Παρασκευή, 20 Μαΐου 2011

…Να μην ξεχάσουμε και τον Σεφέρη




Ο επιβλητικός πενηντάρης έφτασε στο νησί με το καράβι, μια γελαστή μέρα του Σεπτέμβρη, έχοντας στις αποσκευές του το έγγραφο της προαγωγής: Γυμνασιάρχης του μοναδικού – εξατάξιου, τότε - Γυμνασίου του νησιού. Κοίταξε γύρο του εξεταστικά.Η αίσθηση ήταν άμεση :αυτός ο τόπος, που επρόκειτο να τον φιλοξενήσει για τα επόμενα πέντε χρόνια, απέπνεε  ένα άρωμα πολιτισμού. Άραγε πόσο δικαιολογημένη ήταν η φήμη του ως «φιόρο του λεβάντε»; Άφησε να το ανακαλύψει αργότερα. Τώρα, από επαγγελματική διαστροφή, προείχε το να αναζητήσει το σχολείο. Ήθελε να σχηματίσει άποψη για τον χώρο πριν παρουσιαστεί, αύριο, επίσημα συνοδευόμενος από τον επιθεωρητή.

Αντίκρισε  ένα μεγάλο κτίριο, καινούργιο, μετασεισμικό, χωρίς κάποιο ιδιαίτερο αρχιτεκτονικό στιλ, χτισμένο σε δύο ορόφους και σε δύο επάλληλα επίπεδα. Σχηματίζονταν έτσι δύο προαύλια που, μια και πέτυχε ώρα διαλείμματος, έσφυζαν από νεανική ζωντάνια. Περισσότερο τιθασευμένη στο επάνω – προορισμένο για τα κορίτσια – μάλλον ανεξέλεγκτη στο κάτω. « Σωστή πολιτική», σκέφτηκε, «δεν βάζεις τα φρύγανα μαζί με την φωτιά». Τα νιάτα όμως είναι πάντα νιάτα και κάποιες μαθήτριες σκύβοντας από τα κάγκελα ακκίζονταν με τους συμμαθητές τους. « Αυτό θα αλλάξει. Οι εφημερεύοντες καθηγητές πρέπει να ακροβολίζονται και να εμποδίζουν τέτοιες επαφές».  Έψαξε με το μάτι για τους επόπτες και διέκρινε μόνο μια ζουμερή σαραντάρα που τα αγόρια την αποκαλούσαν με αρκετή οικειότητα: «μαντεμουαζέλ». Χαμογέλασε. Πάντα συμπαθούσε τις καθηγήτριες των γαλλικών. Είχαν μια ιδιαίτερη κουλτούρα. Την ξανακοίταξε. Καλοκαμωμένη! «Διαθέσιμη», στοιχημάτισε με τον εαυτό του, «θα τα πάμε καλά οι δυο μας.» Η πρόβλεψη του έφτιαξε την διάθεση.

Παρόλο που είχε αδυναμία στις γυναίκες – ή ίσως ακριβώς γι αυτό – δεν είχε παντρευτεί. Γευόταν τους ξένους καρπούς που κατακτούσε χωρίς  ιδιαίτερη αντίσταση. Ήταν ακόμα, ομολογουμένως, όμορφος άντρας. Ευθυτενής, με αγέρωχη στάση σώματος, λεβέντικο παράστημα  και με εκείνα τα χαρακτηριστικά πυκνά φρύδια που τον έκαναν να μοιάζει στον Κωνσταντίνο Καραμανλή παίρνοντας κάτι από την αίγλη του. Παθιασμένος με την δουλειά του, ένιωθε ιερές τις στιγμές που προσπαθούσε να μεταγγίσει την αγάπη του για τα μαθηματικά στους ανήλικους μαθητές του. Κι αν έπιανε τ’ αυτί του τους μαθητές να ψιθυρίζουν πίσω από την πλάτη του,  αποκαλώντας τον Ευκλείδη», κρυφοχαμογελούσε. Δεν ήταν κι άσχημο για παρατσούκλι.  Κι αν έπιανε τις δεκαεπτάχρονες μαθήτριες να τον κοιτάζουν λιγωμένα, ποτέ δεν μπόρεσε να μάθει αν τις είχε συνεπάρει η ομορφιά της απλότητας της Ευκλείδειας γεωμετρίας ή η προσωπική του γοητεία. Σε κάθε περίπτωση κρυφοκαμάρωνε, αλλά ποτέ δεν το εκμεταλλεύτηκε. Ένιωθε τους μαθητές παιδιά του και θεωρούσε την αιμομιξία θανάσιμο αμάρτημα.

Με τον καιρό έγινε ιδιαίτερα σεβαστός στην τοπική κοινωνία η οποία εκτιμούσε το ειλικρινές ενδιαφέρον με το οποίο αντιμετώπιζε τη λειτουργία του σχολείου και εύρισκε σοφή την  διοίκησή του που χαρακτηριζόταν από σιδερένια πυγμή και ανυποχώρητη αυστηρότητα. Υπήρχαν νόμοι και κανόνες που κανείς – μαθητής ή καθηγητής ή βοηθητικό προσωπικό - δεν μπορούσε ατιμώρητα να τους παραβαίνει. Η φιλοσοφία του ήταν να μη μένει το σχολείο περιχαρακωμένο στο στενό του πλαίσιο, αλλά να ανοίγεται στην κοινωνία, αποκτώντας έτσι την έξωθεν καλή μαρτυρία, αποδεικνύοντας περίτρανα την υπεραξία της μόρφωσης. Στόχος του ήταν να αποτελεί το σχολείο παράγοντα πρώτου μεγέθους στα πολιτιστικά δρώμενα του νησιού. Γι αυτό ήταν ιδιαίτερα απαιτητικός ως προς την άψογη πραγματοποίηση των εξωδιδακτικών δραστηριοτήτων.
Από γυμναστικές επιδείξεις μιας αλλοτινής εποχής

 Οι  διμοιρίες  των παρελάσεων – που παρακολουθούσε με καμάρι από την εξέδρα των επισήμων - είχαν αψεγάδιαστη στοίχιση και στρατιωτικό βηματισμό. Οι  γυμναστικές επιδείξεις – χάρις στις εξαντλητικές πρόβες - εκτελούνταν με αρτιότητα και κομψότητα. Οι  θεατρικές παραστάσεις χαρακτηρίζονταν από αισθητική τελειότητα και γίνονταν αντικείμενο συζήτησης πολύ καιρό μετά την παρουσίασή τους. Ο τυπογράφος του νησιού – κατόπιν εντολών του – έδειχνε ιδιαίτερη επιμέλεια κατά την εκτύπωση του μαθητικού περιοδικού το οποίο έτσι αποκτούσε καλαίσθητη εξωτερική εμφάνιση. Κι όσο για το περιεχόμενο, τα κείμενα των μαθητών επιλέγονταν μετά από προσεκτικό ψιλοκοσκίνισμα από την συντακτική επιτροπή, τους υπεύθυνους καθηγητές και τον ίδιο τον Γυμνασιάρχη, που είχε τον ρόλο συντονιστή. Τα εγκωμιαστικά σχόλια που ακούγονταν μετά από κάθε  συναυλία της μαντολινάτας του σχολείου, που δίνονταν στο κατάμεστο πνευματικό κέντρο, αποκτούσαν ιδιαίτερη βαρύτητα, ως προερχόμενα από ένα απαιτητικό κοινό με μια κληρονομική μουσική κουλτούρα που η αρχή της χανόταν στο βάθος των γενεών.

Κι αν κάποιοι τον αποκαλούσαν απρόσιτο μπορεί και να είχαν δίκιο, μια και το γραφείο του αποτελούσε τα άδυτα των αδύτων και κανείς δεν περνούσε το κατώφλι του εύκολα. Μόνο οι υπόλοιπες αρχές του τόπου, ο Δήμαρχος, ο τοπικός βουλευτής, ο Νομάρχης, ο αστυνομικός διοικητής, κάποιες φορές συσκέπτονταν εκεί, πίσω από κλειστές πόρτες. Σίγουρα δεν ήταν ο κοινωνικός άνθρωπος που ανακατεύεται με το πλήθος χαϊδεύοντας αυτιά και κολακεύοντας εγωισμούς - δεν θα έκανε ποτέ για πολιτικός. Άφηνε το έργο του να μιλάει για λογαριασμό του και έμενε με την ικανοποίηση της αποδοχής. 

Στο τέλος εκείνης της χρονιάς – βρισκόμαστε στο ’63 - οι εφημερίδες έγραψαν διθυραμβικά σχόλια για το Νόμπελ λογοτεχνίας που δόθηκε στον Σεφέρη. Ποιος ήταν, πάλι, αυτός ο Σεφέρης; Η ποιητική του παιδεία περιοριζόταν σε Παλαμά,  Δροσίνη, Πολέμη,  και ιδιαίτερα – από τότε που μετακόμισε στο νησί –  Σολωμό. Πώς δεν είχε ακούσει ποτέ γι αυτόν τον καινούργιο ποιητή; Πώς  έμοιαζαν τα ποιήματά του; Ούτε λόγος να γίνεται πως θα περιέχονταν στα σχολικά βιβλία. Διάβασε κάποια στις εφημερίδες. Οι στίχοι τον ξένιζαν. Ανοίκειος τρόπος γραφής, με ελεύθερο στίχο, χωρίς τη φόρμα των τετράστιχων, χωρίς ομοιοκαταληξία.  « Για ένα πουκάμισο αδειανό, για μιαν Ελένη». Τι παράξενος στίχος! Μα ένα Νόμπελ είναι μια ανώτατη πνευματική διάκριση που έκανε το στήθος του να φουσκώνει από εθνική περηφάνια που ήθελε να την μοιραστεί με τους μαθητές του. Ετοίμασε ένα λογύδριο που εκφώνησε μετά την πρωινή προσευχή τονίζοντας ότι η βράβευση θα μπορούσε να αποτελέσει την απαρχή μιας εποχής όπου η Ελλάδα θα αποκτούσε μια αξιόλογη παρουσία στο σύγχρονο πολιτιστικό γίγνεσθαι, χωρίς να χρειάζεται να επικαλείται διαρκώς το κλασσικό παρελθόν της. Δεν εισέπραξε την ανταπόκριση που περίμενε. Δεν είδε να τους συνεπαίρνει το μεθύσι του οράματός του.

Π
ολλά χρόνια αργότερα – Ιούνιος του ’87 – στο καφενείο των συνταξιούχων ένιωθε την πικρή γεύση του παράπονου στο στόμα.

Όχι πως δεν πανηγύρισε  κι εκείνος την νίκη της εθνικής μπάσκετ και την κατάκτηση του πανευρωπαϊκού πρωταθλήματος...
Όχι πως δεν παρακολούθησε, από την τηλεόραση, με κομμένη ανάσα εκείνο τον αξέχαστο τελικό Ελλάδα- Σοβιετική Ένωση στο στάδιο ειρήνης και φιλίας όπου το σκορ ανατρεπόταν από στιγμή σε στιγμή...
Όχι πως δεν ένιωσε την αδρεναλίνη του να εκτινάσσεται στα ύψη κατά τη διάρκεια της παράτασης... Όχι πως δεν τινάχτηκε αυθόρμητα όρθιος με τα χέρια ψηλά ζητωκραυγάζοντας όταν στον ηλεκτρονικό πίνακα εμφανίστηκε το τελικό  103-101...
Όχι πως δεν μαγεύτηκε από την επανάληψη της ιστορίας του Δαυίδ και του Γολιάθ: η παθιασμένη ομάδα μιας μικρής χώρας που ποθούσε να χαρίσει στον λαό, που την είχε λατρέψει, το πρώτο της τρόπαιο είχε νικήσει, κόντρα σε κάθε πρόβλεψη, μια θρυλική ομάδα που ήθελε να προσθέσει έναν ακόμα τίτλο στη συλλογή της και να διατηρήσει την αίγλη του αήττητου...

Αλλά… να!

 Βλέποντας  τη λαοθάλασσα που ξεχύθηκε ακράτητη, από τις συνοικίες προς το κέντρο αμέσως μετά το τέλος του αγώνα, μεθυσμένη από τον εθνικό θρίαμβο, συνεπαρμένη από την επιτυχία, εθνικά περήφανη  για την διάκριση …

Ακούγοντας τις ξέφρενες ιαχές, τον εκκωφαντικό πανηγυρικό ήχο από τις καραμούζες, τις κωδωνοκρουσίες…

 Παρακολουθώντας τα σφιχταγκαλιάσματα αγνώστων, τη λάμψη της ομαδικής χαράς στα βλέμματα, την αποθέωση του Γκάλη και των άλλων παιδιών….

Δεν μπόρεσε να αποφύγει τη σύγκριση. Γιατί το Νόμπελ δεν στάθηκε ικανό να συνεγείρει τα πλήθη; Πού κρύφτηκε η υπεραξία του πνεύματος; Μήπως εμείς οι δάσκαλοι δεν κάναμε ό,τι οφείλαμε για να μπουν οι αξίες στη σωστή ιεραρχία; Εκείνος, βέβαια, είχε ήσυχη τη συνείδησή του. Κατάλαβε ότι είχε χρέος να γνωρίσει στους μαθητές τον ποιητή κι επειδή ούτε ο ίδιος, αλλά ούτε και οι φιλόλογοι του σχολείου ήταν σε θέση να αναλάβουν αυτό το έργο κατέφυγε σε άλλη λύση.

Θυμήθηκε τον συνάδελφο από το προηγούμενο σχολείο του. Παθιασμένος φιλόλογος και ερασιτέχνης ποιητής που δεν εύρισκε εκδοτικό οίκο πρόθυμο να εκδώσει τους στίχους του . Δεν ανέπτυξαν ποτέ φιλικές σχέσεις – ήταν τόσο διαφορετικοί – όμως υπήρχε μια αμοιβαία εκτίμηση του ενός για την δουλειά του άλλου. Σε κάποιες κρασοκατανύξεις του συλλόγου των καθηγητών – αντροπαρέα – συνήθιζαν να αλληλοπειράζονται:
- Απορώ πώς θέλεις να λέγεσαι ποιητής χωρίς να λατρεύεις τις γυναίκες. Γίνεται τέχνη χωρίς μούσες;
- Κοίτα ποιος μιλάει! Κάποιος  που τρέχει διαρκώς γύρο από τον ποδόγυρο, αλλά τα βράδια αντί να ονειρεύεται καμπύλες γυναικών, τα όνειρά του στοιχειώνουν καμπύλες γεωμετρίας: ελλείψεις και παραβολές και υπερβολές.

Του έγραψε και τον προσκάλεσε στο νησί να διδάξει στους μαθητές της τελευταίας τάξης – κλασσικό αλλά και πρακτικό – ένα ποίημα του Σεφέρη. Προσπάθησε να τον δελεάσει: « Το νησί θα σου αρέσει. Θα κάνουμε μαζί έναν χαλαρωτικό περίπατο από τη Χώρα στον λόφο του Στράνη, στον ειδυλλιακό χώρο  όπου ο Σολωμός εμπνεύστηκε τους  “ελεύθερους πολιορκημένους”. Εκεί θα σε αφήσω μόνο. Αν σ’ αυτό το, συναισθηματικά φορτισμένο, πανέμορφο τοπίο δεν εμπνευστείς ένα ποίημα ωραιότερο από την “Ελένη”, να μη με ξαναπούν “Ευκλείδη”.

 Ανταποκρίθηκε περισσότερο πρόθυμα απ' όσο θα περίμενε. Η ιδέα ήταν να κάνει μια δειγματική διδασκαλία ποιήματος στους μαθητές, με την παρουσία των διδασκόντων, και στη συνέχεια να γίνει σχολιασμός του εγχειρήματος με τους φιλολόγους του σχολείου. Του  ζήτησε πολύ προσεκτικά - μη νομίσει ότι μπαίνει με ελεγκτική διάθεση σε ξένα χωράφια - την συγκατάθεση να παρακολουθήσει το μάθημα για την προσωπική του καλλιέργεια. Κοίτα να δεις που κολακεύτηκε – τελικά σε όλους αρέσει το «έξω». Το ποίημα που πήρε στα χέρια του – χειρόγραφο βγαλμένο με καρμπόν σε αντίγραφα - ήταν από το ημερολόγιο καταστρώματος Γ.



ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΣΤΗΝ ΚΥΠΡΟ


Η μικρή κουκουβάγια ήτανε πάντα εκεί
σκαρφαλωμένη στ' ανοιχτάρι τ' Άγιου Μάμα,
παραδομένη τυφλά στο μέλι του ήλιου
εδώ ή αλλού, τώρα, στα περασμένα: χόρευε
μ' ένα τέτοιο ρυθμό το φθινόπωρο.
Άγγελοι ξετυλίγανε τον ουρανό
και χάζευε ένας πέτρινος καμαροφρύδης
σε μια γωνιά της στέγης.
Τότες ήρθε ο καλόγερος· σκουφί, κοντόρασο, πέτσινη ζώνη,
κι έπιασε να πλουμίζει την κολόκα.
Άρχισε απ' το λαιμό: φοινικιές, λέπια, και δαχτυλίδια.
Έπειτα, κρατώντας στην πλατιά παλάμη τη στρογγυλή κοιλιά,
έβαλε τον παραυλακιστή, τον παραζυγιαστή, τον παραμυλωνά,
και τον κατάλαλο·
έβαλε την αποστρέφουσα τα νήπια και την αποκαλόγρια·
και στην άκρη, σχεδόν απόκρυφο, τ' ακοίμητο σκουλήκι.
Ήταν ωραία όλ’  αυτά, μια περιδιάβαση.
Όμως το ξύλινο μαγγανοπήγαδο —τ' αλακάτιν
κοιμισμένο στον ίσκιο της καρυδιάς
μισό στο χώμα και μισό μέσα στο νερό,
γιατί δοκίμασες να το ξυπνήσεις;
Είδες πως βόγκηξε. Κι εκείνη την κραυγή
βγαλμένη απ' τα παλιά νεύρα του ξύλου
γιατί την είπες φωνή πατρίδας;


Όταν η διδασκαλία τελείωσε, οι μαθητές αποχώρησαν, και οι φιλόλογοι πέρασαν στην αίθουσα συνεδριάσεων, πλησίασε να τον ευχαριστήσει και εκείνος ζήτησε  τις εντυπώσεις του. Τού απάντησε ότι έζησε μια μυσταγωγία, με την έννοια της μύησης, γιατί ενώ πήρε στο χέρι του ένα ποίημα  που μόνο ερωτηματικά τού δημιουργούσε, τελικά αποδείχτηκε ένα κείμενο σφιχτοδεμένο που ήξερε τι έλεγε. «Ωστόσο», συνέχισε, « θεωρώ ότι ο ποιητής υποτιμάει τον αναγνώστη. Τού κρύβει πράγματα που με κανένα λογικό συνειρμό  δεν μπορεί να ανακαλύψει. Για παράδειγμα  εκείνη η κουκουβάγια που – αν είναι δυνατόν! – λιάζεται, προφανώς κάτι άλλο ήθελε να υποδηλώσει. Προσωπικά με πήγε στον συμβολισμό της σοφίας… στη θεά της σοφίας… στην Αθήνα. Δηλαδή μίλια μακριά από την εικόνα ενός ρόπτρου που μόνο αν είχα επισκεφτεί το μοναστήρι, ίσως να είχα παρατηρήσει.»

Τον κοίταξε σκεπτικός.
- Εσείς των θετικών επιστημών θέλετε όλα να τα περνάτε από το κόσκινο της λογικής, όλα  να τα τετραγωνίζετε, όλα  να τα εξηγείτε. Καλά κάνετε και η ανθρωπότητα σάς χρωστάει πολλά, αλλά ίσως πρέπει κάποιες φορές να βγάζετε τον μανδύα του επιστήμονα, να μάθετε να παραδίνεστε άνευ όρων στο ανεξήγητο για να μη χάνετε έτσι την αίσθηση της μαγείας.
Τού απάντησε ότι τον έχει ψυχολογήσει πολύ σωστά, ότι τού είναι εξαιρετικά δύσκολο να αποβάλει την, έμφυτη και επίκτητη ταυτόχρονα,  τάση  να ψάχνει για απαντήσεις πίσω από τις λέξεις, αλλά ας μη γενικεύει.
-Ξέρεις πολλούς δικούς σας που σκέπτονται διαφορετικά;
Κούνησε αρνητικά το κεφάλι, και με την υποψία ότι η κουβέντα τον στενοχωρούσε ειλικρινά, κάτι που δεν ήταν στις προθέσεις του, προσπάθησε να διασκεδάσει τις εντυπώσεις.
-Ας ελπίσουμε τότε στη νέα γενιά. Πρόσεξα ότι τα παιδιά ανταποκρίνονταν στα ερεθίσματα που τούς έδινες.
-Αυτοί που ανταποκρίνονταν (είχε μια ελαφριά πίκρα ανακατεμένη με περιφρόνηση ο τόνος που πρόφερε τη λέξη) είναι ακριβώς σαν εσένα. Ενδιαφέρονται μόνο να εισπράξουν απαντήσεις στα «πώς» και στα «γιατί» τους. Αν, υπήρξε εκεί μέσα κάποιος που αισθάνθηκε κάτι, να είσαι σίγουρος ότι δεν θα άνοιγε το στόμα του να μιλήσει. Πιθανόν δεν θα μάς άκουγε, γιατί θα συνομιλούσε με τον ποιητή. Αν όμως άκουγε, θα μας κοίταζε απορημένος και θα αναρωτιόταν: «μα τι λένε;»
-Τότε προς τι  η διδασκαλία;
Τον κοίταξε περίλυπος.
-Γι αυτό πληρώνομαι.


   

2 σχόλια:

  1. Μεγάλη περιπέτεια η "διδασκαλια " της λογοτεχνίας και περισσότερο της ποίησης στο σχολείο.Η μεγαλύτερη πρόκληση για έναν επί της ουσίας φιλόλογο.Εχω την αίσθηση ότι,αν ο λόγος σου γίνει περισσότερο αφαιρετικός και λιγότερο περιγραφικός,θα είναι πιο απολαυστικός.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Μυρίζομαι τον λόγο φιλολόγου.
    Μην ξεχάσεις να γράψεις όνομα την επόμενη φορά.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Οι κουβεντούλες μας