Παρασκευή, 18 Νοεμβρίου 2011

Το μυστικό της κομμένης φωτογραφίας... Μόντενα.


Προσεισμική Ζάκυνθος, σχολή Ιησουιτών


29 Φλεβάρη του δίσεκτου ’44 έφτασαν οι γερμανικές αρχές. Χωρίς εξήγηση ξεκίνησε η γνώριμη διαδικασία. Καμιόνια, τρένο και ξανά καμιόνια. Η αίσθηση προσανατολισμού χαμένη μέσα στα κλειστά βαγόνια, φαινόταν όμως λογικό ότι πηγαίναμε βόρεια όπου άντεχε ακόμα το φασιστικό καθεστώς. Πόσο βόρεια όμως; Θα περνούσαμε τα σύνορα;  Στο φως της μέρας αντικρίσαμε  την πύλη του στρατοπέδου Φόσσολι στην περιοχή της Μόντενα. 
Ευλογία Θεού! 
Το στρατόπεδο ήταν Ιταλικό! 
Μέσα συναντήσαμε κάθε καρυδιάς καρύδι. Καμιά πεντακοσαριά οικογένειες από τη Λιβύη με μικρά  παιδιά, πολλά νεογέννητα κι άλλα που είχαν γεννηθεί και μεγαλώσει εκεί μέσα, Ιταλοί αντιφασίστες από διάφορες κοινωνικές τάξεις, οικογένειες Εβραίων, ποινικοί κατάδικοι που δεν χωρούσαν στις φυλακές ( δυο-τρεις πνευματικά καθυστερημένοι),  μια Ελληνίδα, δύο Γιουγκοσλάβοι, μια Ρωσίδα… Είχαμε συμβιώσει και στο Μπάρι μ’ ένα ετερόκλητο πλήθος, αλλά εκεί είμαστε όλοι στρατιώτες, πειθαρχημένοι, οργανωτικοί, εκπαιδευμένοι στην ομαδική ζωή και όχι μπουλούκι με τέτοια ανομοιογενή σύνθεση. Αποτέλεσμα: οι κοινόχρηστοι χώροι ρυπαροί σε βαθμό αηδίας, πλήρης αδιαφορία ακόμα και για στοιχειώδεις κανόνες υγιεινής, αποχωρητήρια διάσπαρτα από ακαθαρσίες. Όσοι άντεχαν αντιμετώπισαν την κατάσταση με δηλητηριώδες  χιούμορ. Κάποιος βιάστηκε να κρεμάσει μια επιγραφή στα ιταλικά: « στοχεύετε στην τρύπα».

Το οίκημα που εγκατασταθήκαμε μύριζε μούχλα. Στα  ξύλινα κρεβάτια με τ’ αχυρένια στρώματα, οι κουβέρτες, ποτισμένες από τη μυρωδιά όλων εκείνων που τις είχαν χρησιμοποιήσει πριν από μας και νοτισμένες από την υγρασία, αποδείχτηκαν εντελώς ακατάλληλες να μας ζεστάνουν. Κι ούτε λόγος να γίνεται για  πολυτέλειες όπως σεντόνια και μαξιλάρια. «Όχι όπως ήξερες, νύφη μου, αλλά όπως βρήκες.» Προσπαθήσαμε να ξεχαστούμε καταφεύγοντας στον ύπνο. Αμ δε! Στην αρχή νόμιζα ότι ήταν ιδέα μου. Καθώς όμως άκουγα τους άλλους να στριφογυρνάνε σαν κολασμένοι, σιγουρεύτηκα. Οι ψύλλοι ήταν πιο πεινασμένοι από μας και το αίμα μας πολύ γλυκιά τροφή. Μια ακόμα νύχτα άυπνοι!

Το συσσίτιο δεν είχε καν το στοιχείο της έκπληξης. Η τροφή μας σε καθημερινή βάση ήταν κτηνοτροφικά φασόλια, μισοβρασμένα από έλλειψη ξύλων για την φωτιά. Λουκούμι μάς φαίνονταν. Έλα όμως που η μερίδα - λίγα δράμια για τον καθένα – τελείωνε πριν προλάβει να κατέβει στο στομάχι μας. Τον Απρίλη οι βιολογικές μας αντοχές είχαν φτάσει στα όριά τους. Συνήθως τότε εμφανίζεται  ο από μηχανής θεός. Δύο υπάλληλοι της ελβετικής πρεσβείας, εκ μέρους της κυβέρνησης του Καΐρου, μας μοίρασαν την πρώτη δόση από ένα μικρό μηνιαίο επίδομα. Ίσα- ίσα για να αγοράζουμε κτηνοτροφικά φασόλια – μόνο τέτοια υπήρχαν στην αγορά του γειτονικού χωριού – μα αρκετό για να πανηγυρίζουμε  που η καραβάνα μας θα ήταν πια γεμάτη.

Το Πάσχα αποφασίσαμε να κάνουμε σπατάλες! 
Διαθέσαμε όλο το επίδομα του μήνα και αγοράσαμε μια προβατίνα! 
Την ψήσαμε στη σούβλα και, επειδή    μόλις ένα μικρό κοψίδι αναλογούσε στον καθένα , δεν  αποποιηθήκαμε  και τα φασόλια του συσσιτίου. Το πατροπαράδοτο γλέντι, που ακολούθησε, διαφοροποίησε τη μέρα από τις προηγούμενες και τις επόμενες κι αυτό μόνο ένας που έχει κάνει έγκλειστος μπορεί να καταλάβει τι σημαίνει.
Στις 7 Ιουνίου οι ελπίδες μας, για μια ακόμα φορά, αναπτερώθηκαν. Την προηγούμενη οι Σύμμαχοι είχαν κάνει επιτυχημένη απόβαση στη Νορμανδία. Ξανά όνειρα για επιστροφή, ξανά η αισιοδοξία να χουχουλιάζει τις καρδιές μας, ξανά το όραμα για ζωή χωρίς πόλεμο.

Σκωτσέζικο ντους! 
Στις 15 Ιουλίου ήλθαν πάλι οι Γερμανοί. 
Είχε φτάσει η ώρα;
Φαίνεται πως όχι! 
Το στρατόπεδο έπρεπε να εκκενωθεί. 
Η τύχη των αιχμαλώτων  έπαυε να είναι πια κοινή.
Οι Λίβυες και οι Ιταλοί θα αφήνονταν ελεύθεροι, οι Εβραίοι κι οι Άγγλοι θα μεταφέρονταν σε στρατόπεδα της  Γερμανίας και οι υπόλοιποι, αφού χωριζόμαστε σε μικρές ομάδες,  θα διασπειρόμαστε σε χωριά της βόρειας Ιταλίας για καταναγκαστική εργασία. Παλιά μου τέχνη, κόσκινο. Καμιόνια, διανυκτέρευση στο ύπαιθρο, ξηρή τροφή και δρόμο για το άγνωστο, πάντα προς βορά. Είμαστε όμως διπλά ευτυχείς. Είχαμε αποφύγει για μια ακόμα φορά την Γερμανία και, άλλωστε, το στρατόπεδο που αφήναμε ήταν στον πάτο της αθλιότητας. Πουθενά δεν μπορούσε να είναι χειρότερα. Βέβαια μόνο όταν τα καμιόνια αναχώρησαν και οι Γερμανοί φρουροί δεν είχαν πια δικαιοδοσία επάνω μας επιτρέψαμε στον στεναγμό ανακούφισης να ξεφύγει από το στήθος. Βρισκόμαστε στην Μάντοβα στο κτίριο της διοίκησης της Πολιτικής Αστυνομίας. Στην ευρύχωρη αίθουσα ο διοικητής μας υποδέχτηκε με την φράση:
-Έμαθα ότι οι περισσότεροι είστε Έλληνες…
Κι ενώ εμείς ανταλλάσσαμε κλεφτές αμήχανες ματιές, αρχίζει  να απαγγέλει την εισαγωγή της Οδύσσειας από το πρωτότυπο. 
Μεμιάς  η εικόνα του αξιωματικού θόλωσε! 
Η καλή μοίρα των Ελλήνων! 
Οι πρόγονοι! 

Άφησε να εννοηθεί πως ήταν αποφασισμένος να πάρει το ρίσκο  να παραβεί τις εντολές. Θα μας χώριζε σε ακόμα μικρότερες ομάδες και θα μάς μοίραζε σε χωριά της περιοχής με συστατικές επιστολές προς τους Δημάρχους που θα εξασφάλιζαν την διαβίωσή μας μέχρι το τέλος του πολέμου. Τσιμπιόμαστε  να βεβαιωθούμε ότι ήμαστε ξύπνιοι. Στα δύο χρόνια που λείπαμε από την  πατρίδα είχαμε υποστεί ασιτία, αϋπνία, απλυσιά, παγωνιά, βρωμιά, απομόνωση, απώλεια ατομικότητας. Τα είχαμε αντιμετωπίσει με αξιοπρέπεια, αλλά η έλλειψη ανθρωπιάς δεν είναι κάτι που καταπίνεται εύκολα. Και τώρα που για πρώτη φορά τη συναντήσαμε, ευλογούσαμε όλες εκείνες τις δυνάμεις που έφεραν στον δρόμο μας αυτόν τον άνθρωπο.

Το μεσημέρι της επομένης παρουσιαστήκαμε στον Δήμαρχο. Ένας καλότροπος άντρας που μας εξασφάλισε για κατάλυμα ένα εγκαταλειμμένο μοναστήρι στις παρυφές του χωριού. Θα τρώγαμε στο εστιατόριο του χωριού με δελτίο, θα είμαστε υποχρεωμένοι να παρουσιαζόμαστε πρωί και βράδυ στο Δημαρχείο αλλά την ημέρα είμαστε ουσιαστικά ελεύθεροι. Ο ίδιος και ο πάστορας θα ενημέρωναν τους κατοίκους για την παρουσία μας.
Ούτε στο πιο τρελό μου όνειρο δεν μπορούσα να  περιμένω ευτυχέστερη εξέλιξη! 


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Οι κουβεντούλες μας