Πέμπτη, 3 Νοεμβρίου 2011

Το μυστικό της κομμένης φωτογραφίας... η επιβίωση.


Προσεισμική Ζάκυνθος, η  Πικριδιώτισσα κάτω από το Κάστρο

Πού βρίσκονταν κρυμμένες αυτές οι εφεδρικές δυνάμεις; 
Οι απλωτές φτάνουν πιο μακριά, τα πόδια χτυπούν πιο δυνατά, οι ώμοι ξεκολλάνε  με ορμή από το στέρνο. 
Η απόσταση  όλο και λιγοστεύει… απλώνω το χέρι… σχεδόν αγγίζω τη σχεδία… βλέπω το κόκκινο σωσίβιο να σκαρφαλώνει … ο ήλιος σκοτεινιάζει… σκοτάδι βαθύ. 
Οι δυνάμεις μου με είχαν προδώσει την ύστατη, την πιο κρίσιμη  στιγμή. 
Πόνος! 
Το κόκκινο σωσίβιο αποκτάει πρόσωπο....και παλάμες που με χαστουκίζουν... και μάτια που με κοιτάζουν με αγωνία... και μπράτσα που ανέβασαν το άψυχο κορμί μου - ένα σακί γεμάτο μολύβι -- έχοντας καταβάλλει άνιση προσπάθεια, έχοντας σπαταλήσει  δυνάμεις που δεν περίσσευαν, έχοντας βάλει σε κίνδυνο  την ασταθή ισορροπία της σχεδίας. Αν ζω σήμερα, το χρωστάω στον αλτρουισμό ενός εχθρού και αντίπαλου στον άτυπο αγώνα ταχύτητας ταυτόχρονα. Προσπάθησα να κάνω το νεύμα ευχαριστίας τόσο εύγλωττο ώστε  να εκφράσει, στην παγκόσμια γλώσσα του σώματος,  την ευγνωμοσύνη που με πλημμύρισε. 


Μόνο αφού αισθάνθηκα ασφαλής το μυαλό μου έτρεξε στους συντρόφους. Μέχρι  εκείνη τη στιγμή όλες μου οι δυνάμεις - σωματικές και πνευματικές - είχαν επιστρατευτεί για να εξασφαλίσουν την προσωπική μου επιβίωση. «Ομαδικά θα το αντιμετωπίσουμε» είχα υποσχεθεί. Δεν είχα λογαριάσει την δύναμη του ένστικτου της αυτοσυντήρησης. Όταν είσαι νηφάλιος μπορεί να πάρεις χίλιους όρκους υπερασπιζόμενος την ανθρώπινη φύση σου και ισχυριζόμενος με απόλυτη εντιμότητα ότι εσύ αποκλείεται να συμπεριφερθείς έτσι. Εκ των υστέρων μπορείς να αυτομαστιγώνεσαι και να αναρωτιέσαι απορώντας πώς συνέβη.  Μα τη στιγμή της κρίσης η συμπεριφορά σου είναι ολόιδια με τη συμπεριφορά κυνηγημένου αγριμιού  που παλεύει να σώσει το τομάρι του

Κοίταξα τριγύρω. Σωσίβιες λέμβοι σε απόσταση η μια από την άλλη, ναυαγοί με κόκκινα και χακί σωσίβια κολυμπούσαν ψάχνοντας απεγνωσμένα να εξασφαλίσουν μια ασφαλή θέση. Μάταια προσπαθούσα να εντοπίσω γνώριμα πρόσωπα. Πού βρίσκονταν οι άλλοι;  Στη σχεδία μας οχτώ Ιταλοί και τρεις άγνωστοι Έλληνες κοιταζόμασταν αμήχανα. Πάνω στο καράβι οι γνωστές σκηνές αλλοφροσύνης: το πλήρωμα δεν έδειχνε την απαιτούμενη ψυχραιμία, δεν υπήρχε ένας γενικός συντονισμός, πολύτιμος χρόνος πήγαινε χαμένος. 

Ξαφνικά δεύτερη τορπίλη έπληξε – θανάσιμα αυτή τη φορά -  το πλοίο, κόβοντας το στη μέση. Τα δύο κομμάτια ανυψώθηκαν τρομαχτικά σχηματίζοντας μια πελώρια οξεία γωνία, ένα τεράστιο «V», κι ακαριαία βυθίστηκαν παρασέρνοντας σ’ ανήλιαγα βάθη όλους εκείνους που βρίσκονταν ακόμα στο κατάστρωμα. Ταυτόχρονα μια, απίστευτης έντασης και ορμής, δίνη στροβίλισε και ρούφηξε όσους κολυμπούσαν με τα ατομικά τους σωσίβια αναποδογυρίζοντας τις περισσότερες βάρκες και σχεδίες - ακόμα κι εκείνες που είχαν προλάβει να απομακρυνθούν.

Γι άλλη μια φορά βρέθηκα στο νερό, προσπαθώντας να μη χάσω από τα μάτια μου τη σχεδία.Καθώς  το κουφάρι του πλοίου βυθιζόταν άρχισαν να εκρήγνυνται οι βόμβες βυθού, με τις οποίες ήταν εφοδιασμένο, όταν έφθαναν στο βάθος για το οποίο ήταν ρυθμισμένες. Τα αέρια της έκρηξης έφθαναν στην επιφάνεια με τόση ορμή που ένιωθα να  τρυπούν τα τοιχώματα της κοιλιάς και να μπαίνουν μέσα στα σωθικά μου. Ξανά παιχνίδι με τον χάρο!  
Στην ανακατανομή των ναυαγών πάνω στα σωστικά μέσα γαντζώθηκα με την δύναμη της απελπισίας από την σχεδία  μήπως και χάσω την επίζηλη θέση. Γιατί τίποτα δεν ήταν αυτονόητο. Εκείνοι που έχαναν τη βάρκα τους, επιχειρούσαν να επιβιβαστούν σε καινούργια. Μα αν  ήταν γεμάτη, συναντούσαν κατηγορηματική άρνηση με τον σκληρότερο τρόπο. Οι «βολεμένοι»  άρπαζαν τα κουπιά και άρχιζαν να κωπηλατούν σιωπηλά με ένοχη βιασύνη, γνωρίζοντας πόσο απάνθρωπο είναι να  αρνούνται τη σωτηρία σ' έναν ταλαίπωρο ναυαγό στη θέση του οποίου από τύχη δεν βρίσκονταν οι ίδιοι. 
Όμως η υπερφόρτωση  ήταν επικίνδυνη έως καταστροφική. 
Ή εσύ ή εγώ. 
Και καλύτερα εγώ.
Απάνθρωπο το παιχνίδι της επιβίωσης!

Μάζεψα τα κομμάτια μυαλού που μου είχαν απομείνει και βάλθηκα να εκτιμήσω με ψυχραιμία την κατάσταση. Στην ήρεμη επιφάνεια της θάλασσας βάρκες και σχεδίες κατάφορτες από ναυαγούς οριακά ζωντανούς: απελπισμένους, μουσκεμένους, εξαντλημένους, παγωμένους, καταπτοημένους, απαισιόδοξους. Μόνο η θέα του πλήθους των άψυχων, πρησμένων σωμάτων που έπλεαν μπρούμυτα τριγύρω μας και που θα κατέληγαν στο στομάχι των ψαριών μου χάριζε την μακάβρια ικανοποίηση ότι βρισκόμουν σε πλεονεκτική θέση. Για πόσο  ακόμα; 


Κοίταξα προσεκτικά στον ορίζοντα. Το μάτι μου – εξασκημένο μάτι κυνηγού – δεν μπορούσε να διακρίνει το παραμικρό ίχνος ξηράς. Καλά που είχαμε σύμμαχους τις καιρικές συνθήκες! Ο λαμπρός ήλιος σε συνδυασμό με την απόλυτη άπνοια δεν μάς άφηνε να παγώσουμε,  αντίθετα αγκάλιαζε με θαλπωρή τα μουσκεμένα κορμιά μας. Όχι για πολύ όμως. Γιατί ο ήλιος έκανε το καθημερινό του ταξίδι με τον συνηθισμένο ρυθμό, ανυποψίαστος ή αδιάφορος για τις δικές μας ανάγκες. Μετά την δύση το κρύο εμφανίστηκε δριμύ. Ένιωθα τα μέλη μου μουδιασμένα σαν να 'ταν ξένα. Τα έτριβα και τα τσιμπούσα μπας και κυκλοφορήσει το αίμα με κινήσεις αργές και προσεκτικές , μην διαταράξω την επισφαλή ισορροπία της σχεδίας. Μόνο αυτό μου έλειπε, να ξαναπέσω στο νερό! 

Ωχ, τι είναι αυτό; 
Άρχισαν κι όλας οι παραισθήσεις; 
Μια αναπάντεχη γλυκιά ζεστασιά θερμαίνει τα γυμνά μου πόδια. 
Κυλάει προς τα κάτω και με ανακουφίζει.


Είχα κατουρηθεί χωρίς να το πάρω είδηση! 
Πρόσκαιρη ανακούφιση. 
Η παγωνιά γινόταν εντονότερη καθώς το υγρό εξατμιζόταν. 
Όταν ήλθε η σειρά μου να κωπηλατήσω,  τα κοκαλιασμένα μου δάχτυλα έμοιαζαν  ανίκανα να σφίξουν τα κουπιά. Λίγο με το λίγο όμως κατάφερα να εκτελέσω μηχανικά τις γνώριμες κινήσεις και το αίμα άρχισε να κυκλοφορεί στο σώμα μου κάνοντας με να νιώσω ζωντανός. Τόσο αφόρητα  εξαντλημένος, όμως, που όταν ήλθε η ώρα να παραδώσω στον επόμενο δεν ήξερα αν έπρεπε να το κάνω με ανακούφιση ή με δυσφορία.

Μια μεγαλόπρεπη πανσέληνος εμφανίστηκε αμέσως μετά τη δύση του ήλιου και η εικόνα της λες και στάλαξε  γαλήνη στις  ψυχές μας. Ο  φωτεινός φεγγαρόδρομος πάνω στην ακύμαντη θάλασσα έμοιαζε πυξίδα ελπίδας. Μια κραυγή αντήχησε έξαλλη και ο ήχος της, σαν μαχαίρι, έκοψε στα δύο την πηχτή σιωπή.

 Ξηρά!!! 

Κοιτάξαμε επίμονα, βασανιστικά, στο χλωμό φως του φεγγαριού. Δεν ήταν ψευδαίσθηση! Μακριά, πολύ μακριά, στην κατεύθυνση της ανατολής, διακρίναμε τον θολό αβέβαιο όγκο  βουνού. Ήταν τόσο μακρινό που οι ελπίδες να φτάσουμε εκεί, κωπηλατώντας με τις ανύπαρκτες δυνάμεις μας, ήταν αμελητέες. Όμως τώρα είχαμε ένα στόχο. Όλες οι βάρκες άρχισαν να κινούνται με συγκεκριμένο προσανατολισμό σχηματίζοντας ένα αξιοθρήνητο θλιβερό καραβάνι που είχε όλα τα στοιχεία μια νεκρικής πομπής. 
Η νύχτα τελειωμό δεν είχε. 
Άρχισε να χαράζει κι είμαστε ακόμα ζωντανοί.

Συνεχίζεται...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Οι κουβεντούλες μας