Πέμπτη, 22 Δεκεμβρίου 2011

Το μυστικό της κομμένης φωτογραφίας... αληθινή ζωή.

Προσεισμική Ζάκυνθος,  Άγιος Λουκάς


Προς γαρ το τελευταίον εκβάν έκαστον των πριν υπαρξάντων κρίνεται.
Δημοσθένης



Τα συναισθήματά μου δεν έμειναν στατικά. Ωριμάζοντας διαπίστωνα ότι η αληθινή ζωή  ήταν πιο ενδιαφέρουσα από την κοριτσίστικη ρομαντική θεώρησή της. Ο άντρας μου είχε σπουδάσει, είχε πολεμήσει, είχε επιβιώσει σε μια ξένη χώρα, είχε γυρίσει σοφότερος, δυνατότερος, κατασταλαγμένος, συγκροτημένος. Είχε πλατύνει τους ορίζοντές του, είχε ξεφύγει από τα στενά πλαίσια των προλήψεων και των προκαταλήψεων κι είχε ανοίξει τα φτερά του για έναν καινούργιο κόσμο που με καλούσε να μοιραστώ μαζί του. Μπορεί να μας χώριζαν εφτά χρόνια αλλά ήταν σαν να είχε ζήσει όσο δύο δικές μου ζωές.  Ένιωθα πως μπορούσα να ακουμπήσω πάνω του με εμπιστοσύνη, τον εκτιμούσα, υπολόγιζα την κρίση του.

Δεν μπήκα, όπως είχα ονειρευτεί, κυρά, σ’ ένα αρχοντικό. Έφυγα όμως από το χωριό για να ζήσω στο μικρό σπίτι της Χώρας που πήρα για προίκα. 
Δεν είχα κοινωνικές συναναστροφές με τ' αρχοντολόι – που όλο και ξέφτιζε στον καινούργιο κόσμο.
Το σπίτι μας γέμιζε από συναδέλφους του, ανθρώπους χαριτωμένους κι έξυπνους που έκαναν ένα δυναμικό μπάσιμο στην κοινωνία διεκδικώντας την θέση τους στη μεσοαστική τάξη. Ενσωματώθηκα εύκολα στην παρέα που συνήθιζε να γλεντάει στους αποκριάτικους χορούς μεταμφιεσμένων στο Καζίνο, έκανε ομαδικές εκδρομές τις Πρωτομαγιές στο Βασιλικό ή στο Κερί, παρακολουθούσε ανελλιπώς τις Κυριακάτικες διαλέξεις στο Πνευματικό κέντρο, έστηνε τραπέζια σεμεν-ντε-φερ για τους άντρες και κουμ-καν για τις γυναίκες το δωδεκαήμερο, κατέγραφε σε προσεκτικά ριγωμένες κόλες χαρτιού τα συγκεντρωτικά αποτελέσματα των εκλογών έτσι όπως τ’ ακούγαμε να μεταδίδονται από τον εκφωνητή του ραδιοφώνου… 

Κάποια στιγμή, όμως, στο σπίτι μας άρχιζαν να έρχονται κι άλλου είδους άνθρωποι. Ο τόπος είναι μικρός. Όσο κι αν ήμουν χωριατοπούλα, δεν ήμουν τόσο ανίδεη για να μην καταλάβω ότι επρόκειτο για την αφρόκρεμα της κοινωνίας. Κολακευόμουν κι έβαζα τα δυνατά μου να τους περιποιηθώ. Εκείνοι με χαιρετούσαν ευγενικά, ήταν όμως φανερό πως δεν επρόκειτο για κοινωνική συναναστροφή. Κλείνονταν στο γραφείο με τον άντρα μου και συζητούσαν για ώρα. Εκείνος ήταν φειδωλός σε πληροφορίες  μετά από κάθε τέτοια επίσκεψη. 
Όταν πια ήταν γεγονός μου το ξεφούρνισε. 
Του είχαν ζητήσει να γίνει δόκιμο μέλος της Μασονίας κι εκείνος είχε δεχτεί. 
-Δοκιμαστικά, τόνισε, μην το κομποδέσεις και μην μιλήσεις πουθενά γι αυτό.
Θεέ μου αυτό κι αν ήταν είδηση! 
Ποιον είχα παντρευτεί;
Στην Τεκτονική Στοά δεν έμπαινε όποιος κι όποιος!

Στο νησί η μασονική αδελφότητα ανθούσε από παλιά, για την ακρίβεια τα Ιόνια ήταν η κοιτίδα του Ελλαδικού τεκτονισμού, μα ο αποκρυφισμός του κάλυπτε με πυκνό πέπλο μυστηρίου τις δραστηριότητές των μελών που είχαν πάρει τις διαστάσεις μύθου και κανείς δεν ήταν σίγουρος πού τέλειωναν οι φήμες και πού άρχιζε η αλήθεια, ποιες αλληγορίες κρύβονταν πίσω από τα σύμβολα, ποιοι στόχοι κρύβονταν πίσω από τις διακηρύξεις, τι συζητήσεις γίνονταν πίσω από  ερμητικά κλειστές πόρτες. Δεν είναι τυχαίο που ο απλός λαός χρησιμοποιούσε την έκφραση «το μυστικό της Μασονίας» όταν ήθελε να μιλήσει για απόρρητο  επτασφράγιστο. Το πανέμορφο κτίριο της  αδελφότητας  με τις καμαρωτές στοές - στον ρυθμό της Επτανησιακής αρχιτεκτονικής - ήταν ένα κόσμημα στην πλατεία του Αγίου Λουκά, μα οι μη μυημένοι το προσπερνούσαν με το ρίγος που προκαλεί ο αινιγματικός γρίφος.  

Σιδέρωνα όλη μέρα το λευκό του πουκάμισο, γυάλιζα τα μαύρα του παπούτσια να γίνουν καθρέφτες, ξεσκόνιζα το γαμπριάτικο κουστούμι του, τον βοήθησα να κάνει μπάνιο και του έδωσα μοσχοβολιστά εσώρουχα. Εκείνος προσπαθούσε να υποβαθμίσει το γεγονός.
-Πώς κάνεις έτσι; Δεν πάω και να κοινωνήσω.
Δεν θα το έβαζα - Θεός φυλάξοι - σε σύγκριση με το μυστήριο της θείας κοινωνίας, αλλά του έδινα τόση σημασία κι ένιωθα τόση περηφάνια που θάθελα να μπορούσα να σταθώ κρυμμένη σε μια γωνιά, να τον καμαρώσω να μπαίνει και να βγαίνει από την μεγάλη σκαλιστή πόρτα, διακοσμημένη με το χαρακτηριστικό σύμπλεγμα διαβήτη και γνώμονα, δίπλα στους πιο αξιόλογους ανθρώπους του νησιού. Μα δεν τόλμησα ούτε σαν επιθυμία να το διατυπώσω προεξοφλώντας την αρνητική του αντίδραση. Έπρεπε να εκπαιδεύσω τον εαυτό μου να είναι λιγότερο παρορμητικός και να τιθασεύει ακόμα και τις σκέψεις του. 

Όταν όμως έφυγε, και όση ώρα τον περίμενα, άφησα την φαντασία μου ελεύθερη  να οργιάσει και να πλάσει σενάρια. Θα γινόταν, λέει, επιθεωρητής Δημοτικής εκπαίδευσης, θα στεκόμαστε στις παρελάσεις στην εξέδρα των επισήμων μαζί με τις άλλες αρχές του τόπου, θα είχαμε δικό μας στασίδι στην εκκλησία του Αγίου, θ’ αγοράζαμε ένα μεγάλο σπίτι, ίσως κάποιο από τα αρχοντικά που έβγαιναν στο σφυρί – γιατί όχι και το αρχοντικό του Διονύση; Αυτή η τελευταία σκέψη μου έδινε μια άγρια χαρά κι αν ήμουν πιο προσεκτική θα καταλάβαινα ότι ο Διονύσης εξακολουθούσε να κατοικεί στο μυαλό μου, όχι πια σαν τρυφερός αγαπημένος, αλλά σαν μισητός προδότης που του άξιζε μια γερή εκδίκηση. Μα επειδή αγάπη, προδοσία, μίσος, εκδίκηση, έρωτας είναι διαφορετικές όψεις του ίδιου πράγματος ,αλληλομπλεγμένα έτσι που να μην μπορείς να ξεχωρίσεις ποιο είναι τι, φαίνεται ότι εξακολουθούσα, με τον τρόπο μου, να είμαι ερωτευμένη με τον Διονύση.

Και καθώς ήμουν χαμένη μέσα σε ονειροφαντασίες, ήλθε  με τρυφερή βιαιότητα.
Ήταν σαν πετάρισμα, μα δεν ήταν στο βλέφαρο.
Ήταν σαν ελαφρό χτυποκάρδι, μα δεν ήταν στην καρδιά.
Ήταν σαν  μια ζαλισμένη πεταλούδα να σκόνταψε μαλακά στο τζάμι, μα δεν ήμουν κοντά στο παράθυρο.
Στην κοιλιά την ένιωσα την πατουσίτσα που με κλώτσησε τρυφερά, αλλά προειδοποιητικά.
-Ε, μάνα είμαι κι εγώ εδώ.
Το έμβρυο, που τέσσερεις μήνες τώρα είχε εγκατασταθεί στην μήτρα μου, δεν θα μπορούσε να διαλέξει πιο κατάλληλη στιγμή να δηλώσει την παρουσία του, που μέχρι τότε μόνο να την υποψιάζομαι  μπορούσα. Οι αλλαγές στο σώμα μου από τις ορμόνες της εγκυμοσύνης ήταν ορατές αλλά  το πλάσμα έμενε αόρατο, αφανές, σιωπηλό, βυθισμένο σε βαθιά ύπνωση. 
Μα τώρα ήταν διαφορετικά!
Ρίγησα κι αυτοστιγμεί μια άλλη συνειδητότητα εγκαταστάθηκε μέσα μου. Έφυγε ένοχα σαν κυνηγημένο το «εγώ» και θρονιάστηκε το «εμείς» κι απλώθηκε και κατέλαβε μεσ’ στην μεγαλοσύνη του όλο τον χώρο χωρίς ν’ αφήνει περιθώριο για μικρότητες.

Εκείνη η αδύναμη κλωτσιά ήταν το σύνορο που χώρισε τη ζωή μου στο πριν και στο μετά.

Όταν ο άντρας μου γύρισε έσπευσα να του ανακοινώσω το χαρούμενο νέο, δίνοντας προτεραιότητα στην δική μου εμπειρία. Έδειξε χαρούμενος, αλλά ήταν ολοφάνερο ότι δεν μπορούσε να το νιώσει. Για κείνον ήταν περιγραφή, όχι βίωμα. Έπρεπε να περιμένει πέντε ακόμα μήνες μέχρι να συνειδητοποιήσει την ολοζώντανη ύπαρξη του παιδιού. Σ’ αυτό το διάστημα εγώ θα είχα το αποκλειστικό προνόμιο να νιώθω τη ζωή να μεγαλώνει μέσα μου, να αντιδρά στα ερεθίσματα του έξω και του μέσα μου κόσμου και να με προετοιμάζει για την μετάβαση από την τωρινή συμβίωση ως ενιαία οντότητα στην μελλοντική ανεξαρτητοποίηση. Και σ’ αυτό το διάστημα είχα όλο το περιθώριο να δένομαι μαζί του με κόμπους άρρηκτους με καντηλίτσες σφιχτοπλεγμένες, με γόρδιους δεσμούς αξεδιάλυτους, με ομφάλιους λώρους που του μετάγγιζαν ζωή από την ζωή μου.

Λαχταρούσα να πάρει τα μάτια του πατέρα του, μα εκείνος μου μιλούσε δασκαλίστικα για τους νόμους του Μέντελ και τα επικρατούντα χαρακτηριστικά και μου έλεγε  ότι οι πιθανότητες για κάτι τέτοιο ήταν μηδαμινές. Τον θαύμαζα πόσα πολλά ήξερε. Κι ήταν όμορφο να ονειρευόμαστε και να φανταζόμαστε ένα αγέννητο, δικό μας παιδί. 
Αυτά την ημέρα. 
Γιατί τις νύχτες τον άκουγα να στριφογυρίζει στο κρεβάτι, αφουγκραζόμουν τον ανήσυχο ύπνο του, ένιωθα πως η σχέση με το μαξιλάρι του δεν ήταν πια αρμονική, έβλεπα να τινάζεται τρομαγμένος από εφιαλτικά όνειρα. Καταλάβαινα ότι η απόφαση δεν ήταν εύκολη, τα διλήμματα  τον απασχολούσαν βασανιστικά, με κάποιους δαίμονες πάλευε, το πρόβλημα ήταν για δύσκολους λύτες, η αϋπνία έβαφε τα μάτια του κατακόκκινα. Μα δεν μπορούσα να βοηθήσω. Μόνος του έπρεπε να τα βγάλει πέρα. Εκείνος είχε όλα τα δεδομένα, εκείνος είχε όλη την ευθύνη.

-Δεν θα το κάνω, είπε ένα πρωινό.

Ούτε «γιατί», ούτε «διότι».
Ποτέ δεν έμαθα ούτε και κανείς άλλος. 
Ίσως κάποτε το εμπιστευτεί στον γιο μας.
Δεν απογοητεύτηκα όσο θα περίμενα.
Μου αρκούσε ότι ηρέμησε.
Σιγά- σιγά άρχιζε να φωλιάζει μέσα μου άνευ όρων εμπιστοσύνη.



Η  μετατροπή της εμπιστοσύνης σε αγάπη έγινε ανεπαίσθητα, τόσο λίγο κάθε μέρα που να μην το παίρνω είδηση. Έπρεπε να έλθει η πρόσκληση για το μέτωπο του εμφύλιου για να συνειδητοποιήσω πόσο πολύ  πονούσα στη σκέψη ότι μπορούσα να τον χάσω. Καθώς με αποχαιρετούσε ένιωσα μοναξιά. Το παιδί ήταν ανακούφιση, αλλά το κρεβάτι ήταν μεγάλο και άδειο και κρύο τ’ ατέλειωτα βράδια.  Παρηγοριά μου να βλέπω, με τα μάτια κλειστά, μέσα στο σκοτάδι το γαλανό του βλέμμα. Μα καθώς οι μήνες περνούσαν η μνήμη σαν να ξεθώριαζε, το χρώμα σαν να θάμπωνε, σαν να  λησμονούσα λεπτομέρειες και δεν είχα καν μια φωτογραφία του. Ο γάμος μας είχε γίνει σε δύσκολες εποχές χωρίς παντόλες, χωρίς ορτζάδες, χωρίς φωτογράφο. 
Ξέθαψα την φωτογραφία. 
Κοίταξα την Κλάρα: είχε διαλέξει σωστά, δεν ήταν όμως τυχερή. 
Κοίταξα τον άντρα: είχα άραγε δει ποτέ τα μάτια του τόσο γελαστά στα χρόνια που είμαστε μαζί; 
Πήρα ένα ψαλίδι και έκοψα αποφασιστικά την φωτογραφία, πέταξα τη μισή στα σκουπίδια και πέρασα την υπόλοιπη σε κορνίζα. Την έβαλα πάνω στο κομοδίνο να μου κάνει παρέα τα μοναχικά βράδια. 
Η κόρη μου θα έπρεπε να αρκεστεί στην περιγραφή μου. 


ΤΕΛΟΣ







5 σχόλια:

  1. χρονια πολλα με υγεια,πολυ αγαπη και αμετρητη αισιοδοξια και δημιουργικοτητα.
    misirlou & maria

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Γιατί αυτό το τέλος και γιατί εδώ?Κάτι μένει ανολοκλήρωτο,έχω την εντύπωση.Αυτή την αίσθηση έχω και με άλλα κείμενά σου.Καλή και δημιουργική χρονιά!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Η αληθινή ζωή είναι το τέλος όλων των ρομαντικών ιστοριών. Δεν νομίζεις, Άννα;
    Ανολοκλήρωτο;
    Ολοκληρώθηκε ποτέ το παραμύθι της Σταχτοπούτας;
    ...Παντρεύτηκαν κι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.
    Και μετά;
    Χαρούμενη Πρωτοχρονιά και καλή χρονιά.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Τον φάγανε οι μασόνοι.. Η μεγάλη αλήθεια βρίσκεται όμως στο σχόλιο σας.."Η αληθινή ζωή είναι το τέλος όλων των ρομαντικών ιστοριών". Θα το νικήσω κάποια στιγμή αυτό..να μην συμβαίνει πια..
    Την αγάπη μου
    Κ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Οι κουβεντούλες μας