| Φωτο Παναγιώτης Κούκης |
Ο Μιχαλιός άφησε τις πυκνογραμμένες σελίδες να
γλιστρήσουν από τα χέρια του λες και φοβήθηκε πως θα του κάψουν τα δάχτυλα. Ήταν
από τις σπάνιες περιπτώσεις που συναντιόταν μ’ ένα κείμενο με τόσο συγκλονιστικό το
στοιχείο του αιφνιδιασμού. Το μυαλό του, σαν καπετάνιος που ’χασε το μπούσουλα,
άφησε το σκάφος ακυβέρνητο, ν' αποφασίζει για την τύχη του η τρικυμία που δεν έλεγε να κοπάσει μέσα σε μια πηχτή καταχνιά που δεν έλεγε να ξαστερώσει. Κάποιος εσωτερικός μηχανισμός άμυνας τον εμπόδιζε
να συλλάβει καθαρά τα πολλαπλά μηνύματα του γράμματος. Η προσφιλής του συνήθεια να διαβάζει
διαγώνια τα κείμενα κι ωστόσο να χτυπάει κατ’ ευθείαν κέντρο, εδώ αποδείχτηκε ολοκληρωτικά ανεπαρκής. Ο εγκέφαλός του έμεινε άπραγος, ανίκανος να επεξεργαστεί την
πληροφορία που μόλις είχε δεχτεί. Όταν επιτέλους κατόρθωσε να διαμορφώσει μια
ολοκληρωμένη σκέψη, αυτή εστιάστηκε στα ρηχά, στην επιφάνεια λες και το ζητούμενο ήταν μια γραφολογική εξέταση. Για φαντάσου! Ο γραφικός της χαρακτήρας έχει μείνει αξιοσημείωτα αναλλοίωτος. Αυτή
η σκέψη μπλοκάρισε τους εγκεφαλικούς νευρώνες και του τριβέλιζε ώρα πολλή το
μυαλό σαν φθαρμένος δίσκος γραμμοφώνου που κόλλησε σε μια μουσική φράση και την
επαναλάμβανε μονότονα χωρίς έλεος. Η ανιαρή επανάληψη δεν τον έκανε να δυσανασχετήσει. Αφέθηκε, αντίθετα, να βουλιάξει μέσα
στην αδράνεια όσο την είχε ανάγκη. Ύστερα σαν να ξύπνησε από ύπνο βαθύ πήρε τις
σελίδες και τις ξαναδιάβασε. Μα ενώ διέτρεχε το κείμενο η σκέψη του βρισκόταν εικοσιπέντε χρόνια μπροστά
.jpg)


