Τρίτη 18 Φεβρουαρίου 2014

Φούγκα για δύο ασύμμετρες φωνές... το μυστικό της Αίγλης


Φωτο Παναγιώτης Κούκης

Η φωνή του Μιχαλιού έσπασε με τις τελευταίες λέξεις. Φάνηκε εξαντλημένος μετά από την τόσο μεγάλη προσπάθεια που έκανε για να μιλήσει και σώπασε. Η σιωπή είναι αβάσταχτη όταν είναι τόσο συγκινησιακά φορτισμένη. Ζήτησα μια μικρή στάση για καφέ. "Φυσικά... φυσικά, οδηγείς τόση ώρα..." είπε λες και είχε μόλις ξαναγυρίσει στην πραγματικότητα.  Όταν ξαναμπήκαμε στο αυτοκίνητο τον είδα να ψάχνει νευρικά στις τσέπες του απ' όπου ανέσυρε ένα διπλωμένο φύλλο χαρτί. Το τσαλάκωσε  και το έσφιξε μπάλα στη γροθιά του σαν να ήθελε να το εξαφανίσει από προσώπου γης. Ύστερα άλλαξε γνώμη και άρχισε να το ισιώνει πάνω στον μηρό του, έτσι όπως ισιώνουν τα νεαρά κορίτσια από την Κούβα τα φύλλα του καπνού πάνω στα μελαψά μπούτια τους, μια εικόνα που φαντασιώνονται οι χρήστες καθώς απολαμβάνουν ένα πούρο Αβάνας. (Τα 'βαλα για μια ακόμα φορά με το μυαλό μου που παρήγαγε τέτοιες σαχλές και άσχετες σκέψεις αυτή τη στιγμή, το δικαιολόγησα όμως γιατί καταλάβαινα την προσπάθειά του να απωθήσει την πραγματικότητα).
Ο Μιχαλιός άρχισε να διαβάζει. Μα η φωνή του λίγο-λίγο αλλοιώθηκε και ξεθώριασε, έχασε την προσωπική της χροιά και η ηχώ που ερχόταν από το βάθος  την επικάλυπτε. Θα έπαιρνα όρκο πως δεν ήταν υποβολή και πως άκουγα την ίδια την Αίγλη.

Ψυχή τση ψυχής μου... ακριβέ μου Μιχαλιέ, 
μπορώ να διακρίνω  την έκπληξη στα μάτια σου, μπορώ να νιώσω την πίκρα στο λαιμό σου.  “ Περίλυπος εστίν η ψυχή μου έως θανάτου”.
-Δεν θα ξαναχαθούμε πια, εκτός αν το θελήσεις εσύ, είχες υποσχεθεί χωρίς να λογαριάσεις πως δεν είμαστε αυτεξούσιοι, χωρίς να υπολογίσεις τη δύναμη του μαύρου ιππότη. Μα, να, που τώρα ο θάνατος μας χωρίζει. Κανένας άλλος δεν θα το μπορούσε.

Ο Ιούλης του 2000 ήταν καυτός. Ένα κυριακάτικο πρωινό, ξύπνησα νωρίς, να εκμεταλλευτώ την πρωινή δροσιά να μαγειρέψω. Στεκόμουν όρθια πάνω από την κατσαρόλα ανακατεύοντας προσεχτικά μια μπεσαμέλ. Όλα ήταν ήσυχα, κανένα σύννεφο δεν φαινόταν στον ορίζοντα. (Εκ των υστέρων αποδείχτηκε πως βρισκόμουνα στην ηρεμία που επικρατεί στο μάτι του κυκλώνα και δεν θα αργούσα να παρασυρθώ από τη δίνη του.) Η σκέψη μου ήταν σε σένα και στην απάντηση που περίμενα με ανυπομονησία: ήσουν ή δεν ήσουν μέλος της 17Ν; Ο Άγγελος, κρατώντας μια κούπα καφέ και κατευθυνόμενος προς τη βεράντα, ήλθε αλαφροπάτητος από πίσω  και με το ελεύθερο χέρι του αγκάλιασε το αριστερό μου στήθος. Μια συνηθισμένη τρυφερότητα που, καθώς με έβγαλε από τις σκέψεις μου,  με ξάφνιασε και με έκανε να τιναχτώ. Εκείνος ασυναίσθητα έσφιξε το στήθος, να μην το χάσει λες.
-Τέτοια κάνε μου αν θέλεις να φας σβολιασμένη κρέμα…
Εκείνος χαλάρωσε το σφίξιμο, πήρε το χέρι του και τότε φάνηκε ο καφέ λεκές που είχε αφήσει πάνω στο λευκό φανελάκι που φορούσα χωρίς σουτιέν.
-Πρόσεξε καημένε, με λέρωσες με τον καφέ σου.
Κοίταξε, με την έκπληξη του αθώου που τον κατηγορούν άδικα, την παλάμη του που ήταν πεντακάθαρη και την κούπα του που ήταν άθιχτη.
-Δεν είναι καφές.
Αν δεν είναι καφές τότε τι είναι; 
Αίμα ήταν, σκοτωμένο καφετί αίμα που είχε βγει με την πίεση από τη θηλή μου.

Άρχισε μια Οδύσσεια από ιατρικές εξετάσεις, όπου η ελπίδα εναλλασσόταν με την απογοήτευση. Κάθε εξέταση που έβγαινε καθαρή μου έδινε φτερά, κάθε  σκιά αμφιβολίας που ήθελε παραπέρα διερεύνηση  με καταβαράθρωνε. Αμέτρητοι άνθρωποι έχουν περπατήσει τα ίδια μονοπάτια της δοκιμασίας. Είναι μια κάποια παρηγοριά, αλλά τελικά ο καθένας είναι μόνος μπροστά στο Γολγοθά του και μόνος θα τον αντιμετωπίσει. Κάποια στιγμή τα ψέματα τελείωσαν. Ο πατέρας είχε γράψει στο DNA  των κυττάρων μου τη φοβερή λέξη “καρκίνος”. Θυμάσαι πώς το ’λεγε ο καθηγητής βιολογίας; “ Η μείωση είναι η πρώτη ζαριά της ζωής μας”. Μια και δεν είχα νοοτροπία τζογαδόρου, η φράση με συγκλόνισε συνειδητοποιώντας πως κάποιος είχε την εξουσία να παίζει στα ζάρια τη ζωή μου, ερήμην μου.
  
Στην αρχή δεν το πιστεύεις. Κάποιο λάθος έχει γίνει. Δεν μπορεί. Ένα κακό όνειρο είναι. Σε λίγο θα ξυπνήσω και θα είναι όλα όπως πριν. Σιγά–σιγά έρχεται η αποδοχή. Και θέλεις να μάθεις λεπτομέρειες. Ανοίγεις βιβλία, ανοίγεις ιστοσελίδες, ρωτάς.  Τι είδους καρκίνος; Επιθετικός ή μη; (Καλπάζων, αποδείχτηκε ο δικός μου.) Σε πρώιμο ή προχωρημένο στάδιο; Πως αντιμετωπίζεται; Υπάρχει θεραπεία; Υπάρχει κίνδυνος μετάστασης; Αβέβαιες οι απαντήσεις: θα δούμε πώς θα αντιδράσει ο οργανισμός στην αγωγή. Αόριστες ελπίδες: έχεις μια πολύ καλή φυσική κατάσταση, δεν έχεις πάρει ποτέ φάρμακα, έζησες μ’ έναν υγιεινό τρόπο ζωής…

Ήταν σύμπτωση που τότε ακριβώς ζήτησες  τη γυμνόστηθη φωτογραφία μου; Μήπως ονομάζουμε συμπτώσεις εκείνες τις διεργασίες που δεν μπορούμε να εξηγήσουμε; Μήπως για όλα υπάρχει κάποιο σχέδιο που μας ξεφεύγει; Ας είναι... Κάτω από άλλες συνθήκες θα το είχα θεωρήσει προσβλητικό και θα είχα αρνηθεί κατηγορηματικά. Τώρα όμως ποθούσα να απαθανατίσω το στήθος μου όσο ακόμα ήταν δίδυμο και να μοιραστώ την ανέπαφη εικόνα του μαζί σου. Μια βδομάδα αργότερα, ένα χειρουργικό νυστέρι αφαίρεσε άσπλαχνα το αριστερό (εκείνο ακριβώς που είχε φωτογραφήσει με περίσσεια τρυφερότητα ο Άγγελος.) Τι σκληρό να αποχωρίζονται τα δίδυμα! Ποτέ δεν ρώτησα τι απέγινε εκείνο που δεν βρίσκεται πια στο σώμα μου από φόβο για την αποτροπιαστική απάντηση. Στο νου μου όμως έρχονταν, τις πιο ακατάλληλες στιγμές, εκείνες οι πληροφορίες για τα νοσοκομειακά απόβλητα που παράνομα καταλήγουν στις χωματερές. Εκεί βρέθηκε άραγε παραπεταμένο το αριστερό μου στήθος; Κι ενώ το υπόλοιπο σώμα μου θα ταφεί με τις ευλογίες της εκκλησίας και τα δάκρυα όσων με αγάπησαν, ένα κομμάτι του κατευθύνθηκε προς άγνωστο προορισμό άκλαυτο ακόμα και από μένα.
Άδικο!
Η  ισότητα εξακολουθεί να είναι ζητούμενο ακόμα και στη φθορά!

Απόδιωχνα  αυτές οι σκέψεις σαν περιττή πολυτέλεια. Με έκπληξη διαπίστωνα ότι ο ακρωτηριασμός μου δεν αποτελούσε το υπ’ αριθμόν ένα πρόβλημά. Κάπως έτσι δεν το λέει ο λαός; “Μακάρι να μη μας δώσει ο Θεός όσα μπορούμε να αντέξουμε!” Η έγνοια μου τώρα ήταν να περισωθεί ό,τι ήταν δυνατόν, να μην προσβάλει η αρρώστια κι άλλους ιστούς. Όσο για το χαμένο στήθος πείστηκα από πληροφορίες και μαρτυρίες ότι,  αν όλα πήγαιναν καλά, σε δυο χρόνια, η πλαστική χειρουργική θα μου χάριζε ένα ολόιδιο με εκείνο που έχασα. Δεν μπορούσα, ωστόσο, να αγνοήσω την απορία που ερχόταν απρόσκλητη στο μυαλό: ολόιδιο μόνο ως προς την εμφάνιση; Και η αίσθηση; Ο  γιατρός με καθησύχασε.
-Οι απολήξεις των αισθητήριων νεύρων βρίσκονται επιφανειακά και το δέρμα δεν το άγγιξε  το νυστέρι, το άφησε  ανέπαφο. "Μην ανησυχείς, έχεις να γευτείς κι άλλες ηδονές από το στήθος σου."

Σκέψεις.. σκέψεις..προβληματισμοί…
Ένα αξιοπρεπές τέλος!
Να πεθάνω περήφανη, όπως είχα ζήσει!
Ν’ αφήσω τη φύση, που πάντα λάτρευα, να κάνει τη δουλειά της όπως εκείνη ήξερε.
Να αποφύγω τα μπες-βγες στα νοσοκομεία.
Να μη δεχτώ τη χημειοθεραπεία με τα εξευτελιστικά της επακόλουθα.
Μα σαν έλθει η ώρα της πράξης, πρυτανεύει άλλη λογική. “Σε φώναξα για να σηκώσεις το φορτίο” είπε η γριά αντικρίζοντας το θάνατο, στο μύθο του Αισώπου.
Αποφάσισα να  δοκιμάσω τη φαρμακευτική αγωγή.
Δεν σού είπα τίποτα. Από δειλία ή από φιλαρέσκεια. Δεν θα το μάθαινες εκτός αν το ξεπερνούσα ή αν...
Ήταν φρικτό.
Ήταν επώδυνο.
Ήταν αναξιοπρεπές.
Ήταν η εξαθλίωση προσωποποιημένη.
Το σώμα μου δεν με υπάκουε. Έκανα εμετό και ένοιωθα τα σωθικά μου να θέλουν να βγουν και να χυθούν έξω. Αυτό το σώμα που πάντα θεωρούσα ναό του πνεύματoς και σαν ναό  το  φρόντιζα… Που δεν το είχα ταλαιπωρήσει με καταχρήσεις… Που είχε μάθει να καταναλώνει μόνο  αγνές φυσικές ουσίες… Κι εκείνο,  ευγνώμον για την τόση φροντίδα, μ’ ακολουθούσε σε κάθε δραστηριότητα πειθήνιο, χωρίς να διαμαρτύρεται, χωρίς να αγκομαχάει, χωρίς να λαχανιάζει. Σώμα και πνεύμα  ένα ενιαίο αρμονικό σύνολο. Πώς μας το 'λεγαν στο σχολείο; “Νους υγιής εν σώματι υγιεί”.  Τώρα απορούσε με την αλλαγή στη συμπεριφορά μου. Το ανάγκαζα να δεχτεί τα πιο ισχυρά δηλητήρια κι αντιδρούσε μανιασμένα σαν ερωτευμένος που μεταμορφώνει το δυνατό του πάθος  στο πιο τρελό μίσος. Πόλεμος γινόταν μέσα μου -το ένιωθα. Και οι πόλεμοι μόνο ηττημένους έχουν.

Όμως στα διαλείμματα –γιατί υπήρχαν κι αυτά- στο τηλέφωνο ή μέσα στον υπολογιστή μου ήσουν εσύ. Δεν ξέρεις τι ανακούφιση ήσουν για μένα. Δεν μπορείς να καταλάβεις πόση στήριξη μου έδωσες μέσα στην άγνοιά σου. Σε ευγνωμονώ που υπήρξες το αντικαταθλιπτικό μου. Φαίνεται είχα υπερεκτιμήσει την περίφημη ικανότητά σου να διαβάζεις τη σκέψη μου. Ευτυχώς αυτή τη φορά δεν λειτούργησε. Ανυποψίαστος έμεινες μέχρι τέλους χωρίς να πάρεις μυρωδιά απ’ όλα αυτά τα δραματικά. Και αυτό μου έδινε φτερά.  Όταν τα μαλλιά μου είχαν πέσει, κοιταζόμουν στον καθρέφτη και αναρωτιόμουν: “Ποια είσαι;” Ήξερα όμως ότι εσύ μου μιλούσες και μου έγραφες έχοντας στο νου σου τη δεκαοκτάχρονη συμμαθήτριά σου ή έστω την περήφανη τενίστρια της φωτογραφίας που σου είχα στείλει. 

Μετά, όταν χωρίζαμε αναπολούσα τις κουβέντες μας, τα γέλια μας, τις τρυφερότητες, τα παιχνίδια. Το καλύτερο παιχνίδι ήταν το "πού ήσουν όταν...;" Πού ήσουν όταν κηρύχθηκε η δικτατορία; Πού ήσουν όταν έγινε το πραξικόπημα στην Κύπρο και η επιστράτευση; Πού ήσουν τη βραδιά του Πολυτεχνείου; Πού ήσουν τη μέρα που παντρεύτηκα; Πού ήσουν τη μέρα που γέννησα την κόρη μου; Πού ήσουν το βράδυ του μεγάλου σεισμού στις Αλκυονίδες; Πού ήσουν τη μέρα που πήρα το διδακτορικό μου; Πού ήσουν όταν έσπασα τον αστράγαλό μου;  Πού ήσουν όταν ο Παναθηναϊκός κέρδισε τον Άγιαξ στο Γουέμπλεϊ ;  Ή το άλλο παιχνίδι με τα θεάματα. Είχαμε κρατήσει κι οι δυο προγράμματα από θεατρικές παραστάσεις  με σημειωμένη επάνω την ημερομηνία που τις είχαμε δει. Ξεφωνίζαμε από έκπληξη καθώς διαπιστώναμε ότι πηγαίναμε στις ίδιες αίθουσες: στο υπόγειο του Κούν, στο ελεύθερο θέατρο, στο πειραματικό της Ριάλδη, στο θέατρο έρευνας του Ποταμίτη... Οι ημερομηνίες ήταν απογοητευτικές. Εσύ πήγαινες συνήθως στην αρχή, εγώ, πάντα συνετή, περίμενα να παγιωθούν οι κριτικές. Υπήρχε μια παράσταση που την είδαμε με διαφορά μιας μέρας: Σάββατο εσύ, Κυριακή εγώ. Απ' όλη την έρευνα που κάναμε βγήκε πως μια φορά μόνο βρεθήκαμε στον ίδιο χώρο: στην τελευταία προεκλογική συγκέντρωση του Αντρέα Παπανδρέου, στο Σύνταγμα, λίγες μέρες πριν από τις εκλογές του Οκτώβρη του '81. Αλλά τι πιθανότητα είχαμε να συναντηθούμε μέσα σ' εκείνη τη λαοθάλασσα; Παίρναμε τα ξέφτια από τις ζωές μας και τα κάναμε στημόνι και υφάδι και υφαίναμε μια κοινή ζωή. Ένιωθα ίλιγγο παρακολουθώντας τις ακροβασίες της ζωής σου κι εσύ έλεγες πως δεν έπληττες μες στην αυστηρά δομημένη δική μου ζωή.  Κι εγώ εκείνες τις στιγμές ξεχνούσα τις τιμές τη χολερυθρίνης, τον αριθμό των αιμοπεταλίων, την άνοδο του ζαχάρου και γελούσα με τα σχέδια που κατάστρωνες για να κλέβεις βιβλία από τον Ελευθερουδάκη. Το παράλογο μας ακολουθούσε πάντα. Ήμουν ερωτευμένη και βαριά άρρωστη ταυτόχρονα. Και σήμερα ακόμα –τι αισιόδοξη αντίφαση– είμαι ερωτευμένη κι ετοιμοθάνατη. 

Η χημειοθεραπεία έφερε αποτελέσματα. Όλα φάνηκαν να διορθώνονται. Αισθανόμουν καλά, το χνούδι των μαλλιών μου πήρε να μεγαλώνει σαν μωρού παιδιού, άρχισα να κάνω περιπάτους –μια φορά μάλιστα ανέβηκα και στο σκονισμένο μου ποδήλατο. Άρχισα να κάνω σχέδια. Πόσο λίγο θέλει η ελπίδα για να βάλει σε κίνηση τη ζωή! Άρχισα να πιστεύω ότι επιτέλους θα μπορούσα να σου ζητήσω μια συνάντηση. Θα μου απαντούσες: “πάντα στη διάθεσή σου” κάνοντας μια φανταστική ρεβεράντζα και θα έμοιαζε σαν να μην είχε περάσει ούτε στιγμή από το ’68. Θα φορούσα μπλουζάκι με κλειστό λαιμό –να κρύβει εντελώς το ντεκολτέ– θα πίναμε καφέ σε κάποιο κεντράκι με θέα τη θάλασσα αλλά δεν θα κοιτάζαμε τη θάλασσα. Θα κοιτάζαμε αχόρταγα ο ένας τον άλλο, αλλά δεν θα βλέπαμε τα σημάδια του χρόνου. Θα απολάμβανα το χαμόγελό σου να κατευθύνεται αποκλειστικά επάνω μου –στα μάτια ή στο στήθος δεν θα ’χε πια σημασία-  θα βύθιζα το βλέμμα μου στα γελαστά σου μάτια, θα καμάρωνα την κοντυλένια σου μύτη. Και θα γελούσαμε! Α, πώς θα γελούσαμε!


Τρίτη 11 Φεβρουαρίου 2014

Φούγκα για δύο ασύμμετρες φωνές... εξηγήσεις


Φωτο Παναγιώτης Κούκης


»Η αλήθεια είναι πως η Αίγλη με ρωτούσε επίμονα για τη σύλληψή μου από  τη χούντα τη βραδιά που τα τανκς έσπασαν την πύλη του Πολυτεχνείου. Της είχα πει όσα μπορούσα να πω χωρίς να προδώσω το μυστικό μου. Παρέλειψα λεπτομέρειες που αναφέρονταν στην κάθε μορφής βία, στο απίστευτο ξύλο, στη βαρβαρότητα, στα βασανιστήρια –σωματικά και πνευματικά– στον καθημερινό φόβο ότι το βράδυ θα έρθουν πάλι, στα αίματα, στις μελανιές, στα πρησμένα πόδια, στην κτηνωδία. Αποσιώπησα τις απειλές, την απομόνωση, τα αποτυπώματα των τσιγάρων, τη μυρωδιά της καμένης σάρκας –αυτή η μυρωδιά δεν θα φύγει ποτέ από την ψυχή μου. Της μίλησα ωστόσο με λεπτομέρειες για τη συντροφικότητα, την αλληλεγγύη, το κουράγιο που έπαιρνα από το κουράγιο των μεγαλύτερων –23 χρόνων παιδί ήμουν–, για τους ευρηματικούς κώδικες επικοινωνίας…
-Τι θέλεις και τα σκαλίζεις; Όλα έχουν γραφτεί, όλα έχουν τραγουδηθεί. Διάβασε για τον Μουστακλή, διάβασε για τον Παναγούλη, λίγο-πολύ όλοι τα ίδια περάσαμε. Βάλε ν’ ακούσεις "τα τραγούδια του αγώνα" του Θεοδωράκη.

»Δεν της μίλησα ποτέ για κείνο το βράδυ παραμονής Χριστουγέννων του ’73. Εκείνη, ανυποψίαστη, θα γιόρταζε μέσα στην ευτυχία της άγνοιας και στη θαλπωρή της οικογενειακής σύναξης. Ο πατέρας της, κρατώντας τελετουργικά την παραδοσιακή κουλούρα, θα έφερνε τρεις βόλτες γύρο από  το τραπέζι   ψέλνοντας το:

…Δι ημάς γαρ εγεννήθη παιδίον νέον …

Ευτυχώς ο προσεκτικός υμνωδός είχε την πρόνοια να τονίσει εκείνο το “δι ημάς” αντιδιαστέλλοντάς το από το “για τους άλλους.” Γιατί εγώ φαίνεται ήμουν από τους “άλλους” και κατάλαβα πως για μένα δεν επρόκειτο να γεννηθεί Χριστός όταν άκουσα την πόρτα του κελιού ν’ ανοίγει και να μπαίνουν τρεις ορεξάτοι, βιαστικοί και εορταστικοί. Άρχισαν με μαλαγανιές:
-Δεν θα μας καθυστερήσεις, θέλουμε να κάνουμε κι εμείς Χριστούγεννα. Το ίδιο δε θέλεις κι εσύ; Μια απάντηση περιμένουμε και φεύγεις αμέσως, κύριος, και πας σπίτι σου, μέρα που ξημερώνει.

»Ποντάριζαν να με βρουν ευάλωτο λόγω της γιορτής. Δεν απαντούσα, μόνο τους κοίταζα κατ’ ευθείαν στα μάτια, μα δεν τους έβλεπα. Το βλέμμα μου τους διαπερνούσε σαν να ’ταν διάφανοι κι έμενε καρφωμένο στον απέναντι τοίχο. Όταν ψυλλιάστηκαν  πως τους αγνοούσα, εκνευρίστηκαν και το πανηγύρι άρχισε.
- Μίλα ρε πούστη, πού κρύβετε τους πομπούς;
- Μίλα ρε, θα σου κάνουμε τη μούρη κρέας.
- Μίλα ρε βυζανιάρικο, θες να μη σε ξαναπλησιάσει γυναίκα;
Άρχισαν να με  δέρνουν κι οι τρεις όπου έβρισκαν, σαν να 'μουν σάκος του μποξ. Με χτυπούσαν με μανιασμένες κλωτσιές και γροθιές που τις ένιωθα σιδερένιες. Άμαθος ήμουν και κάθε άλλο παρά ήρωας, μοναδικό μου όπλο η περιφρόνηση και το περίσσευμα αξιοπρέπειας. Προσπάθησα να βάλω σ’ εφαρμογή την προσφιλή μου μέθοδο της αφαίρεσης.
Ποιοι είναι οι τύποι των τεσσάρων εξισώσεων του Maxwell;...  Τι σημαίνει πυξ-λαξ;... Πράσιν' άλογα είναι ομόηχο του πράσσειν άλογα κι από κει προέρχεται... Πώς τέλειωνε η ταινία “το μαγαζάκι της κεντρικής οδού”;...
Κάποια στιγμή άκουσα το « κρααακ» και το αίμα τινάχτηκε σαν πίδακας από τη μύτη. Χάρηκα που πανικοβλήθηκαν κι αυτή η ευχάριστη αίσθηση ήταν η τελευταία πριν μελανιάσει ο κόσμος. Δεν ήταν συνηθισμένη πρακτική να χτυπάνε στο πρόσωπο, ωστόσο για μένα έκαναν εξαίρεση. “Τους εξόργιζε η προκλητική αρμονία του προσώπου σου”, αποφάνθηκε ο ειδικός που μου πρόσφερε ψυχολογική στήριξη τα κατοπινά χρόνια.

»Έμεινα δυο μήνες στο KΑT φρουρούμενος. Έφυγα παραμορφωμένος, μα με την ικανοποίηση πως δεν μου είχαν πάρει λέξη και πως το πνεύμα μου είχε μείνει ανέγγιχτο. Σ’ εκείνους απόμεινε η ικανοποίηση ότι μου είχαν σακατέψει το πρόσωπο, μου είχαν ρημάξει την ομορφιά. Ακολούθησε ένας  κυκεώνας πλαστικών εγχειρήσεων –ρινοπλαστική κυρίως- που όχι μόνο δεν διόρθωνε στο παραμικρό την κατάσταση, αλλά με κρατούσε στην αβεβαιότητα της αναμονής και δεν μου επέτρεπε να αποδεχτώ το αμετάκλητο και να συνεχίσω να ζω με τα νέα δεδομένα. Ώσπου πήρα την απόφαση να μην ξαναπατήσω σε χειρουργικό τραπέζι, κόντρα στις παραινέσεις των γιατρών, που επέμεναν να συνεχίσω τις προσπάθειες γιατί η επιστήμη δεν είχε ακόμα πει τον τελευταίο λόγο. Κι από τότε ηρέμησα κι εξασκήθηκα να ξυρίζομαι χωρίς καθρέφτη. Δεν παραπονιέμαι, επιλογή μου ήταν, κάποια πράγματα μπορείς να τα αποφύγεις κι άλλα όχι. Πολύ περισσότερο που η απειλή τους δεν επαληθεύτηκε.

»Αυτά τα υπέροχα πλάσματα οι γυναίκες! Δύσκολα μπορούμε, εμείς οι άντρες, να κατανοήσουμε τον ψυχισμό τους. Όταν τις πληροφορούσα για την αιτία της κακομουτσουνιάς μου -έκανα και τον δύσκολο, "τι τα θες και τα γυρεύεις", τάχα μου-, όλα τα μητρικά φίλτρα ανάβλυζαν μέσα τους, και τις μετέτρεπαν σε τρυφερές ερωμένες. Κάποιοι εξαργύρωσαν την αντιστασιακή τους δράση κερδίζοντας δημοσιότητα. (Ποτέ δεν δέχτηκα να παρουσιαστώ στα μέσα, πέρα από το φιάσκο μιας παρ’ ολίγον εμφάνισης στην τηλεόραση που ευτυχώς αποφεύχθηκε την τελευταία στιγμή). Άλλοι προχώρησαν ένα βήμα παραπέρα κι αναρριχήθηκαν –με την ψήφο του ευγνώμονος λαού– σε κυβερνητικές θέσεις. Κάποιοι εμπνεύστηκαν τραγούδια. Άλλοι έκαναν τα βιώματά τους κείμενα. Για  όλους υπήρξε κάποιο αντίδωρο. Όχι πως αυτό ήταν το κίνητρό μας τότε. Προέκυψε όμως στην πορεία. Εγώ ανταμείφθηκα πλουσιοπάροχα από τις γυναίκες. Τις χάρηκα τις γυναίκες στη ζωή μου. Το παραμορφωμένο μου πρόσωπο αντί να σταθεί εμπόδιο, αποτελούσε φωτοστέφανο που με περιέβαλε και που η χαμένη ομορφιά μου δεν θα μπορούσε να συναγωνιστεί μαζί του.

»Να... αυτά παθαίνω: παρασύρομαι και μακρηγορώ καθώς, συνειδητά και ασυνείδητα, θέλω να αποφύγω την ανάμνηση του χτες. Χτες ήταν μια από εκείνες τις χειμωνιάτικες λιακάδες –Αλκυονίδες τις λένε από παλιά– πρωί, πολύ νωρίς ακόμα. Ο πεζόδρομος της  Διονυσίου Αρεοπαγίτου, σχεδόν άδειος. Το κρύο απέτρεπε τους περιπατητές για την ώρα, μα θα έκαναν οπωσδήποτε την εμφάνισή τους αργότερα. Το φως, απαλό χάδι πάνω στις αρχαίες κολώνες, τους έδινε μια απίστευτη γλύκα. Το ίδιο φως όμως δεν μπορούσε να γλυκάνει το χρώμα των πολυκατοικιών που απρόσκλητες έκαναν την εμφάνισή τους στο οπτικό μου πεδίο. Ήταν υπερβολικά μουντό γκρίζο και καμία επίδραση δεν ήταν ικανή να αλλάξει αυτή την πραγματικότητα. Πόσες φορές είχα μελετήσει από κείνο το παράθυρο  την αλληλεπίδραση του φωτός με τα μάρμαρα! Κάθε φορά και μια διαφορετική εικόνα. Διάφανη τα πρωινά, μουντή με τη συννεφιά, δακρυσμένη με τη βροχή, μελαγχολικά λαμπερή τα φθινοπωρινά μεσημέρια, φλογισμένη τα πορφυρά ηλιοβασιλέματα, απόκοσμη στο φως των προβολέων, μαγική όταν σπάταλα τα έλουζε στο φως  τ’ ολόγιομο φεγγάρι, πάναγνη με το χιόνι. Απ’ όλες προτιμούσα εκείνη την εκτυφλωτική σκληρότητα που αποκτούσαν οι πέτρες τα καλοκαιρινά μεσημέρια όταν τις σφυροκοπούσε ανελέητα το Αττικό φως.

»Το παράθυρο του γραφείου της Αίγλης έβλεπε στη λίμνη. Μου είχε περιγράψει τη δική της πραγματεία πάνω στην επίδραση του φωτός στο χρώμα του νερού. Η σκέψη της με κέντησε και με επανέφερε σε ό,τι ήθελα να ξεχάσω. Προσπάθησα να μαντέψω. Γιατί εκείνο το απρόσωπο: κύριε Εξωτικάκη; Ποιος τρίτος έμπαινε σε μια σχέση προορισμένη αποκλειστικά για δύο;

Τίποτα δεν με είχε προϊδεάσει, δεν είχα διαπιστώσει στοιχεία φθοράς.
Κεραυνός εν αιθρία.
Ούτε καν η περίφημη διαίσθησή μου δεν με προειδοποίησε.
Καθάρισα τα γυαλιά μου.
Τέρμα με τις αναστολές.
Έπρεπε να διαβάσω το μήνυμα ό,τι κι αν ήταν αυτό.»

Κύριε Εξωτικάκη,
δεν σας γνωρίζω, αλλά υποψιάζομαι πως υπήρξατε ξεχωριστός για τη μητέρα μου. Ένα από τα τελευταία βράδια, καθώς ξαγρυπνούσα δίπλα στο κρεβάτι της, βγήκε από το λήθαργο και σε μια αναλαμπή μου ζήτησε, διστακτικά σαν κορίτσι, να σας ενημερώσω για τον θάνατό της, χρησιμοποιώντας το προσωπικό της e-mail όπου θα έβρισκα τη διεύθυνσή σας. Μου ζήτησε ακόμα να επισυνάψω ένα κλειδωμένο αρχείο που ανοίγει με τετραψήφιο κωδικό την ημερομηνία των γενεθλίων σας. Αμέσως μετά ξανακλείστηκε στη σιωπή της κι εκείνο το βράδυ συνειδητοποίησα πως το πρόσωπο που λάτρευα ως μητέρα και θαύμαζα ως επιστήμονα ήταν επίσης μια  γυναίκα που ελάχιστα γνώριζα. Παίρνω την πρωτοβουλία, πιστεύοντας πως ικανοποιώ μια μη εκφρασμένη επιθυμία της, να σας πληροφορήσω πως η κηδεία της θα γίνει αύριο στις τέσσερις το απόγευμα στον μητροπολιτικό ναό των Ιωαννίνων.
Νικολέτα  Μαυριδάκη

Συνεχίζεται...

Τρίτη 4 Φεβρουαρίου 2014

Φούγκα για δύο ασύμμετρες φωνές... το μυστικό



Φωτο Παναγιώτης Κούκης



Ρέκβιεμ  (εκκλησιαστικό όργανο)


Η βροχή έπεφτε ορμητικά στα τζάμια και οι υαλοκαθαριστήρες, αν και δούλευαν στη μεγάλη ταχύτητα, δεν προλάβαιναν να τη σαρώσουν. Το ταξίδι προβλεπόταν δύσκολο και οι περιστάσεις το έκαναν δυσκολότερο. Ο Μιχαλιός δίπλα μου άναβε αμίλητος το ένα τσιγάρο πίσω από το άλλο. Με είχε ρωτήσει αν μπορούσα να ανεχτώ τον καπνό -και πώς να του πω όχι;- κι αυτή ήταν η μοναδική κουβέντα που ανταλλάξαμε. Του έριχνα κλεφτές ματιές με την άκρη του ματιού φροντίζοντας να μην αποσπώ την προσοχή μου από το δρόμο. Ένας Μιχαλιός αγνώριστος! Δεν ήταν τόσο η φρικτή παραμόρφωση του προσώπου του –για την οποία, ευτυχώς, με είχε προϊδεάσει από το τηλέφωνο- όσο η συνολική κατάρρευση που τον έκανε να μοιάζει με γέρο εκατό χρονών. Δεν τολμούσα να διακόψω τη σιωπή του, πάτησα μόνο το κουμπί και το αυτοκίνητο πλημμύρισε από τους ήχους της Σαραμπάντ του Μπαχ. Ήξερα πόσο τον γοήτευε ο συνδυασμός της αυστηρής μαθηματικής δομής με την χαλαρή μουσική ευαισθησία αυτού του κομματιού. Γύρισε και με κοίταξε για πρώτη φορά από τη στιγμή που κάθισε στη θέση του συνοδηγού και στο βλέμμα του διέκρινα ευγνωμοσύνη. Χάθηκα κι εγώ στις αναμνήσεις μου. Παραδόξως δεν απλώνονταν πολύ. Για την ακρίβεια μια μόνο σκέψη είχε κολλήσει στο μυαλό μου που, όσο κι αν την απόδιωχνα θεωρώντας την γελοία, εκείνη επέμενε να ξαναγυρίζει σαν το δαρμένο σκυλί. Θυμόμουνα τον εκνευρισμό που έφερνε η βροχή στην Αίγλη. “Ούτε αιλουροειδές να ήσουν”, την τσιγκλούσα. Υπήρχε λόγος: η Αίγλη των νεανικών μας χρόνων δεν συμβιβαζόταν με τα σγουρά της μαλλιά που τα προτιμούσε ίσια και αγωνιζόταν να το πετύχει χρησιμοποιώντας κάθε τερτίπι της κομμωτικής τέχνης. Το αποτέλεσμα ήταν μια εντυπωσιακά πειθαρχημένη κόμη που την εχθρεύονταν η υγρασία και πολύ περισσότερο η βροχή τείνοντας να επαναφέρουν τα πράγματα στη φυσική τους κατάσταση.  Δεν άντεχα να σκέφτομαι μια Αίγλη χωμένη σε μια υγρή τρύπα στο έδαφος με τα μαλλιά της στο έλεος της ασταμάτητης βροχής. 

Είχαμε μόλις περάσει τα διόδια της Κορίνθου όταν ο Μιχαλιός- λες και πήρε κάποιο μυστικό σύνθημα- άρχισε να μιλάει, μάλλον μονολογώντας παρά απευθυνόμενος σε μένα. Η φωνή του χαμηλή σαν ψίθυρος, άτονη, άχρωμη, ουδέτερη, κουρασμένη, ήταν μια φωνή προσωποποίηση της απελπισίας.

«Χτες –πόσοι αιώνες έχουν περάσει από χτες!- βρισκόμουν μπροστά στην οθόνη του υπολογιστή μου απορροφημένος στην ρουτίνα της πρωινής ενημέρωσης από τις ηλεκτρονικές σελίδες. Ειδήσεις ουσιαστικά δεν υπήρχαν, οι δημοσιογράφοι αναμασούσαν τα ίδια και τα ίδια για να γεμίσουν τις σελίδες. No news, good news σου λένε. Πλήξη! Ένα ηλεκτρονικό ηχητικό σήμα με επανέφερε στην ατομική μου πραγματικότητα, ενώ ταυτόχρονα ένα λευκό φακελάκι εμφανίστηκε στο δεξί μέρος της μπάρας εργασίας. Ήταν  μια ειδοποίηση πως η Αίγλη είχε αφήσει ένα e-mail. Ήταν μια πρόχειρη δική μου ευρεσιτεχνία που υπαγορεύτηκε από την αδημονία μου. Την είχα εγκαταστήσει από την πρώτη κι όλας στιγμή. Ήθελα να παίρνω τα μηνύματα της χωρίς την παραμικρή καθυστέρηση. Δεν ήταν δύσκολη κατασκευή. Όχι πως είμαι κανένας σπουδαίος χάκερ όμως, τι διάολο, ασχολούμαι με τα ηλεκτρονικά από τα οκτώ μου και με τους υπολογιστές από τότε που  δούλευαν με διάτρητες κάρτες. Θυμάμαι σαν χθες την αναστάτωσή μου –την έξαψη πιο σωστά- τον πρώτο καιρό, κάθε φορά που άκουγα τον διακριτικό ήχο. Παρατούσα ακαριαία ό,τι κι αν έκανα για να την παρακολουθώ, να νιώθω στον ίδιο –ας είναι και εικονικό- χώρο μαζί της και να πάρω το μήνυμά  της την ίδια στιγμή που εκείνη πατούσε το “αποστολή”. Αργότερα μια εταιρία ενδιαφέρθηκε να αγοράσει το λογισμικό. Θα υπήρχαν, φαίνεται, κι άλλοι ανυπόμονοι σ’ αυτό τον κόσμο!

»Φαίνεται πως είχε ανακαλύψει την κατασκοπεία μου. Δεν ήταν δα και τόσο δύσκολο. Δεν ήμουν καθόλου διακριτικός. Σαν φάντης μπαστούνι παρουσιαζόμουν μπροστά της. Ξαφνικά η συσκευή μου έπαψε να αποκρίνεται. Ένα τείχος προστασίας  στον υπολογιστή της μου απαγόρευε την πρόσβαση. Προσπάθησα να το εκπορθήσω, αλλά μάταια. Ήταν πολύ ισχυρό. Δήλωνε χαριτωμένα ανήξερη για μια τεχνολογία που ξεπερνούσε την γενιά μας, φαίνεται όμως πως τον είχε τον τρόπο της. Δεν το κουβεντιάσαμε ποτέ. Ήταν ένα από τα μικρά ανώδυνα μυστικά μας. Όταν οι αναταράξεις κατά την απογείωση σταμάτησαν και η σχέση μας εξομαλύνθηκε, κάποια μέρα το τείχος εξαφανίστηκε, έτσι απλά όπως είχε εμφανιστεί. Έτσι κι αλλιώς αυτή η “υπηρεσία ενημέρωσης” δεν είχε νόημα πια, μα δεν την κατάργησα, την κράτησα να μου θυμίζει τα παλιά. Τα παλιά! Πότε πρόλαβαν κι έγιναν παλιά; Πότε πέρασαν κι όλας δυο χρόνια; Δυο χρόνια γεμάτα στιγμές, λέξεις, πολλές λέξεις, δυο χρόνια γεμάτα θόρυβο, ένταση, συναίσθημα, δυο χρόνια γεμάτα φιλιά ηλεκτρονικά και τηλεφωνικά. Δεν την φίλησα ποτέ ζωντανά. Μόνο στα όνειρά μου... Εκεί έσκαγε μύτη πότε σαν τρυφερό κορίτσι και πότε σαν φιλήδονη γυναίκα πάντα όμως "λυμένη" και χαλαρή σαν εύπλαστο ζυμαράκι αφημένο με εμπιστοσύνη στα χέρια μου κι εγώ την γέμιζα φιλιά χωρίς να την χορταίνω. Ο ύπνος μου γινόταν ένα παραμύθι κι όταν ξυπνούσα είχα την αίσθηση της αφής της πιο ζωντανή κι από ζωντανή. Το άλλο πρωί της διηγιόμουνα με κάθε λεπτομέρεια το όνειρό κι εκείνη μου 'λεγε πως ένιωθε πεταλούδες να φτερουγίζουν στο στομάχι της σαν να ζούσε τις στιγμές μας ετεροχρονισμένα. Μα ύστερα παραπονιόταν πως δεν είμαι εντάξει που την είχα αφήσει να κοιμάται ανύποπτη ενώ συνέβαιναν όλα αυτά τα μαγικά. "Εδώ σε θέλω, μάγκα μου," έλεγε παιχνιδιάρικα "μπορείς να επέμβεις στα όνειρα μας και να τα κάνεις να ταυτοχρονιστούν;" Α, ήταν μια άλλη Αίγλη! Είχε βάλει στη μπάντα κάθε ίχνος ορθολογισμού. Ήταν η δική μου Αίγλη!

»Ολοκλήρωσα  χωρίς βιασύνη το άρθρο που διάβαζα και μπήκα στα εισερχόμενα της αλληλογραφίας μου. Διπλό κλικ στο τελευταίο μήνυμα, στιγμιαία αναμονή και...
Σεισμός!
Τα αντικείμενα στο γραφείο μου πήραν να χοροπηδάνε δαιμονισμένα. Το δωμάτιο άρχισε να γυρίζει. Το ταβάνι ήλθε καταπάνω μου να με πλακώσει, απομακρύνθηκε και πάλι ξαναγύρισε. Τα σίδερα της οικοδομής έτριζαν μ’ έναν ανατριχιαστικό ήχο. Η πρώτη γραμμή με έφερε αντιμέτωπο με όλες τις υποχθόνιες δυνάμεις: 
Κύριε Εξωτικάκη…

»Ένιωσα ανίκανος να διαβάσω παρακάτω. Σηκώθηκα από την πολυθρόνα και περπάτησα προς το παράθυρο. Σκοπός μου ήταν να κοιτάξω έξω, μα η αναστάτωσή μου ήταν τέτοια που δεν λειτούργησαν τα αντανακλαστικά μου και δεν μπόρεσα να αποφύγω τη συνάντηση με το καθρέφτισμα του προσώπου μου  στο τζάμι. Το είδωλό μου, με το οποίο σαράντα  χρόνια τώρα δεν κατάφερα  να συμβιβαστώ, το είδωλο που αγνοούσα επιδεικτικά με κοιτούσε σαδιστικά παίρνοντας εκδίκηση για την αδιαφορία που του έδειχνα, αποφεύγοντας όπως ο διάολος το λιβάνι τους καθρέφτες! Α, και να μπορούσα να γίνω ο άνθρωπος χωρίς πρόσωπο μπροστά στον καθρέφτη στον υπέροχο πίνακα του Μαργκρίτ. Δεν θα 'βλεπα τότε τη σπασμένη γρυπή μύτη, την κομματιασμένη κάτω γνάθο, το παραμορφωμένο πρόσωπο, το φάντασμα της όπερας -το μεγάλο επώδυνο μυστικό μου. Της είχα κρύψει την εικόνα μου. Στην αρχή από δειλία ή από φιλαρέσκεια. Σκόπευα να το αποκαλύψω σήμερα...αύριο...

»Τότε ήταν που δημοσίευσε εκείνη τη φωτογραφία  από το γήπεδο του τένις. Τόσο κομψή, τόσο αεράτη, τόσο αγέρωχη. Μια οπτασία! Θαρρείς δεν πατούσε στο έδαφος. Δεν ήξερε ότι την φωτογραφίζουν. Δεν κοίταζε το φακό. Όλη της η προσοχή ήταν στον στόχο της. Αυτό το κορμί! Τόσο λεπτό, τόσο καλογυμνασμένο. Τι στην ευχή, όλη τη ζωή της στα γυμναστήρια  την πέρασε; Πόσους κοιλιακούς έκανε κάθε μέρα; Τι είδους πενηντάρα ήταν αυτή; Η σύγκριση ήταν συντριπτικά εναντίον μου. Μετά από αυτό, εγκλωβίστηκα στην αποσιώπηση. Έκανα, είναι αλήθεια, κάποιες αβέβαιες προσπάθειες, κάποιους θολούς υπαινιγμούς, θέλοντας να την προειδοποιήσω, εκείνη όμως δεν ανταποκρίθηκε, δεν απόρησε τι εννοώ, δεν νοιάστηκε να αποκωδικοποιήσει τα σήματα που εξέπεμψα. Α, πόσο καλά γνώριζα, την αναλλοίωτη από τον χρόνο, ιδιότητά της να φοράει τις παρωπίδες της και να μην βλέπει πέρα από την μύτη της. Μια ιδιότητα όμως που σ’ αυτή την περίπτωση με βόλευε. Είχα ένα καλό άλλοθι για τον εαυτό μου, με όλες τις αρνητικές συνέπειες. Γιατί στην αρχή μια ζυγαριά παλαντζάριζε μέσα μου: από τη μια η αρσενική μου επιθυμία να  νιώσω τη φυσική παρουσία της, να την έχω ζωντανή δίπλα μου, να χαϊδέψει η φωνή της τ' αυτιά μου, να λάμψει ο κόσμος από το χαμόγελό της, ν' ακούσω τον ακανόνιστο χτύπο της καρδιάς της, να φιλήσω τα χείλη της κι από τη άλλη ο ανθρώπινα δικαιολογημένος φόβος της πρώτης αντίδρασης. Δεν θα μπορούσα να αντέξω το στιγμιαίο ξάφνιασμα, την ενστικτώδη οπισθοχώρηση, το αποθαρρυντικό βλέμμα, το παγωμένο ψεύτικο χαμόγελο, την προσπάθεια να κρύψει την απογοήτευση της. Μια δειλή πλευρά του εαυτού μου πάσχιζε να καθυστερήσει εκείνη τη μοναδική στιγμούλα οδύνης της πρώτης συνάντησης. Με τον καιρό, μετά από αμέτρητες εξομολογήσεις που είχαμε ανταλλάξει είχα πειστεί πως οι φόβοι μου ήταν ολοκληρωτικά αβάσιμοι αφού εκείνο που την ερέθιζε σε μένα δεν ήταν η ομορφιά μου, αλλά κάτι που κατοικούσε στο κεφάλι μου κι αυτό είχε μείνει αλώβητο –κάτι περισσότερο: είχε βελτιωθεί με τον χρόνο σαν το καλό κρασί.

»Αφέθηκα στη δική της πρωτοβουλία. Δεν έπρεπε να είσαι μάντης για να καταλάβεις πώς κι εκείνη λαχταρούσε εξ ίσου μια συνάντηση (και αυτή δεν είχε κανένα λόγο να την αποφύγει). Βολεύτηκα περιμένοντας να ανταποκριθώ στο κάλεσμά της -ανυπόμονα στην αρχή, με ήρεμη αδημονία αργότερα.Το κάλεσμα καθυστερούσε αξιοσημείωτα. Η καθυστέρηση θα έπρεπε να με προβληματίσει, να με γεμίσει ερωτηματικά μα αυτό το περίεργο στάτους κβο δεν με χάλαγε, αντίθετα απομάκρυνε ό,τι ήθελα να αποφύγω χωρίς όμως να το ματαιώνει. Φαίνεται είχε μείνει και η δική μου ιδιότητα αναλλοίωτη να γίνομαι μονόφθαλμος και βαρήκοος όταν βρισκόμουν στο περιβάλλον της. Οι Φυσικοί υποψιάστηκαν αρκετά νωρίς ότι η παρουσία του παρατηρητή επηρεάζει το πείραμα. Να ισχύει άραγε και το αντίστροφο;

»Έχουμε καιρό, σκεφτόμουν αισιόδοξα, μα δεν μπορούσα να αποφύγω ένα πικρό χαμόγελο, γιατί πώς να ξεχάσω ότι την ίδια ακριβώς σκέψη είχε κάνει κι εκείνη στην πόρτα ενός πανεπιστημιακού αμφιθέατρου τριάντα χρόνια πριν; Ευελπιστούσα, πάντως, ότι δεν θα χρειάζονταν άλλα τόσα χρόνια μέχρι να γίνει πραγματικότητα η πολυπόθητη συνάντηση. 

Συνεχίζεται...

Τρίτη 28 Ιανουαρίου 2014

Φούγκα για δύο ασύμμετρες φωνές... κεραυνός



Παιώνια   Φωτο Παναγιώτης Κούκης



Ο Αργύρης, από την άλλη πλευρά, το πήρε είδηση. Δεν χρειαζόταν και πολύ εξυπνάδα άλλωστε. Είχα τη λάμψη της ερωτευμένης, τη δημιουργικότητα της χορτασμένης, την ατονία της ξενυχτισμένης, το απλανές βλέμμα κάποιας που είναι αλλού, μια τάση για απομόνωση, μια βιασύνη να φύγω από το γραφείο με το τέλος της δουλειάς. Δεν μπορώ να πω αν ήταν αυτό που τον έκανε να επισπεύσει τις αποφάσεις του. Πάντως το Μάιο μου ζήτησε, για πρώτη φορά, να πιούμε έναν καφέ εκτός γραφείου. Πήγα χωρίς να φροντίσω να ξυρίσω μασχάλες και γάμπες, χωρίς να τρίψω τα πετσάκια στις φτέρνες και χωρίς να βάλω καινούργια εσώρουχα.  Ήθελα να είναι φανερό το μήνυμα πως δεν ήμουν διαθέσιμη. Δεν χρειάστηκε. Δεν είχε πρόθεση να με πηδήσει... για την ώρα τουλάχιστον. Με άφησε άφωνη όταν μπήκε κατ' ευθείαν και χωρίς περιστροφές στο θέμα: είχαν συμφωνήσει με την γυναίκα του για  διαζύγιο. Δεν ήθελε να μου φορτώσει καμιά ευθύνη, δεν ήμουν εγώ η αποκλειστική αιτία. Όμως ήταν εκεί, ερωτευμένος και υπομονετικός για την απάντησή μου. Αν κάποια στιγμή ένιωθα έτοιμη δεν είχα παρά να του ζητήσω το κουτάκι με το δαχτυλίδι που θα κουβαλούσε μόνιμα  στην τσέπη του.

Τρίτη 21 Ιανουαρίου 2014

Φούγκα για δύο ασύμμετρες φωνές... δυο μήνες στον παράδεισο



Η αφήγηση της κωμικοτραγικής κατάστασης ήταν τόσο παραστατική που σχεδόν έβλεπα τον αναψοκοκκινισμένο Νικόλα και ξεκαρδίστηκα στη σκέψη πως να... για μια φορά ακόμα ο Νικόλας, ερήμην του τώρα πια, παρευρισκόταν στις ερωτικές στιγμές του Μιχαλιού. Και πάνω στα χάχανα άκουσα να κελαηδούν αηδόνια. Τον κοίταξα έκπληκτη. 
-Αηδόνια στο Μοσχάτο;
-Είναι το ξυπνητήρι μου...
-Τι ώρα είναι;
-Με υποτιμάς αν πιστεύεις πως το ξυπνητήρι μου μετράει τις ώρες. Ένα πολύ ευαίσθητο φωτοστοιχείο, δικής μου κατασκευής, λειτουργεί με κατώφλι το φως της λάμπας του δημοτικού φωτισμού. Αν τα Λούμεν στο δωμάτιο ξεπεράσουν αυτό το όριο το ηλεκτρικό ρεύμα που παράγεται διεγείρει ένα κατάλληλο κύκλωμα  και αναπαράγει την αηδονολαλιά. Καμιά φορά με παίρνει ο ύπνος εδώ μέσα και θέλω να είμαι σίγουρος πως θα ξυπνήσω το χάραμα, με το πρώτο φως της μέρας, όποια ώρα κι αν συμβεί. Πρέπει όμως να φύγω για τη δουλειά. Εσύ κοιμήσου, δεν θα σε ενοχλήσει κανείς. Δεν ανεβαίνει κανείς εδώ πάνω. Όταν ξυπνήσεις τράβα την πόρτα πίσω σου. Δεν θα χαθούμε… σωστά;
-Όχι βέβαια… αλλά δεν έχεις κοιμηθεί καθόλου…
-Αυτό είναι ένα μικρό πρόβλημα, μα δεν είναι η πρώτη φορά. Θα τα βγάλω πέρα μην ανησυχείς…
Με φίλησε γλυκά στο μέτωπο, σκέπασε προστατευτικά τη γύμνια μου κι άκουσα την πόρτα να κλείνει λίγο πριν αποκοιμηθώ.

Όταν ξύπνησα ο ήλιος ήταν ψηλά. Κατέβηκα τη στριφογυριστή σκάλα και στη βάση της συναντήθηκα με μια γυναίκα που προφανώς μου την είχε στημένη και που δεν χρειαζόταν να είμαι μάντης για να καταλάβω πως ήταν η Ανθούλα. Τι γυναίκα Θεέ μου! Απαράλλαχτη η Σοφία Λόρεν στη Φιλουμένα Μαρτουράνο. Λαϊκή ομορφιά, μεστωμένη με αισθησιακές καμπύλες που ξεχείλιζαν από τη μισάνοιχτη κόκκινη ρόμπα της. Η πρόσφατη γέννα πρέπει να είχε λειτουργήσει ευεργετικά πάνω στην εκτυφλωτική ομορφιά της. Μπροστά της ένιωσα όπως θα ένιωθε ένας ξέθωρος ιμπρεσιονιστικός πίνακας του Μονέ μπροστά στον καταιγισμό χρωμάτων μιας ζωγραφιάς του Μιρό.  Μια και διασταυρωθήκαμε δεν  γινόταν να την προσπεράσω αμίλητη.
“Καλημέρα”, είπα δειλά.
Απαξίωσε να απαντήσει, τάχα πως δεν με πρόσεξε, έστριψε το πρόσωπο από την άλλη μεριά κάνοντας πως ταχτοποιεί τα σκουπίδια, πρόλαβα όμως να πιάσω μια λέξη που ξεστόμισε μέσα από τo φράγμα των υπέροχα κατάλευκων δοντιών της: "βρώμα". Ή μήπως: "τσούλα"; 
Δεν ξαναπήγαμε σπίτι του. Προτιμούσα χίλιες φορές τον εξάψαλμο της μάνας μου, που δεν μπορούσε να χωνέψει πως είχα αφήσει το καλό παιδί τον Γιάννη και της κουβαλούσα αυτόν τον μαλλιά, από τα αναμμένα κάρβουνα που είχε για μάτια η Ανθούλα.

Έζησα δυο μήνες ένα απόλυτο “σήμερα” χωρίς προοπτική εξέλιξης, ένα αχόρταγο “τώρα” χωρίς αξιώσεις διάρκειας, ένα παρόν που δεν έδινε πενταράκι να γίνει μέλλον, μια γραμματική που είχε διαγράψει όλους τους άλλους χρόνους και είχε κρατήσει μόνο έναν παραφουσκωμένο ενεστώτα. Ήταν μια πρακτική σε ολοκληρωτική αντιδιαστολή με τη μικροαστική μου διαπαιδαγώγηση που εστιαζόταν στο χτίσιμο ενός καλύτερου “αύριο.”  Ξαφνικά ανακάλυψα πως δεν με ενδιέφερε αυτό το αύριο. Ήταν άδηλο, δεν ήμουν σίγουρη πως μου ανήκε και το μόνο σίγουρο ήταν πως δεν μπορούσε να συναγωνιστεί την παραμικρή στιγμούλα που ζούσα. Είχα γίνει συνειδητά ένας τζίτζικας που χαίρεται με όλες τις αισθήσεις του το καλοκαίρι χωρίς να χρησιμοποιεί ημερολόγιο, χωρίς να μετράει τη διάρκεια της ευτυχίας του και χωρίς να φαρμακώνει τη χαρά του με μέριμνες για το “ύστερα”. Τότε ήταν που συνειδητοποίησα το νόημα του δέντρου της γνώσης τον απαγορευμένο καρπό του οποίου γεύτηκαν οι πρωτόπλαστοι με τίμημα την απώλεια του Παράδεισου. Η εποχή της αθωότητας και της απόλυτης ευδαιμονίας κράτησε όσο αγνοούσαν τις υποδιαιρέσεις του χρόνου, όσο ζούσαν χωρίς την προσμονή Πρωτοχρονιάς,  όσο ήταν ανίκανοι να ξεχωρίσουν το αιώνιο από το εφήμερο. Ο πειρασμός δεν είχε παρά να βάλει στη σκέψη τους τη γνώση της έννοιας "μέλλον". Τα υπόλοιπα ήρθαν μόνα τους: μοιραία εγκαταστάθηκε μέσα τους η αγωνία και η φροντίδα για το πώς θα διατηρήσουν τον κήπο της Εδέμ και σ' αυτό το μέλλον. Η μακαριότητα είχε λήξει και ο παράδεισος είχε ολοκληρωτικά χαθεί.

-Δεν σε δηλητηριάζει, τον ρώτησα κάποια νύχτα, το νοσηρό οικογενειακό κλίμα του σπιτιού σου;
Με κοίταξε με τα τεράστια μάτια του διεσταλμένα από έκπληξη λες και είχα πει το πιο αλλόκοτο πράγμα στον κόσμο.
-Νοσηρό; Πώς σου ήρθε η ιδέα! Δεν θα επέτρεπε ποτέ η Ανθούλα να κυλήσει το πράγμα προς τα εκεί. Δεν την ξέρεις την Ανθούλα! Η Ανθούλα είναι ο αρχέγονος τύπος της γυναίκας-μάνας που μας καλύπτει προστατευτικά όλους  σαν κλωσόπουλα κάτω από τις  φτερούγες της. Θα πρέπει να δεις τη συγκινητική αφοσίωση με την οποία περιποιείται το Θανάση. Μερικές φορές διακρίνω μια ερωτική διάσταση στο άγγιγμά της και, όσο περίεργο κι αν σου φανεί, με τρώει μια ζήλια. Τα δάχτυλά της τρέχουν πάνω στο κορμί του σαν να τον χαϊδεύουν  και το βλέμμα της έχει την ίδια ακριβώς έκφραση στοργής που παίρνει όταν φροντίζει τα δίδυμα. Στήνει ψιλοκουβέντα μαζί του, τον κρατάει ενήμερο για όλα τα νέα του σπιτιού, ζητάει τη γνώμη του για τούτο και για κείνο, την έχω πιάσει να του κάνει παράπονα για μένα ξέροντας πως την ακούω, του τραγουδάει, βλέπουν μαζί ταινίες στην τηλεόραση, ταινίες που η ίδια σχολιάζει παραμιλώντας. Ούτε που νοιάζεται που εκείνος δεν αποκρίνεται και την κοιτάζει ανέκφραστος. Λέει πως είναι σίγουρη πως όλα τα καταλαβαίνει μα δεν χρειάζεται να μιλάει, αφού επικοινωνούν με τα μάτια. Είναι αλήθεια πως κάπου προς τα εκεί συγκλίνουν και οι απόψεις των ειδικών: ο πατέρας δεν θέλει να συνέλθει, δεν θέλει να συνεργαστεί. Εκεί που βρίσκεται έχει τακτοποιήσει τα προβλήματά μας. Αν ξαναγυρίσει στον κόσμο μας το πράγμα θα γίνει πολύ πολύπλοκο. Δεν είναι δυστυχισμένος όμως είτε το πιστεύεις είτε όχι. Ζει σαν πάτερ φαμίλιας σε μια μεγάλη οικογένεια που όλοι τον υπολογίζουν σαν ισότιμο μέλος, όλοι τον αγαπάνε κι όλοι τον φροντίζουν.
-Και τα παιδιά;… Δεν ρωτάνε;
-Τα παιδιά ποτέ δεν ρωτάνε αν έχουν καλυμμένες τις υλικές και συναισθηματικές τους ανάγκες. Το λέω μετά λόγου γνώσης, γνώση που έχω από πρώτο χέρι γιατί, μην ξεχνάς πως, κι εγώ γνώρισα μια οικογενειακή ανατροπή στην παιδική μου ζωή. Έχασα μια γιαγιά και μια θεία, κέρδισα έναν πατέρα, μια μητέρα και μια μικρότερη αδελφή. Δεν είχα λόγους να αναρωτιέμαι για νομικούς όρους και ληξιαρχικές πράξεις. Τα μεγάλα παιδιά περνάνε καλά έχουν αγάπη από παντού και δίνουν αγάπη σε όλους.
-Δεν έχετε ένα μπλέξιμο με τους ρόλους;
-Το έχουμε ξεπεράσει με μια απλή μέθοδο. Αποκαλούμε ο ένας τον άλλο με τα μικρά μας ονόματα. Δεν χρειαζόμαστε τίτλους. Σκέψου πως είναι ένα κοινόβιο απ’ αυτά που ευαγγελίζονται οι χίπις. Κανείς δεν νοιάζεται για βαθμούς συγγένειας, τα παιδιά ανήκουν σε όλους, οι ερωτικές σχέσεις είναι χαλαρές, όλοι φροντίζουν για όλους, όλοι είναι υπεύθυνοι για όλα, όλοι είναι χαρούμενοι. Κι αν όλα αυτά σου φαίνονται μακρινά επειδή συμβαίνουν στο άλλο ημισφαίριο, σκέψου τις μεγάλες οικογένειες των παππούδων μας. Εκεί οι γενιές μπλέκονταν, η μητέρα γεννούσε το στερνοπαίδι μαζί με την πρωτόγεννη νύφη και τα συνομήλικα βρέφη μεγάλωναν μαζί κι έπαιζαν παρέα απλά και φυσικά  χωρίς να νοιάζονται να ξεδιαλύνουν βαθμούς συγγένειας. Σ’ ένα τέτοιο περιβάλλον θα μεγαλώσουν τα δίδυμα ( η Ανθούλα θέλει να κάνουμε κι άλλα, μα νομίζω πρέπει να της βάλω φρένο). 
-Δεν θα ήθελες μια -πώς να το πω;- πιο νόμιμη οικογενειακή ζωή;
-Για ποιους νόμους μιλάς; Για τους νόμους των ανθρώπων; Μα αυτοί είναι μετακλητοί. Σήμερα είναι έτσι κι αύριο αλλιώς. Μπορεί να βρισκόμαστε πιο μπροστά από την εποχή μας. Σκέψου ένα σενάριο νομικής φαντασίας πως κάποτε, μετά από πενήντα χρόνια να πούμε, θα είναι νόμιμο ένα σύμφωνο γάμου ανάμεσα σε δυο άτομα και κανείς δεν θα ρωτάει για φύλο, φυλή, θρήσκευμα ή εθνικότητα. Ή μήπως αναφέρεσαι στο νόμο του Θεού. Ποιου Θεού όμως; Επειδή κάποιοι θεοί επιτρέπουν στους άντρες να έχουν πολλές γυναίκες. Δεν το βρίσκεις άδικο; Γιατί κάποιος Θεός δεν θα επέτρεπε στην Ανθούλα να έχει δύο νόμιμους άντρες; Άστα... δεν βγάζουμε άκρη.
-Εννοούσα μια πιο ομαλή οικογενειακή ζωή.   
-Θα αστειεύεσαι σίγουρα! Θα μπορούσες να με φανταστείς οικογενειάρχη με κουμπάρους και πεθερικά; Με οικογενειακό αυτοκίνητο και εξοχικό στη θάλασσα; Με ωράρια και υποχρέωση να γυρίζω σπίτι κάθε βράδυ; Ούτε στον χειρότερο εφιάλτη μου. Αν δεν μου είχαν συμβεί όλα αυτά, ένα ρεμάλι θα ήμουν και δεν θα είχα γνωρίσει τη χαρά να ανήκεις σε μια οικογένεια και να είσαι πατέρας. Λατρεύω τα παιδιά, μα δεν θα θυσίαζα την ελευθερία και την ανεξαρτησία μου για να τ’ αποκτήσω. Κι έτσι θα γινόμουν ένα χαμένο κορμί που θα ζαχάρωνα τα παιδιά των άλλων. Έτσι όπως ήλθαν τα πράγματα έχω όλα τα πλεονεκτήματα χωρίς κανένα μειονέκτημα. 
-Μήπως είναι λίγο εγωιστικά όλα αυτά. Και οι άλλοι; Η Ανθούλα; Ο πατέρας σου;
-Η Ανθούλα είναι τυχερή που με έχει και το ξέρει. Μπορεί ενίοτε να δυσανασχετεί, και έχει όλο το δίκιο να δυσανασχετεί, αλλά ξέρει πως νομοτελειακά θα γυρίζω κοντά της όχι από υποχρέωση, αλλά από επιθυμία. Ξέρεις πολλά ζευγάρια που κάνουν έρωτα μετά από πέντε χρόνια με τη ζέση της πρώτης φοράς; Η  Ανθούλα ξέρει να κρατάει τη σχέση ζωντανή κι εγώ δεν έχω βρει σε καμιά γυναίκα αυτό που μου δίνει εκείνη. (Δεν είναι πολύ ευγενικό που στο λέω κατάμουτρα, μα εσύ το ζήτησες).  Της το ανταποδίδω λοιπόν χωρίς σκέψη, χωρίς υστεροβουλία, έτσι όπως πέφτει η ευλογημένη βροχή και καρπίζει τα ξερά χωράφια.
Ο πατέρας… είναι ένα αγκάθι. Του μιλώ κι εγώ… ξέρει όλες τις λεπτομέρειες της πολύπλοκης ζωής μου… του έχω μιλήσει ακόμα και για σένα. Δεν δείχνει… μα καταλαβαίνει. Αν εκείνος δεν θέλει να συνέλθει, είμαι σίγουρος πως έχει διαλέξει το καλύτερο για όλους.



Τρίτη 14 Ιανουαρίου 2014

Φούγκα για δύο ασύμμετρες φωνές... συζητώντας μετά




Φωτο Παναγιώτης Κούκης


Όταν μείναμε αποκαμωμένοι, ακίνητοι, δοσμένοι σ’ ένα ηδονικό αποκάρωμα η τάξη των πραγμάτων επανήλθε και η ιεραρχία των αισθήσεων αποκαταστάθηκε. Η αφή μπήκε στην μπάντα και οι υπόλοιπες στρώθηκαν πάλι στη δουλειά. Τα μάτια μου άρχισαν να διακρίνουν, στο λιγοστό φως που έστελνε η λάμπα του δημοτικού φωτισμού κι έμπαινε από το χωρίς πατζούρια παράθυρο, τις λεπτομέρειες του πανέμορφου προσώπου και δυσκολευόμουν να πιστέψω πώς ήταν εκεί στην άκρη των δακτύλων μου, αποκλειστικά για μένα. Μύριζα τον ιδρώτα του κι ήθελα να τον μαζέψω σταγόνα-σταγόνα, να τον κλείσω σ’ ένα πανάκριβο δοχείο αρώματος ή τουλάχιστον να τον ρουφήξω –τόσο γλυκόπιοτος μου έμοιαζε. Ήμουν όμως πολύ βαριά, πολύ κουρασμένη, εντελώς εξαντλημένη. Είχε προλάβει εκείνος να ρουφήξει όλη μου τη ζωτικότητα και με είχε αφήσει άπνοη, ξεθεωμένη, με μια τεράστια πνευματική διαύγεια σαν αντίβαρο.

-Είσαι εκπληκτικός εραστής…
-Είχα τη σωστή σύντροφο…
-Ξέρω πως είναι κομπλιμέντο… Για την ώρα… Δίπλα σου μπορεί και να γίνω… Εσύ, αλήθεια,  από ποια εκπαιδεύτηκες;
-Από την Ανθούλα… Που κι αυτή την εκπαίδευσε ο Θανάσης… Είχα, έτσι, την τύχη να διδαχτώ  από τον πατέρα μου, έμμεσα βέβαια… Δεν είναι και το πιο συνηθισμένο, έτσι;… Σπάνιο θα το έλεγα…
-Δεν φαντάζομαι να έμεινες μόνο στην Ανθούλα…
-Κάθε άλλο…
-Μίλησέ μου…

Δεν περίμενε δεύτερη προτροπή. Εκ των υστέρων κατάλαβα πως ήταν μέσα στο ερωτικό τελετουργικό. Η έξαψη και η φλόγωση έσβηναν μ’ ένα ψιθυριστό ντιμινουέντο από περιγραφές ερωτικών περιπετειών. Στάθηκε λάτρης των γυναικών, αλλά ποτέ κυνηγός –και γιατί άλλωστε; Οι γυναίκες τον αναζητούσαν και πάντα εύρισκαν την πόρτα του διάπλατη. Δεν υπήρξε ποτέ επιλεκτικός. “Κάθε γυναίκα είναι ένα από μόνη της ένα τέλειο πλάσμα. Αρκεί να με αποζητήσει. Όχι δεν θα πω.” Απέραντη ποικιλία η συλλογή του. Καστανές και ξανθές και μαυρομάτες και κοκκινομάλλες. Δίμετρες θεές και μικροκαμωμένα μπιζουδάκια, αλλά και ασχημούλες με μεγάλη μύτη ή σπυριάρικο πρόσωπο. Λευκές και μαύρες, αλλά και κίτρινες –ο τουρισμός έχει και παράπλευρες ωφέλειες, γέλασε δυνατά. Πανέξυπνες επιστήμονες ή επιχειρηματίες, αλλά και άλλες με IQ ραδικιού. Συμμαθήτριες, συμφοιτήτριες, σύντροφοι στους αγώνες, θαμώνες των μπαρ, φίλες φίλων του, γυναίκες αξιόλογες, καλλιεργημένες, πνευματώδεις αλλά και καλαμοκαβαλημένες “δήθεν”, γυναίκες της “καλής” κοινωνίας αλλά και γκόμενες του σκοινιού και του παλουκιού…

Γυναίκες έμπειρες που τον μάθαιναν να τις κάνει ευτυχισμένες, αλλά και κορίτσια άβγαλτα που τούς δίδασκε τα μυστικά του έρωτα. Γυναίκες παρορμητικές  που ούρλιαζαν στην κορύφωση, τόσο που αναγκαζόταν να τούς κλείνει με το χέρι το στόμα, αλλά και γυναίκες φλογερά παγόβουνα, που κρατούσαν την αυτοκυριαρχία τους μέχρι την τελευταία στιγμή, χωρίς να σημαίνει ότι το απολάμβαναν λιγότερο. Γυναίκες ώριμες, κατασταλαγμένες  που ήξεραν τι ζητούσαν κι ένιωθαν ευγνωμοσύνη που το έβρισκαν και γυναίκες που έψαχναν, χωρίς να ξέρουν ακριβώς τι, και αποσπούσαν ταυτόχρονα την ηδονή του έρωτα και της ανακάλυψης. Περιγραφικότατος, διηγιόταν με σκαμπρόζικες λεπτομέρειες γεγονότα και καταστάσεις, όπου την τρυφερότητα διαδεχόταν η –εκατέρωθεν επιθυμητή– βία. Πάντα ευρηματικός, κατάφερνε να παρακάμπτει τις κακοτοπιές και να εφευρίσκει τρόπους να αποφεύγει ανεπιθύμητες συναντήσεις με απατημένους συζύγους και αντεραστές. 

Πήρε και έδωσε χαρά κάτω από ατέλειωτη ποικιλία ερωτικών  στεγών. Σε πεντάστερα ξενοδοχεία, αλλά και σε καταγώγια που τα σεντόνια  μύριζαν τον ιδρώτα των προηγούμενων. Σε πολυτελείς βίλες των βορείων προαστίων, αλλά και σε φτηνά διαμερίσματα εργατικών πολυκατοικιών. Στο πίσω κάθισμα αυτοκινήτων ή στα όρθια στις τουαλέτες κάποιου τρένου. Στα μαλακά στρωσίδια κάποιου διπλού κρεβατιού, αλλά και στο στενό μονό ντιβάνι κάποιου ανήλιαγου φοιτητικού υπόγειου. Στο χαλί μπροστά στη θαλπωρή του τζακιού, αλλά και στο σκληρό δάπεδο κάποιου αντίσκηνου. Στα γρήγορα με αγχωμένες κινήσεις ή με αχόρταγη μανία που διαρκούσε μέρες και νύχτες. Δεν ήταν όλες οι σχέσεις πετυχημένες, αλλά κάθε μια ήταν μια ανεπανάληπτη εμπειρία. “Α, η ποικιλία! Χωρίς αυτήν ο έρωτας καταντάει ανούσια συναλλαγή.” Ένα κοινό είχαν όλες αυτές οι σχέσεις: τη μικρή διάρκεια. Σχέσεις μιας νύχτας, μιας εβδομάδας, ενός μήνα, δύο μηνών σε εξαιρετικές περιπτώσεις. “Δεν έκρυψα ποτέ τις προθέσεις μου, δεν παραμύθιασα ποτέ καμιά ερωτική σύντροφο, δεν υποσχέθηκα μονιμότητα και αποκλειστικότητα.”

Η αφήγησή του ήταν συναρπαστική! Σαν ένα καλοστημένο πικάντικο ερωτικό μυθιστόρημα γραμμένο χωρίς αναστολές, που καμιά φορά ολίσθαινε, όσο πατάει η γάτα, στην πορνογραφία.Τον άκουγα γοητευμένη και δεν χόρταινα. Συνήθως οι γυναίκες, όταν πετύχουν έναν επιδέξιο εραστή, ζητάνε κι άλλο σεξ -μια δεύτερη ή και μια τρίτη φορά. Δεν ήταν κάτι που του συνέβαινε παρά μόνο σπάνια -τις έβγαζε νοκ-άουτ με την πρώτη. Αντίθετα όλες, εκτός από κάποιες που τις έπαιρνε γλυκά ο ύπνος, ζητούσαν επίμονα κι άλλες ιστορίες.
-Υπάρχει ιστορία με κάποια γυναίκα που γνωρίζω; (Η ερώτηση δεν ήταν αθώα. Φλεγόμουν από περιέργεια να μάθω αν η Αίγλη είχε ξαπλώσει στο στρώμα που βρισκόμουν τώρα εγώ).
Έμεινε λίγο σκεπτικός ανασκαλεύοντας τη μνήμη του.
-Όχι, δεν νομίζω. Μπορώ όμως να σου διηγηθώ μια ιστορία που σκαρώσαμε με κάποιον γνωστό σου. Θυμάσαι τον Νικόλα, τον κολλητό μου στο φροντιστήριο; Ήταν καψουρεμένος μαζί σου, μα εσύ δεν τον θέλησες…
-Φυσικά, αφού ήθελα εσένα... που όμως τα ’ριξες στην Αίγλη… ( Πάλι εκείνο το στιγμιαίο, ανεπαίσθητο πετάρισμα στις βλεφαρίδες -εμφανές ακόμα και στο μισοσκόταδο).
-Που εκείνη ένας Θεός μόνο ξέρει ποιον ήθελε…
-Εσένα ήθελε, αλλά δεν το είχε καταλάβει ούτε η ίδια κι εγώ δεν ήμουν τρελή να της ανοίξω τα μάτια…
-Ερωτικά γαϊτανάκια… Ας είναι… Εκεί στο ’71 τραβιόμουνα με μια γκόμενα πολύ απαιτητική και πειραματιζόμουνα μαζί της στις στάσεις του κάμα-σούτρα. Προσπαθούσα να τα  διηγηθώ στον Νικόλα, μα κάποια πράγματα δεν περιγράφονται και η περιέργειά του τον έκανε παράτολμο. Δική του ήταν η ιδέα. Θα την πήγαινα στο σπίτι του, στο διπλό κρεβάτι των γονιών του που βρίσκονταν σε διακοπές,  με την πρόφαση πως η αλλαγή περιβάλλοντος βελτιώνει τις επιδόσεις, κι εκείνος θα παρακολουθούσε τη διαδικασία από την κλειδαρότρυπα, κλεισμένος στη ντουλάπα της μητέρας του. Τα πράγματα εξελίχτηκαν σύμφωνα με το σχέδιο και, όταν η γκόμενα γλίστρησε από τα σεντόνια  στο μπάνιο να πλυθεί, το πρόσωπο του Νικόλα ξεπρόβαλε κατακόκκινο από την ντουλάπα. Μου είπε να την ξεφορτωθώ στα γρήγορα γιατί δεν άντεχε άλλο εκεί μέσα. Μα εγώ δεν ήμουν διατεθειμένος να του προσφέρω το θέαμα δωρεάν. Κάτι έπρεπε να πληρώσει ακόμα κι αν αυτό ήταν μια ασφυξία. Η κούκλα γύρισε δροσερή κι ανανεωμένη και άρχισε να ζητάει ιστορίες που εγώ διηγιόμουν με την άνεσή μου χωρίς ίχνος βιασύνης. Δεν ξέρω ποια από όλες τις ιστορίες στάθηκε διεγερτική κι άρχισε να τρίβεται πάνω μου αργά και ρυθμικά. Ήταν φανερό πως πηγαίναμε για ένα δεύτερο γύρο κι εγώ κρυφογελούσα διασκεδάζοντας στην ιδέα πως ο Νικόλας είχε γίνει ένας ματάκιας που ασφυκτιούσε πληρώνοντας το τίμημα της περιέργειάς του.

Ήταν η εποχή που ο τόπος βοούσε για τη δολοφονία της Αγγλίδας δημοσιογράφου Αν Τσάπμαν που είχε βρεθεί στραγγαλισμένη στο Καβούρι λίγο πιο μακριά από το ξενοδοχείο της. Οι φήμες οργίαζαν πως ήταν υπόθεση μυστικών υπηρεσιών και διπλών πρακτόρων μα οι αρχές θεώρησαν το έγκλημα σεξουαλικό και βρήκαν ένα γνωστό ματάκια της περιοχής, τον Νίκο Μουντή, του φόρτωσαν την ενοχή και βιάστηκαν να κλείσουν όπως-όπως την υπόθεση. Πρότεινα στη γκόμενα να αναπαραστήσουμε την υποτιθέμενη συνάντηση Τσάπμαν-Μουντή. Εκείνη  συμφώνησε με ενθουσιασμό με τον όρο πως θα σταματούσα ένα βήμα πριν από τον στραγγαλισμό. Ντύθηκε από την αρχή ενώ εγώ κουλουριάστηκα πίσω από μια καρέκλα που έπαιζε το ρόλο θάμνου. Άρχισε να πετάει αργά ένα-ένα τα ρούχα κάνοντας πως δεν με βλέπει σαν να ετοιμαζόταν να κάνει βραδινό μπάνιο γυμνή. Εγώ καραδοκούσα να ορμήσω την κατάλληλη στιγμή, μα δεν πρόλαβα. Η πόρτα της ντουλάπας άνοιξε διάπλατη, στο άνοιγμα φάνηκε ο Νικόλας με υψωμένα τα χέρια ουρλιάζοντας.
-Όχι άλλο! Να πάω από ασφυξία, έστω. Όχι όμως κι από πριαπισμό.

Η γκόμενα απέδειξε πως είχε χιούμορ και, μετά την πρώτη έκπληξη που την άφησε άναυδη, άρχισε να γελάει, να μας κατσαδιάζει πως είμαστε ανόητα παλιόπαιδα και να κάνει ό,τι μπορεί για να χαλαρώσει την επώδυνη στύση του Νικόλα.

Συνεχίζεται...



Τρίτη 7 Ιανουαρίου 2014

Φούγκα για δύο ασύμμετρες φωνές... καμαρούλα μια σταλιά



Φωτο Παναγιώτης Κούκης

Ο γκουρού ήταν μια χαρισματική προσωπικότητα, χωρίς αμφιβολία.

Με το τέλος της ομιλίας, κι ενώ η αίθουσα σείστηκε από το χειροκρότημα, ο δάσκαλος υποκλίθηκε με ταπείνωση και  αποχώρησε. Το μικρόφωνο πέρασε σε κάποιους παρατρεχάμενους που έδιναν χρηστικές πληροφορίες σε όσους ενδιαφέρονταν περαιτέρω: με ποιο τρόπο μπορούσαν να προμηθευτούν έντυπο υλικό ή να δηλώσουν συμμετοχή στα σεμινάρια που οργάνωνε το ελληνικό παράρτημα. Από δω και πέρα άρχιζε το μάρκετινγκ κι εγώ ήθελα να μείνω έξω από τη διαδικασία. Θα πρέπει βέβαια να ήμουν εξαίρεση γιατί οι ενδιαφερόμενοι σχημάτισαν μα τεράστια ουρά μπροστά από την έδρα του αμφιθέατρου. Σηκώθηκα να ξεμουδιάσω μέχρι να αποσυμφορηθεί η αίθουσα κι έριξα ένα μηχανικό βλέμμα σ’ εκείνους που περίμεναν υπομονετικά τη σειρά τους. Η εικόνα που έδωσε η μηχανική σάρωση της φευγαλέας ματιάς μου ήταν η αναμενόμενη. Εκτός...

Τρίτη 31 Δεκεμβρίου 2013

Φούγκα για δύο ασύμμετρες φωνές... ο γκουρού


Φωτο Παναγιώτης Κούκης

ΑΝΤΙΘΕΜΑ (Φαγκότα, Γαλλικά Κόρνα, Τρομπέτες, Τρομπόνια, κρουστά)

Τον Μάρτη του ’73 –όταν έφτασε στην Αθήνα ο Μαχαρίσι Μάχες Γιόγκι  αυτοπροσώπως- η ζωή μου έμοιαζε μπερδεμένο κουβάρι. Λένε πως είναι συχνό φαινόμενο για κάποιον που βρίσκεται στο τελευταίο έτος σπουδών. Η αίσθηση πως η, λίγο-πολύ, ανέμελη φοιτητική ζωή παίρνει τέλος και στην άκρη σε περιμένουν καθοριστικές αποφάσεις είναι, το λιγότερο, αγχωτική. Αν μάλιστα τα επαγγελματικά μπλέκονται με τα προσωπικά, τότε η όλη υπόθεση γίνεται δεσμός κι άντε να βρεις ξίφος να τον διαρρήξεις. Με την έναρξη της ακαδημαϊκής χρονιάς είχα βρει μια άμισθη θέση απογευματινής απασχόλησης σ’ ένα μεγάλο γραφείο τεχνικών μελετών στοχεύοντας στην απόκτηση κάποιας επαγγελματικής εμπειρίας. Ο Αργύρης, ο σαρανταπεντάρης άμεσος προϊστάμενός μου, παντρεμένος και πατέρας δύο παιδιών, δήλωνε ενθουσιασμένος με τις ικανότητές μου και άφηνε να εννοηθεί πως σκόπευε να προτείνει στη διοίκηση της εταιρείας την άμεση πρόσληψή μου, σε έμμισθη πια θέση,  μόλις θα έπαιρνα πτυχίο.

Τρίτη 24 Δεκεμβρίου 2013

Φούγκα για δύο ασύμμετρες φωνές... φιλόστομη



Φωτο  Παναγιώτης Κούκης

Λίγο καιρό αργότερα ο Άγγελος έφευγε για μεταπτυχιακά στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού.
- Μια ακαδημαϊκή χρονιά είναι μόλις εννέα μήνες. Θα μπορέσεις να τους αντέξεις; 
Έγνεψε “ναι” αποφεύγοντας να μιλήσει γιατί εκείνος ο κόμπος στο λαιμό θα την πρόδιδε. Η προσμονή του ταχυδρόμου έγινε σκοπός ζωής. Αντάλλαξαν χιλιάδες, δεκάδες χιλιάδες, εκατοντάδες χιλιάδες λέξεις. Κάθε του γράμμα είχε την ιδιαιτερότητα του καινούργιου, όλα όμως άρχιζαν πανομοιότυπα. Είχε μια  λέξη αποκλειστικά για κείνη: φιλόστομη
-Τι σημαίνει; Ρώτησε απορημένη την πρώτη φορά που της το είχε ψιθυρίσει.
-Δεν ξέρω ακριβώς, είναι μια λέξη της πατρίδας μου μα είναι τόσο γλυκόηχη που λες και φτιάχτηκε για σένα.
Κι αφού πέρασε λίγος καιρός:
-Ρώτησα τον παππού. Σήκωσε τους ώμους και απάντησε: “εμείς φιλόστομη λέγαμε εκείνη που φιλάει ωραία”. Έκανα διάνα, δεν συμφωνείς;
Άπλωσαν όλες τις πτυχές της ζωής τους σ’ εκείνη την εκ βαθέων επικοινωνία. Γνωρίστηκαν τους εννέα μήνες, όσο δεν είχαν γνωριστεί όλο τον προηγούμενο καιρό.

Η λαχτάρα της είχε απογειωθεί, καθώς το αεροπλάνο που τον έφερνε κοντά της προσγειωνόταν. Χώθηκε στην αγκαλιά του στην πύλη εξόδου αδιαφορώντας που παρενοχλούσαν την έξοδο επιβατών από όλες τις φυλές της γης.
Δεν χρειάστηκε παρά μία  στιγμή για να  νιώσει την έλλειψη! 
Η αγαπημένη μυρωδιά δεν ήταν πια εκεί!
Κάτι ράγισε μέσα της!
Όχι, δεν του έβρισκε ψεγάδι, ήταν απαράλλακτα ίδιος όπως τον ήξερε. Με τις προδιαγραφές του, με τις ιδέες του, με τις αρχές του, με τις αξίες του. Απλώς τα μαλλιά του είχαν πάψει να μυρίζουν κανέλα κι αυτό δεν είχε παρά μία μόνο ανάγνωση: το παραμύθι είχε τελειώσει. Κι εκείνη είχε μόλις κλείσει τα είκοσι δύο.
Τι κάνεις χωρίς παραμύθι σ’ αυτή την ηλικία;

Συμβιβάζεσαι με το υπόλοιπο πακέτο και εγκλωβίζεσαι στον ορθολογισμό;
Όχι ήταν πολύ νέα ακόμα.
Πήρε γρήγορα και παρορμητικά την απόφαση  και του την ανακοίνωσε. Την  κοίταξε αποσβολωμένος, λες και είχε πέσει ο ουρανός στο κεφάλι του. Δεν είχε προσέξει ή δεν του είχε επιτρέψει να πάρει είδηση τι καυγάς γινόταν εδώ και λίγο καιρό στο κεφάλι της. Το “δεν σ’ αγαπώ πια και δεν ξέρω γιατί” ήταν απελπιστικά αφοπλιστικό. Ακύρωνε κάθε σκέψη να την διεκδικήσει ή να την δελεάσει με παρακάλια ή επιχειρήματα με υποσχέσεις ή πειθώ. Χώρισαν φιλικά, χωρίς να διευθετήσουν εκκρεμότητες όπως βιβλία που του είχε δανείσει ή δίσκοι κλασσικής μουσικής που είχαν ξεχαστεί σπίτι της. Ήταν κι εκείνη η γαλάζια ζακέτα, που είχε προνοήσει να έχει μαζί του τις προάλλες που έπιασε ένα ξαφνικό αεράκι, και της την είχε φορέσει τρυφερά. Κι εκείνη γελούσε που της κρέμονταν τα μανίκια, αλλά της άρεσε που ήταν μαλακή και ζεστή.

Ο Άγγελος όμως βρήκε, εντός των τειχών, έναν πανίσχυρο σύμμαχο. Ο ορθολογικός της επόπτης από την πρώτη στιγμή στάθηκε στο πλευρό του και απέναντί της. Καθημερινά, είκοσι ώρες το εικοσιτετράωρο, την έστηνε στον τοίχο και την σφυροκοπούσε ανελέητα.
Ωραία τα κατάφερες! Έχασες τον άνθρωπο της ζωής σου! Σού έλαχε ο πρώτος αριθμός του λαχείου και εσύ πέταξες το απόκομμα στα σκουπίδια να το βρει κάποια άλλη τυχερή και έξυπνη μαζί! Γιατί δεν φαντάζεσαι βέβαια ότι θα μείνει για πολύ στα αζήτητα. Κι όλα αυτά γιατί; Επειδή τελείωσε το παραμύθι! Για φαντάσου! Και πόσο νομίζεις ότι κρατούν τα παραμύθια; Ένα βράδυ διαρκούν και το πρωί εξανεμίζονται. Αυτή είναι η μοίρα τους. Το δικό σου παρατράβηξε και σε έκανε κακομαθημένη. Ψάξε λοιπόν για ένα καινούργιο παραμύθι! Δεν θα δυσκολευτείς καθόλου! Μα είσαι σίγουρη ότι αυτός που θα σού το χαρίσει, θα είναι ένας δεύτερος Άγγελος; Μα κι αν είναι, τι θα κάνεις όταν τελειώσει κι αυτό το παραμύθι; Αυτή θέλεις να είναι η εξέλιξη της ζωής σου; Ένα αδιάκοπο κυνηγητό πίσω από τη χίμαιρα; Κι όταν κάποια μέρα ξυπνήσεις ώριμη και κοιτάξεις πίσω τη ζωή σου, τι θα σκεφτείς για τη σημερινή σου απόφαση; Κι αν κάποτε, κατά τύχη, πέσεις πάνω στον Άγγελο με τα τέσσερα παιδιά του – που θα μπορούσαν να είναι και δικά σου– μήπως θα κρυφτείς για να μη σε αντιληφθεί; Και καλά, από κείνον μπορεί να κρυφτείς, από τον εαυτό σου όμως πώς θα μπορέσεις να ξεφύγεις; Μόνη θα το αντιμετωπίσεις, αφού κι εγώ ακόμα θα σε έχω εγκαταλείψει.

Το χειρότερο από όλα ήταν ότι δεν είχε επιχειρήματα να τον αντικρούσει. Είχε δίκιο σε κάθε λέξη που έλεγε και την έκανε να αισθάνεται κακομαθημένο παιδί που καταστρέφει το παιχνίδι του, χωρίς να υποψιάζεται ότι καταστρέφει τη μελλοντική του ζωή. Το οχυρό άντεξε μία βδομάδα. Την είδε να τον περιμένει, με τη γαλάζια  ζακέτα στο χέρι, έξω από το δικηγορικό γραφείο που έκανε πρακτική άσκηση. "Αυτό είναι δικό σου" είπε αντί για χαιρετισμό κι εκείνος απάντησε: “δεν πειράζει, κράτησέ την για ανάμνηση”. Κι η Αίγλη είπε ότι δεν θέλει να γίνει ανάμνηση, γιατί… της λείπει. Κι εκείνος απάντησε απλά ότι κι εκείνη του λείπει και της έσφιξε δυνατά το χέρι.

Κι έμειναν πάντα μαζί. Κι η Αίγλη άρχισε να χρησιμοποιεί κανέλλα στη μαγειρική της ακολουθώντας τις συνταγές της μάνας της και κάπου-κάπου της περνούσε από το μυαλό πως μπορεί να έχασε κι εκείνη κάποτε την αυθεντική μυρωδιά και χρησιμοποιούσε τα ξυλάκια κανέλλας ως υποκατάστατο. Και σκαλίζοντας παραμέσα αναρωτιόταν αν όλες οι γυναίκες αναπλήρωναν με καρυκεύματα  στις κουζίνες τους αρώματα που είχαν στερηθεί. Κι ίσως η ευρέως διαδεδομένη άποψη πως "ο έρωτας περνάει από το στομάχι" δεν περιγράφει παρά τη θλιβερή κατάληξη ενός αρωματοπωλείου που καταντάει μαγειρείο. Παρόλα αυτά δεν το μετάνιωσε. Μόνο, να, έμεινε με την απορία αν τα μαλλιά όλων των ανδρών που ερωτεύεσαι μυρίζουν κανέλλα.  Κι ο Άγγελος το ξέρει αυτό, χωρίς να του το έχει πει, και γι αυτό ποτέ δεν ένιωσε απόλυτα ασφαλής μαζί της. Έχει άδικο όμως. Γιατί αν και ο έρωτας της χτύπησε κάποιες φορές την πόρτα, κάποτε επιτακτικά και κάποτε πολύ δελεαστικά, δεν τού άνοιξε ποτέ. Δεν της άρεσε εκείνη η βδομάδα του χωρισμού, δεν ήθελε να την ξαναζήσει.  Κι έφτασε, στα πενήντα της, ν’ ανοίξει διάπλατα την πόρτα –και τα παράθυρα– στον έρωτα του Μιχαλιού. Μόνο που τώρα τα πράγματα είχαν αλλάξει και ήταν σίγουρη πως ο Άγγελος –αν το μάθαινε– θα το αντιμετώπιζε ψύχραιμα. Επειδή, τώρα την αγαπάει πιο ώριμα, πιο φιλοσοφημένα, πιο συντροφικά. Αλλά κυρίως επειδή, τον τελευταίο καιρό, την αγαπάει πιο σπλαχνικά.


Τρίτη 17 Δεκεμβρίου 2013

Φούγκα για δύο ασύμμετρες φωνές... ο έρωτας ο σωστός


Φωτο Μαρδίτσα Σιβίλια

Στο μεταξύ είχε μπει στη ζωή της Αίγλης και ο έρωτας ο σωστός. Στην κατάλληλη ηλικία, με την φυσιολογική ανάπτυξη, τα κανονικά επίπεδα ορμονών.  Ήταν σε κάποιο πάρτι που γνώρισε τον Άγγελο. Καθόλου πρωτότυπο! Ήταν τα χρόνια που περισσότεροι αισθηματικοί δεσμοί είχαν την αρχή τους στο ημίφως, μ’ ένα ποτήρι βερμούτ στο χέρι και τη μελωδία κάποιου παθητικού μπλουζ να λικνίζει τα σφιχταγκαλιασμένα νεανικά σώματα, ανάβοντας πόθους και πάθη. Φώλιασε ο ένας στις προεξοχές του άλλου, ακούστηκε το κλικ  και εφάρμοσαν σαν δυο τουβλάκια lego.
Ταιριαστοί!
Εκείνος δεν απείχε από τα όνειρά της και από τα όνειρα που της είχε εμφυσήσει η οικογένεια• για την ακρίβεια ο Άγγελος ήταν ο άντρας που είχε εντολή να αγαπήσει.
Η σχέση τους ικανοποιούσε προδιαγραφές αυθεντικότητας, ασφάλειας, σταθερότητας, διάρκειας. Θα μπορούσε να διεκδικήσει πιστοποιητικό ποιότητας  ISO.
Ανήκαν στον ίδιο κόσμο, είχαν ανατραφεί με τις ίδιες αρχές και αξίες, οι κοσμοθεωρίες τους ταυτίζονταν, οραματίζονταν το μέλλον με κοινό τρόπο.
Η μόνη τους διαφωνία ήταν στον αριθμό των παιδιών: για κείνη τα δύο ήταν αρκετά, εκείνος  -που ήταν μοναχοπαίδι– επέμενε για τέσσερα.