Δευτέρα, 5 Δεκεμβρίου 2011

Το μυστικό της κομμένης φωτογραφίας... ο Διονύσης.



Προσεισμική Ζάκυνθος, Αγ. Λουκάς


Είχα γαλουχηθεί με τα όνειρα της οικογένειας για τον γάμο μου. 
Μόνο που τα δικά μου όνειρα είχαν προλάβει ν’ αποκτήσουν όνομα και μορφή. 
Ο Διονύσης! 
Μα ο Διονύσης δεν υπήρχε πια για μένα και κάθε φορά η θύμησή του γέμιζε τα μάτια μου με δάκρια. 
Δεν ήταν όμως έτσι  στο ξεκίνημα...
Τότε που και μόνη η σκέψη του μου έφερνε χτυποκάρδι κι έβαφε κόκκινα τα μάγουλά μου και φλόγιζε τον λογισμό μου και πυρπολούσε τον νου μου. 
Τότε που στην ιδέα πως θα τον αντικρίσω άρχιζαν να παίζουν μυστικές  μπάντες που με προσκαλούσαν να τραγουδήσω και να χορέψω. 
Τότε που ήταν η πρώτη σκέψη στο ξύπνημα και η τελευταία πριν κοιμηθώ και ο πιο ταχτικός επισκέπτης στα νυχτερινά μου όνειρα. 


Ο Διονύσης ήταν αρχοντόπουλο της Χώρας - η οικογένειά του ήταν γραμμένη στο libro d’ oro - και περνούσε ταχτικά από το δρόμο του σπιτιού μας, με το ποδήλατο, πηγαίνοντας να επισκεφτεί την θεία του που έμενε στη γειτονιά. Δεν άργησα να καταλάβω πως αυτές οι επισκέψεις παραήταν πυκνές και ο Διονύσης πήγαινε για τη θεία και δεν πήγαινε για τη θεία. Κι οι ματιές που μάς έριχνε καθώς στεκόμαστε στο πορτόνι  της  αυλής– πάντα αχώριστες με την αδελφή μου –   με έπειθαν πως η θεία  μόνο πρόσχημα θα μπορούσε να ήταν. 
- Για σένα έρχεται, έλεγε κατηγορηματικά η αδελφή μου.
 -Και γιατί όχι για σένα;
-Τι νιώθεις όταν το βλέμμα του πέφτει επάνω σου;
- Αναστάτωση.
-Το βλέπεις; Εμένα το βλέμμα του δεν με αγγίζει. Σκοντάφτει πάνω μου και με προσπερνάει. Σ’ εσένα στέλνει μηνύματα.

Αν το να έχεις αδελφή είναι μια σταγόνα ευλογίας, το να έχεις δίδυμη αδελφή είναι ευλογία που σε περιλούζει σαν ανοιξιάτικη βροχούλα.
Ένας δεύτερος εαυτός, ένα είδωλο σε καθρέφτη, δυο σταγόνες νερό μέσα στον μεγάλο ωκεανό, δυο σελίδες βγαλμένες με καρμπόν και ούτε  καν αυτό , γιατί καμιά δεν ήταν ούτε στο ελάχιστο πιο ξέθωρη από την άλλη. 
Δεν μοιάζαμε, είμαστε ίδιες. 
Όσο είμαστε μικρές συνήθιζαν να μας ντύνουν πανομοιότυπα. Αργότερα είχαμε  κοινή ντουλάπα και μοιραζόμαστε ρούχα. Υπήρχαν υποψίες - που ποτέ κανείς δεν παραδέχτηκε - ότι η ίδια η μάνα μας ένιωθε πολλές φορές μπλεγμένη  και για να είναι σίγουρη μας φόρεσε πολύ νωρίς σκουλαρίκια με διαφορετικό χρώμα πέτρας: ρουμπινί  για τη μια, σμαραγδί για την άλλη. Πολύ νωρίς, αλλά όχι και τόσο που να μην θυμάμαι τον πόνο από το τρύπημα στ’ αυτιά και την ακατάσχετη αιμορραγία που  ακολούθησε  σαν την πιο τρομακτική εμπειρία της παιδικής μου ζωής.
Δεν είμαστε σκανταλιάρες, αλλά κάποιες φορές μπαίναμε στον πειρασμό να ανταλλάσσουμε ρόλους και να ξεκαρδιζόμαστε που κανείς δεν είχε πάρει χαμπάρι.  Στο σχολείο, μάλιστα, είχε απαντήσει πολλές φορές  η μια για λογαριασμό της άλλης κι οι καθηγητές μάς αντιμετώπιζαν με μια διάχυτη καχυποψία, ακόμα και όταν είμαστε αθώες. Αφού είχαμε πια παντρευτεί, οι φίλοι συνήθιζαν να καλαμπουρίζουν κάνοντας  πονηρά υπονοούμενα για την ευκαιρία που είχαν οι άντρες μας να εκμεταλλευτούν την ομοιότητα ισχυριζόμενοι με αθωότητα ότι απλώς… μπλέχτηκαν.


Η πανομοιότυπη εμφάνιση αποδείχτηκε πως ήταν μόνο εξωτερική.
Ανεξιχνίαστο έμεινε το πώς οι χαρακτήρες μας διαμορφώθηκαν τόσο διαφορετικοί και η ζωή μας ακολούθησε ξεχωριστά μονοπάτια.

Ήταν έξω από κάθε λογική κάποιος που δεν μάς γνώριζε να δείξει ενδιαφέρον αποκλειστικά για τη μία. Όταν όμως η γειτόνισσα-θεία μού πέρασε στο χέρι, συνωμοτικά, ένα μικρό σημείωμα, βεβαιώθηκα ότι η αδελφή μου είχε δίκιο. Άνοιξα  καρδιοχτυπώντας  το προσεκτικά διπλωμένο χαρτί και διάβασα λίγες τρυφερές αράδες, προσεχτικά διατυπωμένες με κοσμιότητα και σεβασμό, όπου η προσπάθεια να μην τρομάξω και  προσβληθώ ήταν ολοφάνερη. Κοιμήθηκα αγκαλιά με το ραβασάκι κι είδα ανάλαφρα όνειρα πασπαλισμένα με ζαχαρόσκονη. Δεν ζητούσε παρά ένα σημάδι ότι δεν μού ήταν αδιάφορος. Την επόμενη φορά που αγναντέψαμε από μακριά το ποδήλατο, η αδελφή μου απομακρύνθηκε διακριτικά κι έμεινα μόνη φορώντας το πιο αστραφτερό μου χαμόγελο που εκείνος ανταπέδωσε κάνοντας ένα αδιόρατο νεύμα χαιρετισμού. Οι επισκέψεις της θείας έγιναν τακτικές, σε πολύ προσεκτικά διαλεγμένες ώρες ώστε ο πατέρας να λείπει, τα γράμματα γίνονταν πιο τολμηρά, πιο ερωτικά και οι ονειροπολήσεις μου με έκαναν να πετάω σε  ροζ συννεφάκια. Με ικέτευε να τού γράψω μια απάντηση, αλλά δεν είχα χάσει τα λογικά μου σε τέτοιο βαθμό που να διακινδυνέψω ν’ αφήσω ίχνη της αμαρτίας μου.

Όταν άρχισε να γράφει για γάμο, λιγώθηκα από  ευτυχία και ονειρεύτηκα τον εαυτό μου, οικοδέσποινα  του αρχοντικού της Χώρας να δίνει δεξιώσεις και να μεγαλώνει παιδιά. Η αδελφή μου είχε φροντίσει να μάθει και με προειδοποιούσε. Το αρχοντικό ήταν υποθηκευμένο, η οικογένεια είχε μεγάλα οικονομικά προβλήματα και μια καλή προίκα θα ήταν σανίδα σωτηρίας. Δεν το θεωρούσα αναγκαστικά επιλήψιμο. Γι αυτό δεν είχαμε τις προίκες μας; Χαρά και τιμή μου να βοηθήσω να ξαναπάρει την αίγλη που της άξιζε η οικογένεια που θα γινόταν και δική μου. Από την άλλη, η εκδοχή να με θέλει μόνο για τα λεφτά του πατέρα μου, κατέρρεε κάτω από το βάρος  λογικών επιχειρημάτων.

Έρωτας και λογική. 
Δεν συναντήθηκαν ούτε πρόκειται να συναντηθούν ποτέ.

Μα εγώ το αγνοούσα κι εξακολουθούσα ν’ αραδιάζω συλλογισμούς προσπαθώντας να πείσω τον εαυτό μου – πράγμα πανεύκολο – και την αδελφή μου – που έδειχνε φανερά καχύποπτη.
Σ’ ένα μόνο δεν είχε τίποτα να  απαντήσει.
Αν ερχόταν μόνο για την προίκα μου, δεν θα με ξεχώριζε από κείνην, θα φλέρταρε και τις δύο και θα είχε έτσι διπλάσιες πιθανότητες να ρίξει τη μία ή την άλλη. Εκείνος όμως έδειξε ξεκάθαρο και μονόπλευρο ενδιαφέρον από την αρχή για μένα, η προίκα μου ήταν απλώς μια ευτυχής συγκυρία.


Συνεχίζεται...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Οι κουβεντούλες μας