθεί. Τότε εφαρμόσθηκαν άγριες παιδαγωγικές μέθοδοι, όπως ταίριαζε σε εκείνες τις άγριες περιστάσεις. Η θεία Χαρίκλεια γρατζουνούσε εξωτερικά το ύφασμα της σκηνής, ο ήχος έφτανε απόκοσμος μέσα, ενώ η μητέρα του τον φοβέριζε με την – έτσι κι αλλιώς - αλλοιωμένη από τον τρόμο φωνή της: «σώπα… σώπα… την πιπίλα την πήρε το φίδι και τώρα έρχεται να πάρει κι εσένα.» Τόσο ριζοσπαστικά λύθηκε το θέμα και τόσο απλά αποδεσμεύτηκε από την πιπίλα.

Στο γραφείο της ψυχαναλύτριας άκουγε τη φωνή του να διηγείται σε μια ξένη όλες αυτές τις προσωπικές μνήμες και αναρωτιόταν πόσο ενδιαφέρον μπορεί να είχαν από επιστημονική άποψη. Η ουδέτερη έκφρασή της δεν τον διευκόλυνε να καταλάβει και η φωνή της είχε έναν ψυχρό επαγγελματισμό όταν τον προέτρεπε: «συνεχίστε», κάθε φορά που η ροή της αφήγησης έδειχνε να  ανακόπτεται. Είχε, όμως, αξιόπιστες πληροφορίες ότι ήταν προσεκτική ακροάτρια. Επιπλέον πληρωνόταν εξήντα ευρώ για τα σαράντα πέντε λεπτά αυτής της συνεδρίας, χρόνος που πλησίαζε να εξαντληθεί. Θα τον διέκοπτε ευγενικά θυμίζοντας του το επόμενο ραντεβού τους. Αποφάσισε να φτάσει ως το τέλος:

«Περιττό να σας πω, ότι όλα αυτά τα γνωρίζω από διηγήσεις. Απολύτως τίποτα δεν έχει καταγραφεί στη μνήμη μου.
 Σας επισημαίνω ότι καμία φοβία για τα φίδια δεν με ακολούθησε στη ζωή μου. Στα  βουνά και τα φαράγγια όπου περπατάω, έχω μάθει να τα αντιμετωπίζω με τη σύνεση του γνώστη και όχι με την υστερία του τρομοκρατημένου.Αντίθετα τρέφω έναν υπερβολικό, και κάποτε εντελώς παράλογο, φόβο για τους σεισμούς.
  Τέλος, θέλω να ξέρετε ότι τρέφω μια απεριόριστη απέχθεια για κάθε είδους εξάρτηση και μια λύπηση για τους εξαρτημένους θεωρώντας τους άτομα ανίσχυρα και ανίκανα να διαχειρισθούν τον εαυτό τους. Όσο για μένα, καμαρώνω γιατί εκείνη η πιπίλα στάθηκε ο πρώτος και μοναδικός εθισμός της ζωής μου.
 Υπάρχουν πειστικές εξηγήσεις στα βιβλία σας για όλα αυτά;

2 σχόλια:

  1. ΣΕ ΑΠΟΛΑΜΒΑΝΩ, Μόνο αυτό θα σου πω...
    η μικρή Χαρίκλεια!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Είδες τι ωραίους κύκλους κάνει η ζωή... μικρή μου Χαρίκλεια;

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Οι κουβεντούλες μας