![]() |
Μήνες τώρα πολεμούσε, χωρίς επιτυχία όμως, να θυμηθεί τους στίχουςκάποιου ποιήματος. Ήταν τεχνοκράτης, δεν ήταν λάτρης της ποίησης και δεν θυμόταν ούτε ποιητή, ούτε τίτλο, ούτε συλλογή. Καλά-καλά δεν ήξερε αν υπήρχε τέτοιο ποίημα. Μα οι στίχοι που είχε δει –πολλά χρόνια πριν- σ’ ένα μπλε μαθητικό τετράδιο ανάμεσα σε ασκήσεις γεωμετρίας τον είχαν γητέψει. Ίσως εξ αιτίας της απρόσμενης θέσης τους -μάλλον όμως επειδή το τετράδιο ήταν δικό της.
Εκείνη επιβεβαίωσε την πρώιμη αγάπη της για την ποίηση, αλλά αρνήθηκε κατηγορηματικά πως ανακάτευε μαθηματικά με ποίηση. «Θα ήταν έλλειψη στιλ», δήλωσε γελώντας. Μ’ εκείνο το αυτάρεσκο γέλιο, οπως το θυμόταν από παλιά, μα που τώρα του φάνηκε νοθευμένο με μια σταξιά απαξίωσης.
Ο ίδιος, όμως, είχε απομνημονεύσει την εικόνα του χειρόγραφου με τα στρογγυλά, καλλιγραφικά γράμματα κι η μνήμη του δεν είχε λόγο να του παίζει απατηλά παιχνίδια.
Εκείνη, όταν κατάλαβε πόση σημασία έδινε στο γεγονός, προσπάθησε να διασκεδάσει τις εντυπώσεις. «Ξέρεις, δα, πώς χτίζεται η μνήμη. Φτιάχνεις ένα φαντασιακό γεγονός και την άλλη μέρα προσθέτεις κάτι… και ξανά… και το οικοδόμημα ψηλώνει... και πλαταίνει και γίνεται σιγά-σιγά “βίωμα” που το περνάς γι αληθινό.»
Δεν είχε λόγους ν’ αμφισβητεί τον ορθολογισμό της μα ήταν η μνήμη της απέναντι στη δική του και θα την υπερασπιζόταν μέχρις εσχάτων. Αν μόνο κατάφερνε να θυμηθεί ένα στίχο… Σε κάποιες εκλάμψεις του ’ρθαν σπαράγματα φράσεων: «Ένα κοχύλι στο αριστερό του αυτί», ή «με την αλμύρα του έρωτα και τον καημό της θάλασσας». Η μηχανή αναζήτησης στεκόταν παγερά αρνητική. «Δεν βρέθηκαν αποτελέσματα.»
θέλοντας και μη αποδέχθηκε την ήττα κι έπαψε ν’ ασχολείται με το γεγονός. Ή έτσι νόμισε.
∰ ∰ ∰
Η Άνοιξη έφτασε, όπως πάντα, στην ώρα της. Τα μάτια στα κλαδιά φούσκωσαν σαν το στήθος δωδεκάχρονης κι ενώ αποβραδίς καληνύχτισε τα δέντρα του κήπου του μέσα στην ξύλινη γύμνια τους, σαν ξύπνησε τα βρήκε κάτασπρα. Τα άνθη εκπλήρωσαν τον σκοπό τους, η στιλιστική επιλογή των δέντρων έγινε το πράσινο, καιρός ήταν πια ν’ αξιολογήσει το αποτέλεσμα της όλης διεργασίας: την καρποφορία.
Η κερασιά τον απογοήτεψε. Πολύς θόρυβος για το τίποτα. Πολλή άχρηστη ομορφιά. Μετρημένα στα δάχτυλα τα λιλιπούτια μπαλάκια.
Κι η ροδακινιά δεν ήταν στα καλύτερά της. Στοιχημάτιζε, όμως, πως το καλοκαίρι θα μοιραζόταν αρκετούς χυμώδεις καρπούς με τους μπάμπουρες, που διεκδικούσαν τα καλούδια του κήπου του λες κι ήταν νοικοκύρηδες.
Οι δύο βερικοκιές του όμως! Τι ευλογία! Πλήθος αμέτρητο οι ανοιχτοπράσινοι, ελαφρά χνουδωτοί καρποί. Τους φαντάστηκε ώριμους, χρυσοκόκκινους, αισθάνθηκε τη γλύκα τους στον ουρανίσκο και ξεροκατάπιε.
Θα ’χουμε πρώιμους καρπούς εφέτος.
Πώς το ’πες αυτό;, αυτοσαρκάστηκε. Θα ’χουμε μπόλικους καρπούς εφέτος, θέλεις να πεις.
Όχι… όχι αυτό δεν είναι πρόβλεψη, είναι στίχος.
ΣΤΙΧΟΣ!!!!
Όρμησε στο σπίτι και στάθηκε απέναντι στην οθόνη.
Σύνθετη αναζήτηση.
Κλικ.
Με την ακριβή φράση.
Κλικ.
Πληκτρολόγησε: «Θα ’χουμε πρώιμους καρπούς εφέτος.» Enter.
Φως!
Ιλαρό!
Οδυσσέας Ελύτης.
«Η αυτοψία.»
Σκωτσέζικο ντους.
Οι πρώτοι στίχοι δεν του θύμιζαν.
Μα…
Στον εγκέφαλο τίποτε, πάρεξ μια ηχώ ουρανού καταστραμμένη.
Οι επόμενοι στίχοι, χρόνια καταπλακωμένοι από τόνους νεώτερης πληροφορίας, αναδύθηκαν από τη μνήμη με την ορμή μάγματος που αναδύεται από κοιμισμένο ηφαίστειο που αποφάσισε να ξυπνήσει.
Οι στίχοι του μπλε τετραδίου.
Για κάποιο λόγο είχαν γραφτεί εκεί μόνο οι μισοί.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Οι κουβεντούλες μας