Πέμπτη, 24 Νοεμβρίου 2011

Το μυστικό της κομμένης φωτογραφίας... ανάξιος.


Προσεισμική Ζάκυνθος, Αγία Βαρβάρα Κήπων


Στο σπίτι μας στήθηκε εκ των ενόντων ένα τρικούβερτο γλέντι. Όλο το χωριό πέρασε από κει και ο καθένας έφερνε το κάτι τις του, έτσι που οι αδελφές μου πηγαινοέρχονταν με τους δίσκους της αφθονίας λες και βρισκόμαστε σε προπολεμικές εποχές. Ύστερα άρχισαν τα μαντολίνα να κελαηδάνε κι οι κιθάρες να χτυπάνε τα ακομπανιαμέντα και το τραγούδι ανέβηκε στα χείλη κι άναψε ο χορός. Κι οι γειτονοπούλες, που φλέρταρα πριν φύγω και τους είχα κλέψει κάποια βιαστικά φιλιά στο μισοσκόταδο, κολλούσαν το σώμα τους στο δικό μου με νόημα. Μα εγώ ήμουν γητεμένος και κανένα γυναικείο σώμα δεν ήταν ικανό να μου ανάψει πόθους κι ας ήμουν εικοσιοκτώ χρόνων.


Όταν έφυγε κι ο τελευταίος επισκέπτης και οι αδελφές μου μάς καληνύχτισαν, έμεινα με τον γέρο μου κι αφού χορτάσαμε το χάδι του μίλησα όχι σαν γιος προς πατέρα, αλλά σαν άντρας προς άντρα. Του διηγήθηκα με κάθε λεπτομέρεια την ιστορία και του ζήτησα την ευχή του να παντρευτώ την Κλάρα. Με άκουσε ανέκφραστος και όταν τελείωσα σηκώθηκε όρθιος. 
-Πάμε για ύπνο. Ο γιος μου δεν θα παντρευτεί ποτέ μια ξένη, μια αλλόθρησκη, μια φασίστρια, μια πουτάνα.
Έκανε μεταβολή και ξεκίνησε για το δωμάτιό του δείχνοντάς ότι το θέμα, για κείνον, είχε λήξει. Ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι μου. Με τέσσερεις λέξεις – όλες κατάφωρα άδικες  – έβγαζε την καταδικαστική του ετυμηγορία και μού έκλεινε το δρόμο για την ευτυχία. 
-Εγώ θα την παντρευτώ ακόμα κι αν χρειαστεί να ζήσω για πάντα στην Ιταλία.
Πισωγύρισε με το ασταθές του βήμα σαν να είχε δεχτεί γροθιά, με κοίταξε σαν να μη με αναγνώριζε και είπε απλά. 
-Εσύ αποφασίζεις. Καληνύχτα.

Αλλιώς είχα ονειρευτεί την πρώτη νύχτα στο πατρικό μου. Γιατί, μπορεί το κρεβάτι μου να ήταν στρωμένο  με κάτασπρα σεντόνια που μοσχοβολούσαν γατζία, αλλά εγώ έμεινα όλη τη νύχτα άυπνος προσπαθώντας να συντονίσω τις επόμενες κινήσεις μου. Ήμουν πολύ βιαστικός και τού το έφερα απότομα, θα τον έπειθα με το καθημερινό πες- πες. Έπρεπε επειγόντως να βρω συμμάχους. Το άλλο πρωί επισκέφτηκα τον θείο Σπύρο – ο πατέρας υπολόγιζε τη γνώμη του. Δεν δέχτηκε να μεσολαβήσει γιατί απλώς συμφωνούσε μαζί του. Όλοι, σε όσους απευθύνθηκα, προσπάθησαν να με συνετίσουν. Μόνο ο Αντρέας ήλθε να με βρει, από μόνος του, και να μού πει: «ακολούθησε το δρόμο της καρδιάς σου και μην υπολογίζεις κανέναν. Όταν μετά από λίγα χρόνια γυρίσεις με δυο κουτσούβελα που θα τον λένε “παππού” ο γέρος θα μελώσει και θα σας σφίξει όλους στην αγκαλιά του.» Ποιος όμως λογαριάζει τη γνώμη του Αντρέα που ήταν ο αλαφροΐσκιωτος της γειτονιάς; Στο σπίτι, η ατμόσφαιρα παγωμένη. Ο πατέρας δεν μού έδινε την ευκαιρία να επιχειρηματολογήσω. «Ό,τι είχαμε να πούμε το είπαμε», με διέκοπτε κάθε φορά που προσπαθούσα ν’ αγγίξω το επίμαχο θέμα. Οι αδελφές μου κλαψούριζαν και μου έλεγαν να λυπηθώ τον πατέρα, την τίμια οικογένειά μας και εκείνες τις ίδιες. Εγώ είχα πάρει την απόφασή μου, με την αναβλητικότητά μου, όμως, είχε περάσει κι όλας ένας μήνας.

Τότε έφτασε το γράμμα από τη Νέα Υόρκη. Μού ήταν πολύ γνώριμα αυτά τα γραμματόσημα και οι σφραγίδες. Την εποχή που σπούδαζα στη Μαράσλειο, λάβαινα ανελλιπώς κάθε μήνα ένα τέτοιο με συμβουλές και την απαραίτητη επιταγή που εξασφάλιζε τα έξοδα των σπουδών. Κάτι μού έλεγε ότι τώρα είχε  έλθει ο λογαριασμός που έπρεπε να εξοφλήσω.

Αδελφέ μου,
αν στοίβαζα σ’ ένα σωρό όλα τα πιάτα που έχω πλύνει, εδώ στην ξενιτειά, θα έφτιαχνα ένα βουνό ψηλότερο από τον Σκοπό. Κι αυτό, για να σπουδάσεις εσύ και να γίνεις το καμάρι της οικογένειας και το αποκούμπι των γηρατειών του πατέρα. Σε έχει, βλέπεις, χαϊδεμένο γιατί είσαι ο Βενιαμίν  και γιατί ορφάνεψες από τη μητέρα μας πριν κλείσεις τα οχτώ. Και τώρα, μαθαίνω, θέλεις να τον στείλεις μια ώρα αρχύτερα στον τάφο. Εγώ γράμματα δεν έμαθα και δεν θέλω να κουράζω τον συγκάτοικο που γράφει αυτές τις γραμμές για μένα. Σου λέω λοιπόν τούτο μόνο: αν με τις πράξεις σου πικράνεις τον πατέρα μας, θα είσαι για πάντα καταραμένος και δεν θα βρεις από μένα ησυχία ούτε στη ζωή ούτε στον θάνατο. Θα ησυχάσω μόνο όταν παντρευτείς - και θέλω να γίνει το συντομότερο. Βρες όποια τίμια κοπέλα της σειράς μας σου αρέσει, δεν θα έχει κανείς αντίρρηση να παντρευτείς πριν από τις αδελφές μας. Έτσι κι αλλιώς δεν πρόκειται να τις προικίσεις εσύ με τον μισθό του δασκάλου, αλλά εγώ πλένοντας ένα ακόμα βουνό πιάτα.
Ο ξενιτεμένος αδελφός σου 

Δίπλωσα προσεκτικά το γράμμα και πήρα ένα φάκελο και ένα κομμάτι χαρτί. Έγραψα προσεκτικά.

Λατρεμένη μου Κλάρα,
είμαι ένας ανάξιος.
Προσπάθησε να με ξεχάσεις.
Εγώ δεν πρόκειται να σε ξεχάσω ποτέ.

Υπέγραψα, έκλεισα τον φάκελο και έτρεξα στο ταχυδρομείο πριν αλλάξω γνώμη.

   
           

Αρκετά με τις πληγές του παρελθόντος, δεν ωφελεί σε τίποτα να τις σκαλίζεις. Έτσι κι αλλιώς έχουμε μόνο μια ζωή. Όταν βρεθούμε στο δίστρατο και διαλέξουμε τον ένα δρόμο, ποτέ δεν θα μάθουμε που θα μάς οδηγούσε ο άλλος, εκείνος που αγνοήσαμε.
Με περιμένει η ειρήνη.
Κι έχω οικογένεια να θρέψω.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Οι κουβεντούλες μας