Δευτέρα, 14 Νοεμβρίου 2011

Το μυστικό της κομμένης φωτογραφίας... Τοσκάνη.




Προσεισμική Ζάκυνθος,Μονή Υπεραγάθου


Τέσσερις μήνες κατάφορτοι από  εμπειρίες πέρασαν έτσι. 
Αλλά, εξ ορισμού, η παραμονή σε στρατόπεδο διερχομένων έχει ημερομηνία λήξης. Αρχές Ιουνίου του ’43, ταξιδέψαμε με ηλεκτροκίνητο, παρακαλώ, τρένο – στα βαγόνια εμπορευμάτων, εννοείται – που μας μετέφερε στο μικρό χωριό Πόππι στην περιοχή της Τοσκάνης. Από κει θα περπατούσαμε στην εξοχή για δύο περίπου χιλιόμετρα μέχρι να συναντήσουμε τον τόπο της νέας μας διαμονής. 
Κοιταχτήκαμε έκπληκτοι αντικρίζοντας την φρουρά που θα μας συνόδευε. Με μια δόση υπερβολής θα τολμούσα να ισχυριστώ ότι υπερτερούσαν αριθμητικά και σχημάτισαν ένα προστατευτικό Π περιφρουρώντας τις στοιχισμένες γραμμές μας. Μόνο όταν διακριναμε την περιέργεια στα βλέμματα των κατοίκων του χωριού, που είχαν προβάλλει στα παράθυρα και μας επεξεργάζονταν σαν εξωπραγματικά όντα, μόνο τότε καταλάβαμε τι είχε συμβεί κι αρχίσαμε να κρυφογελάμε νευρικά και να φουσκώνουμε από περηφάνια και να ψηλώνουμε με καμάρι για να δικαιώσουμε τις προσδοκίες τους. 
Η φήμες για τα κατορθώματά μας, μετά το φιάσκο της Αλβανίας, είχαν δώσει στους Έλληνες αξιωματικούς μυθικές διαστάσεις. Φαίνονταν να μας θεωρούν υπεράνθρωπους ικανούς για το ακατόρθωτο κι έτσι εξηγούνταν οι υπερβολικές προφυλάξεις στη φρούρησή μας που καταντούσαν γελοίες μια και ούτε είχε περάσει από το μυαλό μας η ιδέα να δραπετεύσουμε - να πάμε που;  Η όλη κατάσταση, όμως, ανέβασε το ηθικό , χαλάρωσε την διάθεση  και μας έκανε να βαδίζουμε απολαμβάνοντας το μαγευτικό πράσινο τοπίο που ξετυλιγόταν, λες κι ο πόλεμος μαζί με όλα τα δεινά του ήταν πολύ μακριά. Στο τέλος του δρόμου μας περίμενε το κερασάκι: η ακατοίκητη βίλα που θα αποτελούσε το κατάλυμά μας για τους έξι επόμενους μήνες.


Ωραιότερο κατάλυμα, όχι μόνο για αιχμαλώτους αλλά και για τουρίστες ακόμη, δεν θα μπορούσα να φανταστώ. Το διώροφο οίκημα βρισκόταν στη μέση ενός τεράστιου κατάφυτου περιβολιού περιφραγμένου, φυσικά, με αγκαθωτά συρματοπλέγματα. Στο εσωτερικό, τα φωτεινά δωμάτια ήταν προορισμένα να φιλοξενούν  δέκα άτομα το καθένα σε διπλές κουκέτες. Πεντακάθαροι χώροι υγιεινής, ζεστό νερό στα ντους, ατομικές πετσέτες, καθαρά σεντόνια και κουβέρτες, πιάτα αντί για καραβάνες. Στο περιβόλι, που είμαστε ελεύθεροι να χρησιμοποιούμε  ως τόπο αναψυχής, τα μεγάφωνα μετέδιδαν το πρόγραμμα του τοπικού ραδιοφωνικού σταθμού. Ακούγαμε ιταλικά τραγούδια και δελτία ειδήσεων που με  κόπο πασχίζαμε να μεταφράσουμε με τα λίγα ιταλικά που καταλαβαίναμε. Μάθαμε από τους φρουρούς ότι η βίλα ανήκε σε κάποιο παρθεναγωγείο και, προπολεμικά, εκεί περνούσαν τις καλοκαιρινές διακοπές μαθήτριες, κόρες από εύπορες οικογένειες της Ρώμης. Είχε  επιστρατευτεί για τις ανάγκες του πολέμου και λειτουργούσε ως κατάλυμα αιχμαλώτων αξιωματικών. Μόλις είχαν φύγει οι προηγούμενοι Άγγλοι  ένοικοι.

Ο ιδεώδης τόπος διαμονής, αποδείχτηκε μόνο το πολυτελές περιτύλιγμα και ο αρχικός ενθουσιασμός πολύ γρήγορα μετριάστηκε. Τα πορσελάνινα πιάτα αποδείχτηκαν ανίκανα να γεμίσουν το άδειο στομάχι  και το φάσμα της πείνας εμφανίστηκε απειλητικό. Οι μερίδες του συσσιτίου ήταν τόσο πενιχρές ποσοτικά και τόσο άθλιες ποιοτικά που ο γιατρός της παρέας δεν χαριτολογούσε όταν ισχυριζόταν ότι οι θερμίδες που καταναλώναμε για να κατεβούμε από τον δεύτερο όροφο μέχρι την τραπεζαρία ήταν περισσότερες από εκείνες που θα παίρναμε από το πρωινό που μάς σερβίριζαν.

 Το μάθημα το είχαμε πάρει, τη διεύθυνση του Ερυθρού Σταυρού την είχαμε μάθει, ξανά οργάνωση από το μηδέν. Έπρεπε όμως να περάσουν δυο μήνες – μέσα στους οποίους καθημερινά σφίγγαμε τις ζώνες των παντελονιών όλο και πιο μέσα - μέχρι να καρποφορήσουν τα διαβήματά μας. Τα δέματα άρχισαν να καταφθάνουν, για μια ακόμα φορά λάδωσε το αντεράκι μας, επικοινωνήσαμε με το νησί, ένας μικρός μισθός κάλυπτε κάθε μήνα τις έκτακτες ανάγκες   και δυο φορές την εβδομάδα απολαμβάναμε – φρουρούμενοι πάντα - έναν καλοκαιρινό περίπατο κατά μήκος του ποταμού. Τα τοπία της εξοχής της Τοσκάνης με τις μαλακές καμπύλες των καταπράσινων λόφων μάς έκαναν να αναρωτιόμαστε αν τελικά το νησί είναι – αντικειμενικά – το ωραιότερο μέρος του κόσμου. Η ζωή άρχισε να χαμογελάει ξανά. Πολύ περισσότερο που οι εξελίξεις από τα μέτωπα του πολέμου    κατέφθαναν ραγδαίες κι ενθαρρυντικές:

10 Ιουλίου του ’43 οι Αμερικανοί κάνουν απόπειρα απόβασης στη Σικελία.
25 Ιουλίου συλλαμβάνεται και φυλακίζεται ο Μουσολίνι και τη διακυβέρνηση αναλαμβάνει ο γνωστός μας Μπαντόλιο.
17 Αυγούστου οι Αμερικανοί καταλαμβάνουν τη Σικελία.
8 Σεπτεμβρίου η κυβέρνηση Μπαντόλιο υπογράφει ανακωχή με τους συμμάχους.

Όλη τη νύχτα ακούγαμε πανηγυρισμούς και ζητωκραυγές από τους φρουρούς κι αναρωτιόμαστε. Όταν, το πρωί, ο επικεφαλής αξιωματικός, παραβιάζοντας το αυστηρό πρωτόκολλο του προσκλητήριου, με έκδηλη συγκίνηση, μάς ενημέρωσε για τα γεγονότα, ξεσπάσαμε κι εμείς σε χειροκροτήματα πιστεύοντας ότι η ημέρα που θα απολαμβάναμε ειρήνη κι ελευθερία, βρισκόταν πολύ κοντά. 
Έπρεπε να κάνουμε υπομονή για εννιά ακόμα δύσκολους μήνες! 
Γιατί, με την υπογραφή της ανακωχής, αγγλοαμερικανικές δυνάμεις αποβιβάστηκαν στην Ιταλία
μετατρέποντάς την σε θέατρο αιματηρών συγκρούσεων ανάμεσα στους συμμάχους και τους Γερμανούς με τους  δεύτερους να αμύνονται λυσσαλέα και το μέτωπο να σταθεροποιείται στη γραμμή Κασσίνο, νότια της Ρώμης. Στο μεταξύ οι Γερμανοί, με μια κινηματογραφική αεροπορική επιχείρηση, ελευθερώνουν τον Μουσολίνι ο οποίος ιδρύει στο Σαλό μια μικρογραφία φασιστικού κράτους.
Στις 11 του Οκτώβρη η κυβέρνηση Μπαντόλιο κηρύσσει επιτέλους τον πόλεμο κατά της Γερμανίας και ο αντιφασιστικός συνασπισμός αναγνωρίζει την Ιταλία ως σύμμαχο χώρα. 

Παρακολουθούσαμε  την καταιγιστική ροή των γεγονότων με την αμηχανία του ανήμπορου παθητικού θεατή που έχει όμως επίγνωση ότι η έκβασή τους αφορά άμεσα τη ζωή του. Στις  σκέψεις και τις συζητήσεις μας ανακατεύονταν  - με ποσοστά μίξης που διαφοροποιούνταν από μέρα σε μέρα ανάλογα με τις εξελίξεις και την ψυχολογία -  δύο πολύ ισχυρά συναισθήματα: η ελπίδα για το τέλος του πολέμου και ο φόβος  μήπως βρεθούμε στα χέρια των Γερμανών. Γιατί τώρα πια αυτοί ήταν  οι εχθροί. Και οι Ιταλοί, που μάς φρουρούσαν, είχαν ένα παραπάνω λόγο να τούς φοβούνται, μια και εμείς είμαστε από την αρχή αντίπαλοι, ενώ εκείνοι, ως αφερέγγυοι σύμμαχοι, είχαν να αντιμετωπίσουν τη μανία του εχθρού και την οργή του εξαπατημένου. Ο κοινός κίνδυνος μάς ένωνε και η διαβίωσή μας απέκτησε περισσότερη αυτονομία σε βαθμό που είχαμε, άτυπα, αποκτήσει το δικαίωμα να φεύγουμε το πρωί από το στρατόπεδο, να περιδιαβαίνουμε  την περιοχή, όπου οι κάτοικοι μας αντιμετώπιζαν πια με  φιλόξενη διάθεση, και να επιστρέφουμε για το βραδινό προσκλητήριο.

Για δεύτερη φορά Χριστούγεννα μακριά από τα σπίτια μας. 
Η  Πρωτοχρονιά του ’44  μας βρήκε να τσουγκρίζουμε τα ποτήρια με μοναδική ευχή: μέσα στον χρόνο που ξημέρωνε να δούμε το νησί μας.
Το τελευταίο κομμάτι του δράματος ήταν το πιο επώδυνο – η πιο σκοτεινή ώρα της νύχτας είναι λίγο πριν από το ξημέρωμα.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Οι κουβεντούλες μας