Παρασκευή, 6 Μαΐου 2011

Τα χαμένα εισαγωγικά

                

                      Τση Κυριακής το ξύπνημα με λειώνει με μουρλαίνει
                                                  ν’ ακούω γιούλια ολόμπλαβα κι ο Άγιος να σημαίνει.





Ποιος να του το ’λεγε του Γιάννη Τσακασιάνου, γνωστού στα γράμματα και με το ψευδώνυμο «ζακυνθινός σπουργίτης» ότι το πασίγνωστο σατιρικό του δίστιχο, θα χρειαζόταν ανάλυση και επεξήγηση εν έτει 2011.


Ας ξεκινήσουμε με τις άγνωστες – για τους μη ζακυνθινούς – λέξεις. Τα γιούλια είναι οι άγριοι μενεξέδες και το: ολόμπλαβα είναι επίθετο που χαρακτηρίζει το χαρακτηριστικό χρώμα τους το ολοκληρωτικά και ολοκάθαρα μπλε, όπως φαίνεται στη φωτογραφία.


Καλά μέχρι εδώ. Όμως τα γιούλια μπορεί κανείς να τα βλέπει, να τα μυρίζει, να τα κόβει έστω ( πρωί- πρωί Κυριακάτικα;) αλλά να τα ακούει πώς; Η απάντηση κρύβεται στη στίξη. Εκείνα τα μικρά σημαδάκια που με την παρουσία ή την απουσία τους αλλοιώνουν το νόημα των γραπτών κειμένων.


Πόσο μελάνι έχει χυθεί για τη χαμένη άνω τελεία που πολύ σωστά τοποθέτησε ο Σεφέρης στο «περιγιάλι το κρυφό» γράφοντας «…με τι καρδιά, με τι πνοή, τι πόθους και τι πάθος πήραμε τη ζωή μας . λάθος! Κι αλλάξαμε ζωή». Μα η άνω τελεία εξαφανίστηκε κατά τη μελοποίηση από τον Θεοδωράκη και την απόδοση από τον Μπιθικώτση, έτσι που όλοι πια να τραγουδάμε: «… πήραμε τη ζωή μας λάθος κι αλλάξαμε ζωή» και να προδίδουμε την βούληση του ποιητή.


Με τον ίδιο τρόπο χάθηκαν και τα εισαγωγικά στο δίστιχο του Τσακασιάνου, που θα έπρεπε να γράφεται:


ν’ ακούω: «γιούλια ολόμπλαβα»….


Γιατί, μόνο όσοι έζησαν στην προσεισμική Ζάκυνθο ή έχουν ακούσει αφηγήσεις για την εποχή από πρώτο χέρι ξέρουν πώς μόλις έμπαινε ο Μάιος και τα γιούλια κατέκλυζαν τις εξοχές του νησιού, οι χωριάτες τα μάζευαν, τα έδεναν σε μικρά μπουκετάκια, τα επονομαζόμενα «ματζέτα» και κατέβαιναν πρωί- πρωί τις Κυριακές στην Χώρα διαλαλώντας με δυνατές φωνές την πραμάτεια τους: « γιούλια ολόμπλαβαααα…», και χαλώντας τον ύπνο των νοικοκυραίων. Οι γυναίκες άνοιγαν τα παραθυρόφυλλα και αγόραζαν τα λουλούδια δίνοντας μερικές δεκάρες στον μικροπωλητή και στόλιζαν μικρά βάζα για να γεμίσει το σπίτι χρώματα κι αρώματα.


Όσο για τις καμπάνες του Αγίου που βαρούνε μ’ εκείνον τον αλλιώτικο ήχο που ευφραίνει τις μισοκοιμισμένες ψυχές, μόνο ο Λάγιος θα ήταν ο αρμόδιος να μας διαφωτίσει μια κι έψαχνε απεγνωσμένα να ανακαλύψει το μυστικό μελετώντας τα κράματα, αλλά κι εκείνος έφυγε τόσο νωρίς.

5 σχόλια:

  1. Με χαρά μου βλέπω οτι "η ανάρτηση της καρδιάς μου" κινητοποίησε κοιμισμένες αισθήσεις κι έφερε στην επιφάνεια την ευαίσθητη ζακυνθινή ψυχή!
    Πολύ χάρηκα το κείμενο,ασχετα αν ήξερα την ακριβή έννοια του δίστιχου,όπως αναθεώρησα και την άνω τελεία στο Σεφέρη.
    Πόσο αλλάζει το νόημα αλήθεια, ενα ανεπαίσθητο σημάδι στο χαρτί!!! Σε φιλώ ΜΕ ΑΓΑΠΗ βαθειά και ειλικρινή.
    Υ.Γ. σήμερα δε ξέρω αν το πρόσεξες έχουμε και οι δύο γιούλια στις αναρτήσεις μας. Τυχαίο; Δε νομίζω!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Γνωρίζω ότι, όταν έδωσε ο Θεοδωράκης το συγκεκριμένο ποίημα μελοποιημένο, επέστησε την προσοχή στον Μπιθικώτση στην άνω τελεία. Όμως ήταν αδύνατον να αποδοθεί ως έπρεπε το νόημα των στίχων λόγω ακουστικής και μέτρου.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Ο Μπιθικώτσης είναι ένας μεγάλος λαϊκός ερμηνευτής που τους στίχους των μεγάλων ποιητών τους αντιλαμβανόταν με την διαίσθηση που τού περίσσευε και όχι με την ακαδημαϊκή παιδεία που τού έλειπε.
    Και σαν τέτοιος έχει όλο το δικαίωμα να βάλει την δική του πινελιά.
    Δεν νομίζεις;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Απαντήσεις
    1. Το δίστιχο που τραγουδούσα κι εγώ παιδί έπαιζε με τις λέξεις σελινοπουλημένη ( πουλημένη στα σελίνια, στους Άγγλους) και στα σέλινα που πουλούσε η Μαρία (ως κόρη κηπουρού.)

      Μωρή Μαρία του κηπουρού σελινοπουλημένη,
      όλα τα σέλινα πουλείς κι όλους τους νιους μαραίνεις.

      Η εκδοχή που έχει σταχυολογήσει ο Λάγιος είναι ελαφρά διαφορετική, αλλά εξ ίσου γοητευτική:
      Μωρή Μαρία του κηπουρού σελινοπουλημένη,
      όλα τα κηπουρόπουλα σ' έχουνε φιλημένη.

      Διαγραφή

Οι κουβεντούλες μας