Σάββατο, 14 Μαΐου 2011

... Κι από τον Ελύτη στον Καββαδία


Πούσι
………………………………………
Κάτασπρα φοράς κι έχεις βραχεί ,
πλέκω σαλαμάστρα τα μαλλιά σου.
Κάτω στα νερά του Port Pegassu
βρέχει πάντα τέτοιαν εποχή.
………………………………………..

Φύγε! Εσέ σου πρέπει στέρεα γη.
Ήρθες να με δεις κι όμως δε μ' είδες
έχω απ' τα μεσάνυχτα πνιγεί
χίλια μίλια πέρ' απ' τις Εβρίδες.
…………………………………………….

Αυτοσχεδιάζοντας πάνω σε δυο στροφές

Δύο στροφές ήταν αρκετές για τον ποιητή, οχτώ μικροί στίχοι, πενήντα λέξεις – διαλεγμένες μία-μία.  Και με μιας, ο καημός του έγινε δικός μας.  Πώς τα κατάφερε; Μα τι ρωτάω; Μήπως δεν ξέρω ότι εκείνος έχει το χάρισμα των δημιουργών, που είναι προικισμένοι ν’ ακούν τον Θεό όταν σιγοψιθυρίζει στ’ αυτί τους, και την ικανότητα να μετατρέπουν τα λόγια Του σε λέξεις που τις διοχετεύουν σ’ εμάς τους κοινούς θνητούς μεταγγίζοντας όχι πληροφορίες ή γνώσεις, αλλά συναισθήματα; Κι εμείς, είτε σιγοτραγουδώντας, είτε απαγγέλλοντας, είτε διαβάζοντας χαμηλόφωνα ή νοερά, νιώθουμε εκείνο το φουρφούρισμα στην καρδιά που λόγια δεν βρίσκονται για να το περιγράψουν. Τυχερέ ποιητή!

Κι η επισκέπτρια; Δεν έχει το δικαίωμα ν' ακουστεί και ο δικός της  λόγος και  αντίλογος; Όμως εκείνη δεν είναι ποιήτρια, δεν έχει το προνόμιο να συγκινεί, θα συμπεριφερθεί άγαρμπα στις  λέξεις, θα τις παραθέσει άτσαλα,  χωρίς ρυθμό και μέτρο, χωρίς αρμονία, θα κουράσει – χίλιες λέξεις είναι αυτές. Πού να τους βρει τους πρόθυμους ακροατές; Ποιος θα τείνει ευήκοον ους να αφουγκραστεί το δικό της παράπονο; Άνισα που συμπεριφέρεσαι ζωή!

« Είχα σχεδιάσει να φορέσω κάτασπρα ρούχα. Τα διάλεξα προσεχτικά: λευκό παντελόνι, λευκό μακρυμάνικο πουκάμισο, λευκή πλεκτή ζακέτα ριγμένη ανέμελα στην πλάτη με τα μανίκια να κρέμονται στο στήθος. Ήθελα η εμφάνισή μου να αποπνέει κάτι καθαρό, αγνό, άσπιλο. Η αλήθεια όμως είναι, ότι ήθελα η λαμπρότητα του άσπρου να απαλύνει τα σημάδια του χρόνου. Σαράντα χρόνια είχαν περάσει από την τελευταία μας συνάντηση. Πόσο πια γενναιόδωρος να σταθεί ο χρόνος απέναντί μου; Θεμιτή ανθρώπινη ματαιοδοξία ανακατεμένη με γυναικεία φιλαρέσκεια, δικαιολογήθηκα στον εαυτό μου.
» Ο Απρίλης δεν ήταν με το μέρος μου. Μα ήταν Απρίλης αυτός; Η μέρα έμοιαζε να ανήκει σε θυμωμένο Νοέμβρη ή σε ήπιο Φλεβάρη. Ο ουρανός είχε βαρύνει και πλησίαζε απειλητικά τη γη, ο αέρας – όχι πολύ δυνατός, αλλά επίμονος - τρύπωνε απροσκάλεστος μέσα από τα ρούχα και η βροχή θα ξεκινούσε – μαλακή – από στιγμή σε στιγμή. Κοίταξα με παράπονο τα λευκά ρούχα στην κρεμάστρα και φόρεσα κάτι ζεστό που βρήκα πρόχειρο στην ντουλάπα. Δεν ήταν καιρός για σημειολογία, δεν γινόταν να πάω ασπροντυμένη και βρεγμένη.
 »Τότε συνειδητοποίησα ότι με το να απασχολώ το μυαλό μου με την εμφάνισή μου, απέφευγα να αντιμετωπίσω τις πιο βαθιές ανησυχίες μου. Συνηθισμένες άμυνες του νου. Ανακουφίζεσαι ανησυχώντας για τα περιφερειακά για να μην κοιτάξεις κατάματα το κεντρικό. Πώς όταν την άλλη μέρα σε περιμένουν καθοριστικές γραπτές εξετάσεις κι εσύ βασανίζεσαι όλο το βράδυ με εφιάλτες ότι δεν χτύπησε το ξυπνητήρι, ή ότι δεν πρόλαβες και κλείσανε οι πόρτες αφήνοντάς σε επ’ έξω, ή ότι δεν βρίσκεις την αίθουσά σου μέσα σε κάποιον λαβύρινθο ή τέλος πάντων ότι τελειώνει το στυλό σου και δεν μπορείς να γράψεις;
» Γιατί, η αλήθεια είναι, πώς το σημείο αιχμής δεν ήταν η εμφάνισή μου αλλά οι αγεφύρωτες σιωπές.  Πώς επικοινωνείς με κάποιον μετά από τόσον καιρό; Πώς καλύπτεις τα κενά του χρόνου; Πώς αντιμετωπίζεις την αναπόφευκτη αμηχανία; Πώς θα μπορούσα να βρω σημεία επαφής, εγώ η καλοαναθρεμμένη στεριανή με τον σκληροτράχηλο ναυτικό; Θα ήταν εύκολο να λακίσω ή θα εγκλωβιζόμουν σε μια διαδικασία του τύπου: « όλα καλά λοιπόν…» και « αααυτά…»; Μα ούτε για μια στιγμή δεν μου πέρασε από το μυαλό να ακυρώσω τη συνάντηση. Το ρίσκο ήταν όλη η γοητεία.
» Δυο ώρες μου μιλούσε χωρίς διακοπές. Εγώ είχα κρατήσει συνειδητά τον ρόλο της ακροάτριας. Ο λόγος του, ρευστός, κυλούσε αβίαστα και φυσικά γεφυρώνοντας  το μεσοδιάστημα. Και λίγο-λίγο ο κλειστοφοβικός, υπόγειος χώρος, με έντονη τη μυρωδιά παλιού βιβλίου, ψήλωσε κι έγινε καράβι τρικάταρτο που με ταξίδευε σε μέρη εξωτικά – με την κυριολεξία της λέξης: έξω από τον κόσμο μου. Εκείνος κουμαντάριζε παράτολμα το πλοίο, αλλά εγώ δεν ζαλιζόμουν – παρόλο που ήμουν προσηλωμένη στις αντένες μη χάσω κανένα σήμα. Ασφαλής  ένιωθα γιατί όλα ήταν απλώς αφήγηση – ζωντανή και ευρηματική, αλλά πάντως παρελθόν.
» Ήταν επιλογή του η αναμέτρηση με την φουρτούνα. Δεν άραξε στο πανέμορφο λιμανάκι της επιτυχίας. Όταν έφθασε εκεί, μηδένισε το κοντέρ και ξεκίνησε από την αρχή κάνοντας κάτι για το οποίο δεν ήταν εκπαιδευμένος, μπήκε σ’ ένα χώρο που τού ήταν άγνωστος και που κανείς δεν τον αναγνώριζε, δεν περπάτησε σε χαραγμένα μονοπάτια, εξουθενώθηκε ξελογγιάζοντας με τα χέρια του  και άνοιξε  δικές του ατραπούς. Με μια βαλίτσα στο χέρι πήρε τους δρόμους  πουλώντας αέρα και λόγια. Στην πραγματικότητα πλασάριζε   τον εαυτό του, τις ικανότητές του – είχε πάντα μεγάλη ευχέρεια σ’ αυτό, είναι αλήθεια. Κατάφερε να στήσει κάτι αποκλειστικά δικό του που το καμάρωνε με την περηφάνια του δημιουργού. Σ’ αυτό το λιμάνι έχει μείνει αραγμένος. Δεν βάζω στοίχημα πόσο θα αντέξει ξέμπαρκος.
» Κι εγώ, όλη αυτή την ώρα, να αναρωτιέμαι πού χάσαμε τη μπάλα – ως γενιά – και δώσαμε λάθος πρότυπα στα παιδιά μας και ευνουχίσαμε τον νεανικό τους δυναμισμό, και τα τρομοκρατήσαμε επισείοντας ως φόβητρο τον ίλιγγο της τόλμης, και ανυψώσαμε την ασφάλεια σε υπέρτατο αγαθό – λες και μπορεί κανείς να υπογράψει συμβόλαιο ότι θα είναι πάντα ασφαλής, όσες εκπτώσεις ονείρων κι αν κάνει. Και φτάσαμε στο θλιβερό σημείο, να τα βλέπουμε να υποβάλλουν τα ογκώδη βιογραφικά τους αναζητώντας μια μόνιμη θεσούλα εργασίας που κι αυτή δεν θα την πάρουν αν δεν ταπεινωθούν παρακαλώντας. Πώς να αγαπήσουν μια τέτοια δουλειά, πώς να της δοθούν, πώς να είναι δημιουργικά μέσα σε ένα χώρο που τα κάνει να ασφυκτιούν και που τα ωθεί στο να ονειρεύονται τη σύνταξη, αντιστρέφοντας πλήρως τις αξίες γιατί η δουλειά είναι ζωή και η σύνταξη απαρχή θανάτου.
» Είχα πάντα την απορία πώς μπορεί και διαβάζει τις σκέψεις μου, πόσο διάφανη ήμουν μπροστά του. Επαληθεύτηκα για μια ακόμη φορά  όταν, χωρίς να καταλάβω το πώς,   βρεθήκαμε να μιλάμε για θάνατο. Κι άσχετα που δεν συμφωνήσαμε ούτε σ’ αυτό, ένιωσα μέσα μου μια βαθιά χαρά γιατί αν με κάποιον έχεις μοιραστεί τέτοιες κουβέντες, είναι σίγουρο ότι δεν πρόκειται να τσακωθείς ποτέ πια.  Είχα την αίσθηση ότι μού έκανε χώρο να τον δω. Κι όμως δεν τον είδα, γιατί τελικά μου απαγόρευσε να τον δω.
» Ξαφνικά, χωρίς να σταματήσει να μιλάει, έκανε μια ενστικτώδη κίνηση. Η παλάμη του αγκάλιασε το ποντίκι. Η μαύρη οθόνη, που τόση ώρα βρισκόταν σε κατάσταση αναμονής, φωτίστηκε και η γνώριμη προσωπική του σελίδα στο facebook έκανε την εμφάνισή της μπροστά στα έκπληκτα μάτια μου. Τι να υποθέσω; Ήταν εθισμένος; Αστραπιαία ήρθε στο νου μου η σοκαριστική πληροφορία που είχα πρόσφατα διαβάσει: “ Είναι πια συνηθισμένο φαινόμενο να βλέπεις ανθρώπους στην κηδεία προσφιλών τους να κοιτάζουν στο i-phone για να ενημερωθούν για τις τροφοδοσίες  των επαφών τους στις σελίδες κοινωνικής δικτύωσης”. Ή μήπως μού έδειχνε ότι η συνέντευξη είχε τελειώσει; Αυτό ήταν το δικό του «φύγε»!
»Τινάχτηκα σαν ελατήριο. “ Ώρα να πηγαίνω”. Δεν προσπάθησε να με εμποδίσει. Φιληθήκαμε σταυρωτά υποσχόμενοι “ να τα ξαναπούμε καμιά μέρα”. Πόση αλήθεια μπορεί να κρύβεται κάποτε μέσα στις κοινότοπες εκφράσεις. Έπειτα, σαν μόλις να το θυμήθηκε εκείνη τη στιγμή, άνοιξε ένα συρτάρι και έβγαλε ένα – τεχνητά οξειδωμένο και παλαιωμένο –  δίφυλλο χαρτί  με ένα ποίημα τυπωμένο μέσα. Απήγγειλε με ορθοφωνία και θεατρικό στήσιμο τον πρώτο στίχο και σταμάτησε κοιτάζοντάς με στα μάτια. Θυμήθηκε άραγε ότι δεν μού αρέσει ο Εμπειρίκος ή είδε στο βλέμμα μου ότι είχα ήδη φύγει; Δεν συνέχισε πάντως, μόνο μού το πρόσφερε.

- Είναι πολύτιμο. Είσαι σίγουρος ότι το δίνεις στα κατάλληλα χέρια;

 - Γιατί υποτιμάς τον εαυτό σου;

- Ξέρεις ότι δεν συμπαθώ τον ποιητή, ποιος σού λέει ότι δεν θα το πετάξω στον πρώτο κάδο που θα συναντήσω;

-Δικό σου είναι, ότι θέλεις το κάνεις. Εγώ πιστεύω ότι θα το διαβάσεις στον δρόμο της επιστροφής.

 Στον δρόμο της επιστροφής!

Πού με οδηγούσε με μαθηματική ακρίβεια στον κόσμο που ανέκαθεν μου ’πρεπε: στη στέρεα γη.
    

2 σχόλια:

  1. Μεταφορέ-Εκδρομέ ο Μήτσος19 Αυγούστου 2011 - 7:56 μ.μ.

    Το είχα διαβάσει, κατά τύχη, δύο μέρες μετά την ανάρτησή του.
    Πριν από 10 μέρες η ανάγνωση ήταν άλλη.
    Δυοίν θάτερον γράφει ο Ευνόμιος, ή την ενέργειαν άπρακτον είναι του Θεού, ή το έργον αγέννητον.
    Ο Καβάφης βέβαια, που τα ήξερε απ' έξω κι ανακατωτά όλα αυτά τα τσιτάτα, αποφεύγει αριστοτεχνικά αυτές τις μικρές παγίδες.
    "Και κάθομαι και απελπίζομαι τώρα εδώ. Άλλο δεν σκέπτομαι: τον νουν μου τρώγει αυτή η τύχη·"
    Ετσι λοιπόν αποφάσισα να μην το ξανατρέξω το κείμενο σήμερα.
    Το υποσχέθηκα κιόλας. Είχα και επιχειρήματα, έχω δουλειές να κάνω, γνωστά κείμενα θα κάθομαι να διαβάζω τώρα !!
    Για να χαρώ τουλάχιστον την παραβίαση της υπόσχεσης.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Τι κρίμα να επικαλείσαι Αρχαίους για να κλείνεις τ αυτιά σου...

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Οι κουβεντούλες μας