Παρασκευή, 6 Μαΐου 2011

...Μιλώντας για ξυπνήματα


Το Κυριακάτικο ξύπνημα

Στα παιδικά μου χρόνια στη Ζάκυνθο δεν είχαμε τρεχούμενο νερό στο σπίτι και επομένως το μπάνιο της οικογένειας γινόταν στη μεταλλική σκάφη που τοποθετούσαμε στην κουζίνα. Τα Σαββατόβραδα υπήρχε μια ιεροτελεστία που το τυπικό της έμεινε απαράλλαχτο για χρόνια, μέχρι να μας συναντήσει η πρόοδος και ο πολιτισμός. Οι πόρτες της κουζίνας έκλειναν για να απομονωθεί ο χώρος, μεγάλες κατσαρόλες έμπαιναν πάνω στη γκαζιέρα και το νερό έβραζε έτσι που οι υπέρθερμοι ατμοί του να λειτουργούν και σαν πηγή θέρμανσης του χώρου. Η μητέρα αναμίγνυε το καυτό νερό με την κατάλληλη ποσότητα κρύου, δοκιμάζοντας με τον αγκώνα μέχρι να πετύχει τη σωστή θερμοκρασία και μας καλούσε ένα – ένα στο καθαρτήριο. Μόλις είχαμε γυρίσει από τα παιχνίδια μας στην γειτονιά και η βρωμιά που μια βδομάδα τώρα είχε κολλήσει πάνω μας, έπρεπε να απομακρυνθεί. Η μητέρα έτριβε δυνατά το δέρμα μου μ’ ένα σφουγγάρι που το είχε σαπουνίσει με πράσινο σαπούνι, μουρμουρίζοντας ταυτόχρονα και σχολιάζοντας τα αδύνατα μέλη μου που ήταν σαν καλαμάκια και που έπρεπε επιτέλους να αποφασίσω να τελειώνω όλο το πιάτο μου και να σταματήσω τα πείσματα και τα: « δεν πεινάω, δεν μου αρέσει, δεν θέλω άλλο..», γιατί αλλιώς δεν θα μεγάλωνα.
Α, ρε μάνα να ήταν τόσο εύκολο να μην μεγαλώνει κανείς!! 
Εγώ, ωστόσο, κρύωνα κι ευχόμουνα να έλθει μια ώρα αρχύτερα η γλυκιά στιγμή του ξεβγάλματος, όταν το χλιαρό χάδι του νερού ξεκινούσε από τα μαλλιά και κατέβαινε σε όλο το σώμα ζεσταίνοντας και θωπεύοντας όλα τα μέλη ταυτόχρονα όπως μονάχα το νερό έχει την ικανότητα να το κάνει. «Λίγο ακόμα…» παρακαλούσα όταν έβλεπα ότι η ροή σταματούσε. Μα η μητέρα, όταν αποφάσιζε ότι οι σαπουνάδες είχαν διαλυθεί, με τύλιγε αποφασιστικά με μια πετσέτα και φώναζε τον επόμενο.
Χωνόμουνα στο κρεβάτι. Τα σεντόνια είχαν αλλαχτεί και τα πάντα μοσχοβολούσαν σαπούνι. Εκείνη τη στιγμή ένιωθα να αγαπάω το σώμα μου. Εκείνη τη στιγμή ένιωθα την παρουσία του Θεού γύρο μου. Εκείνη τη στιγμή η βραδινή προσευχή που είχα μάθει να κάνω πριν κοιμηθώ δεν ήταν ένα βιαστικό καθήκον. Δεν είναι τυχαίο που διαχρονικά και σε όλες τις θρησκείες οι διαδικασίες κάθαρσης της ψυχής ξεκινούσαν από κάθαρση του σώματος. Ο ύπνος ερχόταν αλαφροπάτητος κι εγώ χωνόμουν πρόθυμα στην αγκαλιά του. Δεν ξυπνούσα παρά την Κυριακή το πρωί νιώθοντας σαν να είχα πεθάνει και να είχα ξαναγεννηθεί. Δεν είχα δει κανένα όνειρο ή ίσως δεν θυμόμουν τίποτα. Πώς το λέει ο Νίκος Ζούδιαρης;

Σάββατο βράδυ να εύχεσαι, σαν πέφτεις και κοιμάσαι 
της Κυριακής τα όνειρα ποτέ να μη θυμάσαι.

Κι ήταν τόσο όμορφο αυτό το αίσθημα που καταγράφηκε μοναδικά στη μνήμη μου σαν: « το κυριακάτικο ξύπνημα» και το συναντούσα στην ενήλικη ζωή μου κάθε φορά που για συγκεκριμένους λόγους είχα απολαύσει έναν, ξεχωριστής ποιότητας, ύπνο.

5 σχόλια:

  1. Σου γράφω κι εδώ για να σου θυμίζω το γαδίνι που καιγόταν το οινόπνευμα για να ζεστάνουν το χώρο (προ καλοριφέρ και αιρκοντίσιον!)
    Τι ωραία χρόνια!
    Πώς είναι χαραγμένα στην ψυχή μας κι ας μην είχαμε τις ανέσεις και τα παιχνίδια του σήμερα...κι όμως ως παιδιά βιώσαμε την παιδική ηλικία ανενόχλητα και παίζοντας ενώ ήμασταν πιο ανέμελα, ευτυχισμένα και γεμάτα απο τα δικά μας παιδιά. Διαφωνείς;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Όλες οι μανάδες τελικά είναι ίδιες και μάλιστα όταν τις καθαγιάζει η χρονική απόσταση και η απουσία τους.
    'Εχω ζήσει κι εγώ την ίδια διαδικασία του παιδικού μας μπάνιου δίπλα σε μια καυτή ξυλόσομπα, μέσα στη σκάφη του πλυσίματος.Τότε που η γύμνια μας δεν ήταν ντροπή.....Αχ, τι κλάματα απ' το πράσινο σαπούνι..Αχ, αγαπημένα χέρια....

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Συμφωνώ μαζί, Ελένη, σου ότι η απόσταση - χρονική ή τοπική - δίνει στα γεγονότα μια γοητεία εξωπραγματική.
    Ανάγκη είναι να μάθουμε να ισορροπούμε ανάμεσα στον ορθολογισμό και τη μαγεία.
    Σου προτείνω να διαβάσεις: "στο πανηγύρι"

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. κ. Ρένα είσαι ζαβολιάρα ... αντέγραψες τις παιδικές μου αναμνήσεις.
    Ανδρέας

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Αντρέα μου τα κατάφερες!
    Περιμένω κι άλλα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Οι κουβεντούλες μας